2η μέρα Γαλλόφωνου Φεστιβάλ με τη «Les Lyonnais» #fff13

...

Γράφει η Βαρβάρα Κοντoνή

Συνεχίζοντας να παρακολουθούμε από κοντά την πορεία του 13ου Φεστιβάλ Γαλλόφωνου Κινηματογράφου, τρυπώσαμε χθες παρέα με τις δημοσιογραφικές μας διαπιστεύσεις, εγώ και η έτερη συνάδελφος Βάσω Γκαγκά,  στην αίθουσα του ΙΝΤΕΑΛ, κατά τις 6 παρά το απόγευμα.  Η ταινία που είχαμε επιλέξει ανάμεσα σε αρκετές, ήταν η «Les Lyonnais» (2011), η οποία είχε μάλιστα ξεκινήσει ήδη.  Βολευτευτήκαμε λοιπόν στα καθίσματα και προσπαθήσαμε να ακολουθήσουμε την πλοκή, που είχε αρχίσει να ξεδιπλώνεται αρκετά λεπτά πριν.  Τελικά δε χρειάστηκε παρά ελάχιστο χρόνο προκειμένου α) να μπούμε στο νόημα και β) να απολαύσουμε μια από τις πιο καλοσκηνοθετημένες, καταιγιστικές και εξόχως υποκριτικά ερμηνευόμενες ταινίες, που έχουμε δει το τελευταίο διάστημα στο κινηματογράφο.

Η υπόθεση έχει ως εξής.  O τσιγγάνος στην καταγωγή, Έντμοντ Βιντάλ έζησε τα νεανικά του χρόνια μέσα στη μιζέρια και τις δυσκολίες του τσιγγάνικου καταυλισμού.  Παρά το γεγονός οτι η ζωή δεν ήταν εύκολη, ο Βιντάλ κατάφερε να δημιουργήσει μια προσωπικότητα που χαρακτηριζόταν από τον σεβασμό στην οικογένεια, την ειλικρίνεια, την περηφάνια για την καταγωγή του και κυρίως, την πίστη και την αφοσίωση στον ιερό θεσμό της φιλίας.  Έτσι παρέα με τον κολλητό του Σέρτζ Σατέλ, θα περάσουν πολλές περιπέτειες, μια εκ των οποίων θα τους στείλει φυλακή παρέα.  Ο λόγος;  Η κλοπή ενός καλαθιού με…κεράσια!

Λίγο αργότερα και ενώ οι δυο φίλοι μεγαλώνουν, θα εμπλακούν κατά τρόπο αναπόφευκτο με το οργανωμένο έγκλημα, επιδιδόμενοι σε ένοπλες ληστείες με μεγάλα χρηματικά κέρδη.  Όταν όμως γίνει σύντομα ξεκάθαρο πως τα ‘μεγάλα αφεντικά’ δεν διαπραγματεύονται και θέτουν σε κίνδυνο τις ζωές των αγαπημένων προσώπων των  δυο φίλων (στη περίπτωση του Βιντάλ, ή κατά κόσμον Μομό, τη γυναίκα και το παιδί του), τότε δε θα διστάσουν να πάρουν τη κατάσταση στα χέρια τους και να ακολουθήσουν διαφορετική πορεία, οργανώνοντας τη δική τους ομάδα και ξαφρίζοντας χρήμα για πάνω από μια δεκαετία.  Όλα αυτά όμως τότε καθώς τώρα…

…τώρα ο Βιντάλ είναι ένας φιλήσυχος εξηντάρης που έχει αποσυρθεί από τις κομπίνες και την παραβατική ζωή, ζώντας ήρεμα με τη γυναίκα, τα παιδιά και τα εγγόνια του, διεπόμενος πάντα από την απαράβατη αίσθηση ‘δικαίου’ και αφοσίωσης που διέθετε όταν βρισκόταν ακόμα στον κολοφώνα της εγκληματικής του δόξας.  Η ήσυχη ζωή του όμως πρόκειται σύντομα να αλλάξει επικίνδυνα, όταν κάνει την εμφάνισή του ο παλιόφιλος ο Σατέλ.  Και ενώ ο Βιντάλ φαίνεται να έχει πλέον αποποιηθεί τον παλιό τρόπο ζωής του, ο Σατέλ εξακολουθεί να ζει με φάρο του το έγκλημα…

