6η μέρα Γαλλόφωνου Φεστιβάλ με το «Le Vendeur» #fff13

...

Γράφει η Βαρβάρα Κοντoνή

Μετά από μια γεμάτη από μέτριες, καλές και εξαιρετικές ταινίες και ντοκιμαντέρ, εβδομάδα, το Φεστιβάλ Γαλλόφωνου Κινηματογράφου έριξε αυλαία χθές και μας αποχαιρέτισε, ανανεώνοντας το ραντεβού για του χρόνου τέτοια εποχή.  Εμείς αποφασίσαμε να επισκεφθούμε στην τελευταία αυτή μέρα, τον κινηματογράφο Δαναό, προκειμένου να απολαύσουμε από κοντά μια πολλά υποσχόμενη-όπως φαινόταν-ταινία.  Και πραγματικά ήταν.  Το «Le Vendeur» έκλεισε θριαμβευτικά για εμάς το φετινό, 13ο φεστιβάλ, προσφέροντάς μας μια υπέροχη ταινία, σημάδι των καιρών.

Ο Μαρσέλ Λεβέσκ (Ζιλμπέρτ Σικότ) είναι ένας καλοσυνάτος, ηλικωμένος άνδρας που παρά τα-κοντά- εβδομήντα του χρόνια, εξακολουθεί να εργάζεται ακόμα ως πωλητής αυτοκινήτων, σε μια μικρή πόλη στον βόρειο Καναδά.  Ο Μαρσέλ παρά την προχωρημένη του ηλικία, αρνείται πεισματικά να βγει στη σύνταξη, συνεχίζοντας την δουλειά που πάντα ήξερε, και μάλιστα με μεγάλη επιτυχία, μιας που επί δεκαέξι συναπτά έτη, καταφέρνει και βγαίνει κάθε φορά υπάλληλος του μήνα!

Εκτός από την εργασία του όμως, ο Μαρσέλ διατηρεί και μια υπέροχη σχέση με την κόρη του και τον αξιαγάπητο εγγονό του, και παρά το γεγονός οτι έχει μείνει χήρος, εξακολουθεί να απολαμβάνει τη ζωή, ακόμα και σε εκείνο το παγωμένο και διαρκώς βυθισμένο κάτω από το χιόνι, κομμάτι του κόσμου.  Όταν όμως τα σύγχρονα διαμορφωμένα πρότυπα, αρχίζουν να επηρεάζουν και την πόλη του, εκείνος θα προσπαθήσει να στρέψει τη ματιά του αλλού, συνεχίζοντας μια ζωή όπως την ήξερε από παλιά.  Τα πράγματα θα γίνουν ακόμα πιο δύσκολα, όταν το εργαστάσιο της τοπικής χαρτοποιίας κλείσει, αφήνοντας άνεργους εκατοντάδες υπαλλήλους.  Παρά το γεγονός οτι η κατάσταση αυτή δεν επηρεάζει άμεσα τον Μαρσέλ, εντούτοις γίνεται σύντομα φανερό πως η γαλήνη και η ηρεμία της μικρής πόλης, αρχίζουν να διασαλεύονται.  Όταν λίγο αργότερα μια προσωπική τραγωδία χτυπήσει τον πρωταγωνιστή, τότε θα δει τη μοίρα του να δένεται άρρηκτα με αυτή των άνεργων πολιτών…

Κινηματογραφικό ντεμπούτο για τον σκηνοθέτη Σεμπαστιάν Πιλότ, γεγονός που κάθε άλλο, παρά μαρτυρά ο τρόπος με τον οποίο έχει στηθεί αυτή η πρώτη του, κινηματογραφική απόπειρα.  Με τα πλέον απλά, τεχνικά μέσα αποδεικνύει οτι δε χρειάζεται κάποιος να καταφύγει σε υπερβολές, προκειμένου να αποδείξει γνήσιο ταλέντο, και κριτική ματιά για τα πράγματα γύρω του.  Εξάλου όπως είπαμε και παραπάνω, το «Le Vendeur» αποτελεί ένα απο τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα ταινίας, που δίνει το τραγικό στίγμα των καιρών: αυτό της οικονομικής ύφεσης.

