27ο Πανόραμα Ευρωπαϊκού Κινηματογράφου – No One’s Child

Το No One’s Child είναι απ” αυτές τις ταινίες διαμάντια που ανακαλύπτει κανείς στα φεστιβάλ.

Την τελευταία μέρα του διαγωνιστικού προβλήθηκε στο 27ο Πανόραμα Ευρωπαϊκού Κινηματογράφου μια από τις καλύτερες ταινίες του προγράμματος του, το σέρβικο No One’s Child του Vuk Rsumovic. Η ταινία είχε προβληθεί και βραβευτεί  από την Ένωση Κριτικών Κινηματογράφου στο περασμένο φεστιβάλ της Βενετίας όπου προβλήθηκε στα πλαίσια της εβδομάδας κριτικής.

Το No One’s Child είναι απ’ αυτές τις ταινίες διαμάντια που ανακαλύπτει κανείς στα φεστιβάλ. Η σεναριακή του βάση, σε συνδυασμό με το αληθινό των γεγονότων που ενέπνευσαν την ιστορία της ταινίας, μοιάζει με το παραγνωρισμένο φιλμ του François Truffaut, L’enfant sauvage. Και οι δύο ταινίες εξερευνούν το τρόπο που ένα άγριο παιδί εισέρχεται στο ανθρώπινο πολιτισμό, τον τρόπο που θα τον απορροφήσει, την ουσιαστική προσαρμογή του και φυσικά τη σύγκριση της αγριότητας της φύσης με την, υποτίθεται, εξευγενισμένη ανθρώπινη πραγματικότητα.

Η ταινία του Vuk Rsumovic είναι τοποθετημένη χωρικά και χρονικά στην Βοσνία Ερζεγοβίνη λίγο πριν τον εμφύλιο του 1992. Όταν οι κυνηγοί βρίσκουν το παιδί στο δάσος και το πηγαίνουν στο ορφανοτροφείο στο Βελιγράδι, ο σκηνοθέτης θέτει ζητήματα ταυτότητας όπως αυτά που ζούσε η χώρα της περίοδο αυτή. Λίγο αργότερα, ο εξανθρωπισμός και η εκπαίδευση του μικρού πρωταγωνιστή «χτυπάνε τοίχο» παρά τις φιλότιμες προσπάθειες των εκπαιδευτών του. Τελικά όμως ένας συμμαθητής του άγριου παιδιού, τον προσεγγίσει και αναπτύσσει μαζί του μια φιλία που μοιάζει με τη σχέση ανθρώπου και σκύλου. Η σχέση αυτή όμως διακόπτεται όταν ο συμμαθητής φεύγει από το ορφανοτροφείο. Αφήνοντας όμως πίσω του ένα λιγότερο εχθρικό παιδί, που είναι πλέον πιο δεκτικό στην εκπαίδευση που θα του προσφερθεί.

Είναι μέσα απ΄αυτή την εκπαίδευση που βλέπουμε την δυνατότητα του ανθρώπου να ενταχθεί σε όποιο περιβάλλον τοποθετηθεί, σε συνδυασμό με τις συμβάσεις που κάνει για να γίνει μέρος του. Τα παπούτσια, τα μολύβια στο σχολείο, ακόμα και η ομιλία είναι πρωτόγνωρα για εκείνον. Παρόλα αυτά, τα υιοθετεί με επιτυχία και εκείνη ακριβώς τη στιγμή ο σκηνοθέτης παρεμβάλει τον πολιτικό του σχολιασμό. Ξεσπάει ο εμφύλιος και το παιδί μεταφέρεται εκεί που υποτίθεται ότι είναι πατρίδα του. Αντιμέτωπο πλέον με καταστάσεις σκληρότερες από τη ζωή στην άγρια φύση, ο μικρός πρωταγωνιστής μένει μόνος απροστάτευτος και χωρίς τα απαραίτητα εφόδια για να επιβιώσει.

Εκτός από την εξαιρετική σκηνοθεσία και το σενάριο που χωρίζει την ιστορία σε ιδεολογικά κεφάλαια, η φωτογραφία αποτελεί ένα ακόμα ατού της ταινίας. Η ψυχρή κινηματογράφιση και τα όμορφα κάδρα της πολύ συναισθηματικής ιστορίας, δίνει στην ταινία το βάρος που της αρμόζει, χωρίς υπερβολικές εξάρσεις, αφήνοντας να μιλήσουν οι εικόνες, τα χρώματα και οι ερμηνείες των πρωταγωνιστών. Ειδικά ο μικρός Haris ή Puchke όπως είναι το παρατσούκλι που του κολλάνε τα παιδιά του ορφανοτροφείου, δίνει μια αξιοθαύμαστη ερμηνεία και στηρίζει πάνω του του όλη την ταινία με τις κινήσεις του σώματος του και το βλέμμα του.

Το No One’s Child είναι μια υπέροχη ταινία που αξίζει να πάρει διανομή και στη χώρα μας, γιατί είναι μια εξαιρετικά ώριμη και ταυτόχρονα φρέσκια ελλειπτική παραβολή για την ανθρώπινη φύση που είναι καταδικασμένη να ζει με τις συμβάσεις του πολιτισμού και τις απάνθρωπες, μερικές φορές, εκφάνσεις του.

Διαβάστε την κριτική μας για την ταινία του αφιερώματος στον Elia Suleiman, Θεϊκή παρέμβαση

Διαβάστε την κριτική μας για την ταινία του διαγωνιστικού, Corn Island

Διαβάστε την κριτική μας για την ταινία του διαγωνιστικού, Incompresa της Asia Argento

Διαβάστε την κριτική μας για την avant premiere του φεστιβάλ, Diplomatie

Διαβάστε την κριτική μας για την avant premiere του φεστιβάλ, Two Lives

Διαβάστε την κριτική μας για το αριστούργημα του Wim Wenders, The State of Things

Διαβάστε τι κριτική μας για την ταινία έναρξης, το Queen and Country

Δείτε το πρόγραμμα του 27ου Πανοράματος

Δημήτρης Ασπρολούπος

Αγαπώ τον Χίτσκοκ, τον Φιντσερ, τον Χάνεκε, τον αγγλικό ρεαλισμό και το σκανδιναβικό σινεμά αλλά παράλληλα έχω και ένα soft spot για τον Γουές Αντερσον.
Δεν υπάρχουν σχόλια

ΑΠΑΝΤΗΣΕ

*

*