Η ταινία βασίζεται σε πραγματικά γεγονότα και κυρίως στο ομώνυμο βιβλίο που έχει γραφτεί από τον ίδιο τον Έντμοντ Βιντάλ, παρέχοντας ένα αξιόλογο υλικό, ιδανικό για κινηματογραφική μεταφορά.  Έτσι λοιπόν στη προκειμένη περίπτωση ο σκηνοθέτης Ολίβιε Μάρσαλ, δημιουργεί μια ταινία καταιγιστικής δράσεις, ωμών εκτελέσεων και στιλιζαρισμένης σκηνοθεσίας που σε γοητεύει στον μέγιστο βαθμό.  Αν και στην ουσία το story δεν διαφοροποιείται από ανάλογες, γκανγκστερικής φύσεως ταινίες, εντούτοις οι προσεγμένοι χαρακτήρες και οι bad ass, γαλλικές συνοικίες, συνηγορούν ωστέ αυτή η ταινία να αποτελεί ένα καθαρόαιμο, crime, διαμαντάκι.

Η σκηνοθεσία του εμπλέκει με μια διαρκή και παράλληλη μεταπίδηση σε παρελθόν και παρόν, την ιστορία της συμμορίας όταν οι πρωταγωνιστές ήταν ακόμη νέοι, αλλά και τη δράση τους σε ένα ηλικιωμένο παρόν, οπού αρέσκονται να καταβροχθίζουν κρέας και ψωμί, αναμοχλεύοντας αναμνήσεις, σε μια από τις πιο παρεϊστικες σκηνές της ταινίας.  Την ίδια στιγμή η δουλειά του Μάρσαλ φτάνει στο peak, όταν η διαφοροποίηση παρελθόντος-παρόντος γίνεται με μια εξίσου διαφοροποιημένη χρωματική παλέτα, η οποία είναι σκληρή και έντονη κατά το παρελθόν, αλλά ρεαλιστική και ψυχρή στο παρόν.  Είναι σαν να θέλει να τονιστεί η ονειρική σχεδόν διάσταση της συμμορίας όταν η δημοφιλία της βρισκόταν στα ύψη αφενός, και αφετέρου η σκληρή πραγματικότητα των γερασμένων πια νιάτων.

Παρακολουθώντας την ταινία θα έχετε μια ισχυρή εντύπωση πως βλέπετε ταινία του Γκάϊ Ρίτσι, και δεν θα έχετε άδικο.  Το στήσιμο, το χρώμα, οι καταστάσεις και η αργκό ομιλία, είναι μόνο μερικά από τα χαρακτηριστικά που κάνουν το «Les Lyonnais» μια ταινία δράσης με ψυχή.  Οι ερμηνείες είναι απ’όλους εξαιρετικές, οι ανατροπές μέσα στο παιχνίδι και το τέλος της λυτρωτικό και μίνιμαλ.

Αν καταφέρετε να τη βρείτε, δείτε την άμεσα.  Είναι μια ταινία που αξίζει από κάθε πλευρά.  Σκληρή και απροκάλυπτα ωμή σε σημεία.  Αλλά τι να κάνεις;  Έτσι είναι ο κόσμος των γκανγκστερς.  Ή τουλάχιστον έτσι ήταν όταν ο λόγος τους είχε ακόμα αξία…

Βαρβάρα Κοντονή

Ερωτευμένη με τον κινηματογράφο από μικρή, παθιασμένη με τις εικόνες, τους ήχους, τις ιστορίες και την ομορφιά της 7ης Τέχνης, απολαμβάνω να γράφω με ένταση για αυτά που αγαπώ.
Δεν υπάρχουν σχόλια

ΑΠΑΝΤΗΣΕ

*

*

ΣΧΕΤΙΚΑ