Αλέξης Αλεξίου: «Υπάρχει όσο ποτέ ανάγκη για ελληνικές ιστορίες και αφηγήσεις»

Ο σκηνοθέτης της ταινίας «Τετάρτη 04:45» μας μιλάει για την νέα του δουλειά, τον ελληνικό κινηματογράφο και την Αθήνα

Το «Τετάρτη 04:45» αποτελεί την νέα, μεγάλου μήκους ταινία του σκηνοθέτη Αλέξη Αλεξίου, ο οποίος επιστρέφει στα κινηματογραφικά δρώμενα, με ένα καθαρόαιμο, crime δράμα, γεμάτο στυλιζαρισμένη βία, σκοτεινούς χαρακτήρες και μια πόλη βουτηγμένη στους νόμους της νύχτας.

Ο Αλέξης Αλεξίου μίλησε στο Reel.gr για την νέα του ταινία, την ετερόκλητη γοητεία της Αθήνας, καθώς και την ανάγκη ύπαρξης ειδών στον σύγχρονο, ελληνικό κινηματογράφο.

Η ταινία κυκλοφορεί στις ελληνικές αίθουσες, από τις 12 Μαρτίου.

Επτά χρόνια μετά το μεγάλου μήκους σκηνοθετικό σας ντεμπούτο,  «Ιστορία 52», επιστρέφετε φέτος στα κινηματογραφικά δρώμενα με το «Τετάρτη 04:45». Υπήρξε κάτι που δεν σας επέτρεψε να επιστρέψετε νωρίτερα στον χώρο ή ήταν θέμα προσωπικής επιλογής;

Αμέσως μετά την «Ιστορία 52» προσπάθησα να βάλω μπροστά ένα σχέδιο χρόνων. Δυστυχώς τα χρήματα που συγκεντρώθηκαν δεν ήταν αρκετά για να γίνει η ταινία όπως έπρεπε και αναγκάστηκα να την εγκαταλείψω. Παράλληλα είχα αρχίσει να δουλεύω το σενάριο του «Τετάρτη 04:45» το οποίο πήρε μια ολοκληρωμένη μορφή το χειμώνα 2010. Πέρασαν άλλα 5 χρόνια μέχρι να βρεθεί χρηματοδότηση (πρώτα από το εξωτερικό) και να ολοκληρωθεί τελικά ή ταινία. Στην ίδια Ελλάδα ζούμε όλοι…

Το «Τετάρτη 04:45» είναι μια ταινία που ξεφεύγει εμφανώς από το τυποποιημένο, πλέον, weird Greek cinema. Πιστεύετε πως η συγκεκριμένη ταμπελοποίηση έκανε περισσότερο κακό, απ’ ότι καλό στον σύγχρονο κινηματογράφο της χώρας;

Το Ελληνικό σινεμά φλερτάρει, εν μέρει, με την τυποποίηση όπως έχει συμβεί πχ με το Ρουμάνικο, Τούρκικο ή Ιρανικό σινεμά. Δεν είναι μόνο ελληνικό το φαινόμενο και ίσως για αυτό, περισσότερο από τους δημιουργούς, ευθύνονται τα ίδια τα φεστιβάλ. Το διεθνές arthouse σινεμά πάσχει από μια μορφή «φεστιβαλικής ιδρυματοποίησης» εδώ και χρόνια. Παρ’ όλα αυτά είμαι αισιόδοξος. Θέλω να ελπίζω πως είμαστε «έτοιμοι για κάτι πιο ποπ»!

Πως αποφασίσατε να καταπιαστείτε με το είδος της crime ταινίας;

Όπως οι περισσότεροι, κανονικοί, θεατές ανήκω σε μια γενιά που μεγάλωσε βλέποντας σινεμά είδους. Μου φαίνεται ακόμα και σήμερα ενοχλητικό που δεν υπάρχει τέτοιο σινεμά στην Ελλάδα  – πλην ελαχίστων εξαιρέσεων φυσικά. Το γκανγκστερικό φιλμ και το φιλμ νουάρ αργότερα γεννήθηκαν μεταξύ άλλων και από την ανάγκη να γίνει ένα σχόλιο πάνω στο πολιτικό, οικονομικό και κοινωνικό γίγνεσθαι. Τη στιγμή που συμβαίνουν τόσα γύρω μας η ανάγκη να δούμε ένα «πολιτικό» crime film πιστεύω ότι είναι πιο καίρια από ποτέ.

those_who_touch_me_dont_die

Την δεκαετία του ΄70 η Νέα Υόρκη διαδραμάτιζε πάντα τον σημαντικότερο «πρωταγωνιστικό» ρόλο στις ταινίες του Martin Scorsese. Είχατε το ίδιο σκεπτικό όταν γυρίζατε την ταινία σας, με φόντο την, σχεδόν neo-noir, Αθήνα;  Και αν ναι, τι είναι αυτό που σας γοητεύει περισσότερο σε αυτήν;

Τα προηγούμενα χρόνια, κάνοντας κάποια ντοκιμαντέρ για την τηλεόραση ανακάλυψα ότι η Αθήνα, μέσα από την χαοτική, ετερόκλητη αρχιτεκτονική της είναι μια καθαρά κινηματογραφική πόλη. Αισθάνθηκα ότι το, τελευταίο τουλάχιστον διάστημα, έλειπε από το ελληνικό σινεμά μια αυθεντική ταινία πόλης, που θα δώσει στην Αθήνα το ρόλο του πρωταγωνιστή.

