57ο ΦΚΘ: Σκοτεινή είναι η Νύχτα (Dark Night)

Βαρεθήκαμε

Το Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης καλά κρατεί και σειρά έχει το “Dark Night” του Tim Sutton, μια ταινία του ανεξάρτητου αμερικάνικου κινηματογράφου, χωρίς ιδιαίτερες δάφνες. Προσωπικά, θέλγητρο για να δω την ταινία ήταν η περίληψη:

Σ’ ένα απομονωμένο τοπίο των προαστίων ξετυλίγεται μια σειρά από αναπόφευκτα γεγονότα που θα οδηγήσουν σε μακελειό μέσα σ’ έναν πολυκινηματογράφο. Στη διάρκεια μιας μέρας, από την ανατολή ως τα μεσάνυχτα, έξι άνθρωποι άγνωστοι μεταξύ τους (ανάμεσα τους και ο δολοφόνος) θα γίνουν κοινωνοί του νέου αμερικάνικου εφιάλτη.

Το θέμα είναι εξαιρετικά επίκαιρο, ιδιαίτερα μετά τα όσα συνέβησαν στην Aurora του Κολοράντο το 2012. Μάλιστα, τότε το μακελειό συνέβη σε προβολή του “Dark Knight Rises”, άρα ο ομόηχος τίτλος “Dark Night” δεν μπορεί να είναι τυχαίος (σε μια σκηνή ο μελλοντικός δολοφόνος της ιστορίας φοράει τη μάσκα του Μπάτμαν). Σκοπός της ταινίας είναι να επικρίνει τη βία και το νόμο περί οπλοκατοχής στην Αμερική, αλλά και να αναδείξει πτυχές της ζωής στην επαρχία, κυρίως δείχνοντας όλους τους χαρακτήρες να πλήττουν. Δίνει, επομένως, ψήγματα των λόγων που μπορούν να οπλίσουν το χέρι κάποιου.

Στα θετικά στοιχεία το σάουντρακ, αν και θα θέλαμε λίγο μεγαλύτερη ποικιλία, καθώς 2-3 φορές υπάρχουν επαναλήψεις των ίδιων τραγουδιών. Γενικά, ο σκηνοθέτης θέλει να «παίξει» με την αίσθηση της ακοής. Σε πολλές σκηνές απουσιάζει εντελώς ο ήχος, δημιουργώντας αμηχανία στο θεατή, το οποίο μάλλον ήταν  το ζητούμενο του δημιουργού και δεν ενοχλεί τόσο, μάλλον «ξεκουράζει» τα αφτιά μας από τη βαβούρα των αμερικανικών ταινιών μπλοκμπάστερ.

Αυτό που σίγουρα ενοχλεί είναι το σενάριο της ταινίας (του Sutton και αυτό). Στο παρελθόν έχουμε δει πολύ καλές ταινίες με παρόμοια θεματολογία, όπως το “Elephant” του Gus Van Sant και το “Polytechnique” του Denis Villeneuve, που κατάφερναν να ρίχνουν κλεφτές ματιές και στην πλευρά των αθώων και στην πλευρά των ενόχων, έχοντας αρχή-μέση-τέλος. Δυστυχώς, αυτό δε συμβαίνει στην ταινία του Sutton. Δεν φταίει η έλλειψη διαλόγων, ούτε η έλλειψη δράσης, όσο η πολύ αφαιρετική ματιά και η έλλειψη σχέσεων αιτίου-αιτιατού, που καλώς ή κακώς είναι απαραίτητη στο θεατή. Έτσι, ως αποτέλεσμα, δε μαθαίνουμε ποτέ τα κίνητρα κανενός από τους ήρωες, δεν τους ξεχωρίζουμε καν (εκτός από το δολοφόνο) και όλα μοιάζουν με μια σειρά από ασύνδετα, άκυρα επεισόδια, προβαλλόμενα σε τυχαία σειρά. Φυσικά δεν μπορείς να κρατήσεις τα χασμουρητά σου.

Κρίμα, γιατί οι ηθοποιοί μοιάζουν δοσμένοι σε αυτό που κάνουν (ειδικά ο Robert Jumper, ο «κακός» της υπόθεσης). Στο τέλος όμως δε στεναχωριέσαι για τη μοίρα κανενός από τους χαρακτήρες που υποδύονται.

Για τους… τολμηρούς, η δεύτερη προβολή της ταινίας θα πραγματοποιηθεί στην αίθουσα Παύλος Ζάννας, στις 11/11 στις 15:00.

Σοφία Κυριλλίδου

Ο κινηματογράφος για εκείνη ήταν πάντα εκεί: Σα μαθήτρια -κρυφά από τους γονείς- νοίκιαζε ταινίες από το videoclub, σα φοιτήτρια σπούδασε κινηματογράφο. Άλλωστε, πάντα της άρεσαν τα ταξίδια!
Δεν υπάρχουν σχόλια

ΑΠΑΝΤΗΣΕ

*

*

ΣΧΕΤΙΚΑ