3η μέρα Γαλλόφωνου Φεστιβάλ με το «Le Skylab» #fff13

...

Γράφει η Bάσω Γκαγκά

Φτάσαμε αισίως στην τρίτη μέρα του φεστιβάλ για να βρεθούμε χτες για ακόμα μια φορά σε μια γεμάτη αίθουσα, στην προβολή του «Le Skylab», παρέα με την ηθοποιό και μια από τις πρωταγωνίστριες της ταινίας Αούρε Ατίκα.  Το μόνο πράγμα για το οποίο θα μπορούσαμε να είμαστε σίγουροι είναι ότι ο γαλλικός κινηματογράφος δε θα μας πρόσφερε στο πιάτο μια γλυκανάλατη, αμερικάνικου τύπου κωμωδία όπως μας έχει αποδείξει ουκ ολίγες φορές. Γιατί τελικά όπως φάνηκε η έμπνευση προέρχεται από γεγονότα της ίδιας της ζωής και το χιούμορ είναι αναπόσπαστο κομμάτι αυτής.

Αυτό έκανε λοιπόν και η σεναριογράφος, σκηνοθέτης και πρωταγωνίστρια παρακαλώ της ταινίας Τζούλι Ντέλπι. Με εμπνευστή και οδηγό τα δικά της παιδικά χρόνια, δημιούργησε μια νοσταλγική ταινία, χωρίς υπόθεση ή κάποιο κραυγαλέο νόημα και την συγχρόνισε με το ιστορικά καταγεγραμμένο γεγονός της επαναφοράς του διαστημικού σταθμού Skylab στην ατμόσφαιρα της γης. Η ουσία είναι ότι το σενάριο δε διηγείται, απλά φωτογραφίζει καταστάσεις, στιγμές, συμπεριφορές στο μέγιστο επιτρεπόμενο βαθμό υπερβολής που ο νους μας θέλει να θυμάται.  Και η κωμωδία γεννιέται έτσι απλά και αβίαστα.

Ταξιδέψαμε λοιπόν πίσω στο 1979, στο Σεντ Μάλο της Βρετάνης, όπου ένα ολόκληρο συγγενολόι μαζεύεται με αφορμή τα γενέθλια της γιαγιάς Αμαντίν (Μπερναντέτ Λαφόντ). Γνωρίζουμε την οικογένεια του Ζαν (Ερίκ Ελμονσίνο), της Άννα (Τζούλι Ντέλπι) και της μικρής τους κόρης Αλμπερτίν (Λου Αβαρέζ) της οποίας και τα απομνημονεύματα παρακολουθούμε. Και ο καταιγισμός ονομάτων με την απόδοση των απαραίτητων συγγενικών τίτλων συνεχίζεται με τη θεία Μονίκ και το θείο Γκουστάβο, το θείο Φρεντό και τη θεία Λινέτ (Αούρε Ατίκα), το θείο Ζοζέφ και τη θεία Σουζέτ, το θείο Ροζέρ και τη θεία Μισελέν και δω κάπου χάνεται και ο πιο συγκεντρωμένος νους. Δεν έχει φυσικά νόημα να συνεχίσω να απαριθμώ και τα ονόματα των τέκνων αυτών γιατί θα ήταν σα να διαβάζαμε ληξιαρχική πράξη. Τα παιδιά παίζουν, τραγουδούν, πονηρεύονται χωρίς να τους εγκαταλείπει η φυσική αθωότητα της ηλικίας τους, οι μεγάλοι συζητούν, τσακώνονται, άλλοι πιο βαρείς, άλλοι πιο κοινωνικοί. Οι ηλικιωμένοι προσπαθούν να προλάβουν να δέσουν τα κομμάτια που έχασαν και συνεχίζουν να χάνουν στα χρόνια που περνούν, έχοντας έντονα τα βιώματα του Β’ παγκοσμίου πολέμου και του πολέμου του Βιετνάμ. Και κάπου εκεί ο ηλικιωμένος θείος Ουμπέρ (Άμπερτ Ντέλπι, πατέρας της Τζούλι Ντέλπι) να ακροβατεί μεταξύ τρέλας και πραγματικότητας, μια τραγική φιγούρα – καθρέφτης των βιωμάτων του.

Ναι μην περιμένετε κάποιο γεγονός που θα ταράξει την ιστορία που κρύβεται πίσω από πολλές παρόμοιες sepia φωτογραφίες της εποχής. Αν η  Ατίκα στο τέλος της ταινίας δε μας επισήμανε ότι το σενάριο ήταν πολύ αυστηρά γραμμένο και δεν υπήρχαν περιθώρια παρεκτροπών θα πιστεύαμε ότι όλη η ταινία είναι ένας διαρκής αυτοσχεδιασμός από ένα καστ που παραδίδει σεμινάρια. Όλες οι φιγούρες είναι γραφικές, οι ίδιες ίσως γραφικές φιγούρες που έχει ο καθένας υπόψη του από παρόμοιες συνεστιάσεις, που το παιδικό μυαλό θυμάται και μεταφέρει μέσα στο χρόνο στο δικό του υπερθετικό βαθμό.