Το ολόλευκο καναδικό τοπίο, η λιτότητα της σκηνοθεσίας, η φανταστική φωτογραφία και η ρεαλιστικότητα των ερμηνειών, μου φέρνει στο μυαλό την κοενικής σχεδόν αισθητικής, μαύρη κωμωδία του Στεφάν Λαφλέρ, «En terrains connus» (2011) την οποία είχα παρακολουθήσει στις τελευταίες Νύχτες Πρεμιέρας.  Παρόλα αυτά, το «Le Vendeur» κερδίζει extra πόντους (ιδιαίτερα στη δική μας, ελληνική περίπτωση) χάρη στην οξυδέρκεια που το χαρακτηρίζει.  Στην ουσία γινόμαστε μάρτυρες αφενός, του παροπιδισμού ενός άνδρα ο οποίος αρνείται να δει την πραγματικότητα ως έχει, βολεμένος μέσα στην φούσκα του, η οποία είναι έτοιμη πλέον να σκάσει ανα πάσα στιγμή, και αφετέρου μιας κοινωνικοοικονομικής κατάστασης την οποία βιώνουμε καθημερινά στο πετσί μας.  Ακόμα και η μικρή κοινωνία του κρύου Lac Saint-Jean αδυνατεί να υψώσει ανάστημα απέναντι στις σαρωτικές αλλαγές ενός παγκόσμιου συστήματος που παραπέει, σηκώνοντας τα χέρια ψηλά και αποδεχόμενοι μια αναπόφευκτη μοίρα.  Ανάμεσά τους ο Μαρσέλ αισθάνεται ασφαλής, γιατί απλά έχει ακόμα το προνόμιο της εργασίας (που καταλήξαμε).  Οχι για πολύ όμως.  Κανείς δε γίνεται, δε πρέπει να μείνει ανεπηρέαστος από μια τέτοια κατάσταση…

Η ερμηνεία του Ζιλμπέρτ Σικότ είναι συγκινητική και ανθρώπινη, τονίζοντας ιδιαίτερα την αδυναμία του ανθρώπου μπροστά σε κάτι μεγαλύτερο από εκείνον, όπως είναι για παράδειγμα οι παγκόσμιες εξελίξεις.  Ίσως ορισμένες φορές να αγγίζει τα όρια μιας στημένης συγκίνησης, δεν σταματάει όμως να δίνει μια δυναμική και πάνω απ’ολα ειλικρινή στο σύνολό της, ερμηνεία.

Και κάπως έτσι φτάσαμε στο τέλος ενός ακόμα φεστιβάλ.  Να τονίσουμε πως για ακόμη μια φορά η οργάνωση ήταν εξαιρετική, η ποικιλία των ταινίων εντυπωσιακή, με πολλά μικρά διαμαντάκια να κρύβονται ανάμεσα τους, ενώ και η προσέλευση του κοινού ήταν αρκετά ικανοποιητική, ακόμα και τις καθημερινές.

Μέχρι το επόμενο φεστιβάλ λοιπόν, σας ευχόμαστε καλές προβολές και μή ξεχνάτε: όλα είναι στο βλέμα σας…

 

Βαρβάρα Κοντονή

Ερωτευμένη με τον κινηματογράφο από μικρή, παθιασμένη με τις εικόνες, τους ήχους, τις ιστορίες και την ομορφιά της 7ης Τέχνης, απολαμβάνω να γράφω με ένταση για αυτά που αγαπώ.
Δεν υπάρχουν σχόλια

ΑΠΑΝΤΗΣΕ

*

*

ΣΧΕΤΙΚΑ