5η μέρα Γαλλόφωνου Φεστιβάλ με το «L’ Amour Dure Trois Ans» #fff13

...

Γράφει η Bάσω Γκαγκά

Το διαγωνιστικό τμήμα του 13ου Γαλλόφωνου Φεστιβάλ έκλεισε χτες το βράδυ, με την ταινία «L’ Amour Dure Trois Ans». Όσοι βρέθηκαν λοιπόν σ’ έναν κατάμεστο Δαναό, είχαν την ευκαιρία να απολαύσουν μια αμερικάνικου τύπου κωμωδία, με πολύ «γαλλικό» χιούμορ και τη γνωστή σχέση μεταξύ γάμου και έρωτα που έχει απασχολήσει κατά καιρούς αρκετές φορές την κινηματογραφική βιομηχανία. Πετυχημένη επιλογή ή όχι δεν αλλάζει το γεγονός ότι ανέλαβε και έφερε εις πέρας με επιτυχία μια ευχάριστη βραδιά.

Πάνω σε βιβλίο στηριζόμαστε και πάλι, του οποίου ο συγγραφέας Φρεντερίκ Μπέιζμπεντερ υπογράφει και το σενάριο και τη σκηνοθεσία, σε μια ιστορία εν μέρει αυτοβιογραφική. Ο Φρεντερίκ και κατ’ επέκταση ο ήρωάς του Μαρκ Μαρονιέ (Γκασπάρ Προυστ), είναι ένας κριτικός λογοτεχνίας και wanna-be συγγραφέας, για τον οποίον όπως προδίδει ο τίτλος της ταινίας, μετά από τρία χρόνια γάμου δεν έχει απομείνει τίποτα απ’ ότι υπήρχε μεταξύ εκείνου και της γυναίκας του. Χωρίζει λοιπόν και μέσα από κωμικοτραγικές καταστάσεις υπέρμετρης αυτοκαταστροφικής μανίας γράφει τα αποφθέγματά του για το γάμο και τον έρωτα, ένα βιβλίο το οποίο κανένας εκδοτικός οίκος δεν λαμβάνει ως κάποιο «αριστούργημα». Ώσπου μπαίνει στη ζωή του η γυναίκα του ξαδέρφου του Αλίς (Λουίζ Μπουρζουά), για να της ξαναδώσει νόημα και να αναιρέσει όλες τις μέχρι πρότινος εικασίες που είχε καταγράψει στο χειρόγραφό του, το οποίο εν τω μεταξύ βρίσκει ανέλπιστα εκδότη και οδεύει προς τη δημοσιότητα. Κάθε μέρα που περνάει μετά την τεράστια αναγνώριση και επιτυχία που γνωρίζει το βιβλίο του, ο Μαρκ κινδυνεύει να εκτεθεί στα μάτια της αγαπημένης του Αλίς, μιας και εκείνη δεν έχει ιδέα για το όνομα του πραγματικού συγγραφέα που κρύβεται πίσω από ένα φανφαρώδες ψευδώνυμο.

Η αλήθεια είναι ότι δεν ήταν ότι καλύτερο θα περίμενα να δω από την αστείρευτη πηγή ρομαντισμού που διαθέτει η γαλλική κουλτούρα. Και ίσως ήταν λάθος μου που περίμενα τη ρομαντική εξέλιξη της ιστορίας σε μεγαλύτερο βαθμό απ’ ότι προλόγιζε η ταινία από μόνη της. Στην τελική σ’ εμένα βγήκε μια αλαζονεία απ’ όλη αυτή τη φλυαρία περί αγάπης και πάθους, που οφείλω να ομολογήσω ότι αποτυπώθηκε πολύ έξυπνα και ευρηματικά. Πέραν τούτου όμως δε νομίζω ότι είχε να προφέρει κάτι άλλο από ένα χιούμορ που πολλές φορές αγγίζει τα όρια της καφρίλας και ένα πρωταγωνιστή που αποτυπώνει τη ρηχή προσέγγιση του δημιουργού, σε μια ιστορία που δεν αγγίζει, απλά διασκεδάζει. Η σκηνοθεσία ρέει πολύ ευχάριστα, σιγοντάροντας την ατακαδόρικη μορφή του σεναρίου και αυτό είναι πιστεύω και το μεγάλο ατού της ταινίας.

Ο Γκασπάρ Προυστ είναι πολύ πειστικός ως νευρωτικός ερωτοχτυπημένος και φέρνει εις πέρας την αποστολή του άκρως επιτυχημένα, καθώς η εμφάνισή του είναι αυτό που λέμε προορισμένη για τέτοιους ρόλους. Υπάρχουν πολλές ξεκαρδιστικές στιγμές στην ταινία, αλλά δυστυχώς πολύ επιτηδευμένες, χάνοντας έτσι πολύ στη γενική εικόνα, η οποία στηρίζεται στην υπερβολή σε όποιο στάδιο της ιστορίας και να βρίσκεται. Γιατί αυτό που τελικά μένει, είναι ότι φεύγοντας δεν ξέρεις πώς ακριβώς να αισθανθείς.

Προσωπικά, χωρίς να έχω πλήρη εικόνα από το διαγωνιστικό κομμάτι του φετινού φεστιβάλ, δε θα την ψήφιζα και για το πρώτο βραβείο. Μέσω του «L’ Amour Dure Trois Ans» ο συγγραφέας μας δίνει με το δικό του τρόπο τα δικά του συμπεράσματα περί έρωτος, με το προβλέψιμο τέλος της ταινίας να συμβαδίζει απόλυτα με την επιφανειακή προσέγγιση όλης της ιστορίας. Για κωμωδία πάντως νομίζω διαθέτει όλα τα στοιχεία και με το παραπάνω…

Δεν υπάρχουν σχόλια

ΑΠΑΝΤΗΣΕ

*

*

ΣΧΕΤΙΚΑ