Στην εποχή της λήξης της πολυτάραχης δεκαετίας των 70’s λίγο μετά το τέλος του πολέμου του Βιετνάμ, συναντούμε μέσα σε μία μόνο οικογένεια όλες τις εκφάνσεις των κοινωνικών πεποιθήσεων. Οι αριστεροί Ζαν και Άννα συγκρούονται με τους πιο δεξιόφρονες συγγενείς, με το ξέσπασμα της πιο φασιστικής φιγούρας της ιστορίας, του θείου Ροζέρ, να αποτελεί την πιο ακραία ίσως μελοδραματική και ταυτόχρονα αρρωστημένη ανάμνηση. Σε μια πανδαισία χρωμάτων, με πολύ σημαντική δουλειά στις λεπτομέρειες από τις κομμώσεις και τα κουστούμια μέχρι τις μουσικές επιλογές της εποχής και τις τραγικές αλλά τόσο γνώριμες φιγούρες των νέων εκείνης της περιόδου, το χιούμορ ξεχειλίζει και γινόμαστε μάρτυρες μιας όχι και τόσο συνηθισμένης αλλά παραδόξως τόσο ταιριαστής και αντιπροσωπευτικής καθημερινότητας των 70s. Και στο μέσο όλων αυτών η οικογένεια, η οποία βρίσκεται υπεράνω πολιτικών πεποιθήσεων, ανωμαλιών ή οποιονδήποτε αντιξοοτήτων στο τότε και στο τώρα. Μιας εικόνας που τουλάχιστον στη δική μας κουλτούρα δε απέχει και πάρα πολύ.

Θα το λέω και θα το ξαναλέω ότι η ταινία αυτή δε θα ήταν τίποτα αν δεν υπήρχε αυτό το υπέροχο καστ με τον Ελμονσίνο να δίνει μια καταπληκτική ερμηνεία και να τον ακολουθούν κατά πόδας όλοι οι ηθοποιοί, μηδενός εξαιρουμένου, συμπεριλαμβανομένου και του τσούρμου των παιδιών κάθε ηλικίας, με απόδοση που πραγματικά εντυπωσιάζει. Ακολούθησε και ερώτηση πάνω στο συγκεκριμένο θέμα στην καλεσμένη Αούρε Ατίκα μετά το τέλος της ταινίας, η οποία μας απάντησε ότι το σενάριο ήταν πολύ συγκεκριμένο και καλογραμμένο και ακολούθησαν πολλές πρόβες που οδήγησαν σ’ αυτό το τόσο δεμένο αποτέλεσμα. Μεγάλο όμως ρόλο έπαιξε απ’ ότι μας είπε, το γεγονός ότι η σκηνοθέτης και σεναριογράφος είναι και ηθοποιός, έτσι ώστε να είναι σε θέση να γνωρίζει σε όλα τα στάδια δημιουργίας μιας ταινίας πώς να φερθεί, πώς να προσεγγίσει και τί να περιμένει από τους συναδέλφους της.

Για να μη μακρηγορούμε, η συγκεκριμένη ταινία σε καμία περίπτωση δεν απευθύνεται σε όλους. Όσο  πιθανό είναι να αρέσει άλλο τόσο πιθανό είναι να κάνει το θεατή να κοιτάει το ρολόι του από το πρώτο μισό των δύο περίπου ωρών διάρκειάς της. Αν περιμένετε να δείτε μια κωμωδία στα μέτρα που ήδη ξέρετε μην ξεκινήσετε καθόλου καλύτερα. Προσωπικά, αν και δεν μπορώ να πω ότι όλο αυτό το δίωρο κυνηγητό ονομάτων, συναισθημάτων και καταστάσεων ήταν εύκολο να ακολουθηθεί καθ’ όλη τη διάρκειά του, εντούτοις υπάρχουν πολλά στοιχεία που προβληματίζουν και αποτυπώνονται για περαιτέρω προβληματισμό. Και φυσικά πάτε να θαυμάσετε ηθοποιούς με όλη τη σημασία της λέξης, αν και τόσο μακριά από τις λίστες των πρωτοκλασάτων και χρυσοπληρωμένων ονομάτων. Αν είστε φαν των εκπλήξεων, δε νομίζω να το μετανιώσετε.

Δεν υπάρχουν σχόλια

ΑΠΑΝΤΗΣΕ

*

*

ΣΧΕΤΙΚΑ