Η σκηνοθεσία και η φωτογραφία αποτελούν δυο από τα δυνατά χαρτιά της ταινία σας, καθώς μέσω αυτών η Αθήνα παίρνει μια εντελώς άλλη διάσταση, μοιάζοντας με ένα μεγάλο, οικουμενικό θα έλεγε κανείς, άντρο υποκόσμου. Ήταν δύσκολο να επιτύχετε αυτή την ατμόσφαιρα;

Όλα είναι εφικτά αρκεί να δουλέψει κανείς σκληρά στη διάρκεια της προετοιμασίας και να έχει δίπλα του τους κατάλληλους συνεργάτες. Μόνο η αναζήτηση και η επιλογή των χώρων κράτησε πάνω από 1 χρόνο. Η ταινία σχεδιάστηκε πλάνο προς πλάνο σε storyboard. Συζητήσαμε τα πάντα πολύ πριν το γύρισμα, από τα σκηνικά, το φως, μέχρι τα ρούχα και την κάθε λεπτομέρεια.

Βλέποντας κανείς την ταινία, διαπιστώνει πως το κινηματογραφικό σας σύμπαν μοιάζει, κατά κάποιον τρόπο «βουτηγμένο», σε ένα χρωματιστό φίλτρο. Υπάρχει κάποιος συγκεκριμένος λόγος για τον οποίο επιλέξατε αυτή την σκηνοθετική προσέγγιση;

Όπως και στην «Ιστορία 52» ο ήρωας παγιδεύεται μέσα στο διαμέρισμά του έτσι και στην «Τετάρτη 04:45» ο πρωταγωνιστής παγιδεύεται μέσα σε μια ολόκληρη πόλη. Όπως στην πρώτη ταινία το διαμέρισμα αποτελεί μια αντανάκλαση και προέκταση του ψυχισμού του, το ίδιο συμβαίνει και εδώ με το αστικό τοπίο. Δεν πρόκειται απαραίτητα για μια ρεαλιστική εικονογράφηση της Αθήνας. Κάναμε ατελείωτες συζητήσεις με τον διευθυντή φωτογραφίας Χρήστο Καραμάνη και τον σκηνογράφο Σπύρο Λάσκαρη, για το πως θα μεταμορφώσουμε το «άψυχο» μπετό.

stelios_sophia_2

Τα διαφορετικά μέρη γυρισμάτων συνθέτουν ένα πολυεπίπεδο και άκρως ενδιαφέρον φιλμικό μωσαϊκό.  Πως ήταν η διαδικασία εντοπισμού των κατάλληλων τοποθεσιών και του γενικότερου ρεπεράζ;

Ήθελα η ταινία να είναι είδος road movie στην πόλη, μια ταινία περιπλάνησης, ένα «αστικό» γουέστερν. Ήταν σημαντικό να αποδοθεί η τεράστια ποικιλομορφία χρήσεων, αισθητική και ταξική ταυτόχρονα, που χαρακτηρίζει την πόλη μας. Η αναζήτηση χώρων όπως είπα κράτησε πάνω από χρόνο, μια διαδικασία άκρως σημαντική που επηρεάζει όχι μόνο την αισθητική φόρμα της ταινίας αλλά και την αφήγηση της ίδιας της ιστορίας.

Πως καταλήξατε στην επιλογή του Στέλιου Μάϊνα για τον πρωταγωνιστικό ρόλο;

Όταν τον συνάντησα κατάλαβα ότι δεν θα μπορούσε κανείς άλλος να ερμηνεύσει το συγκεκριμένο ρόλο.

Η μουσική επένδυση περιλαμβάνει μερικά γνώριμα τραγούδια του παλιού, ελληνικού κινηματογράφου, μια μάλλον ιδιαίτερη επιλογή για την συγκεκριμένη ταινία.  Γιατί διαλέξατε τα συγκεκριμένα κομμάτια και πως συνάδουν αυτά με την ατμόσφαιρα της ταινίας;

Ενώ έγραφα το σενάριο είχα την ιδέα ότι η μουσική της ταινίας σε σημεία θα μπορούσε να λειτουργεί αντιστικτικά, σχεδόν ειρωνικά. Τα τραγούδια αυτά πέρα από τη προφανή λειτουργία του στίχου τους που μοιάζει να σχολιάζει χιουμοριστικά την πλοκή του φιλμ, πέρα από τα λιγότερο ή περισσότερο εμφανή «τζαζ» στοιχεία τους, παραπέμπουν νοσταλγικά και σε μια άλλη, πιο αισιόδοξη εποχή που η Ελλάδα πίστευε, με το δικό της πάντα τρόπο, ότι ακολουθεί το δρόμο του δυτικού πολιτισμού.

Όλοι οι ήρωές σας μοιάζουν να υπακούουν σε μια δική τους, εντελώς προσωπική ηθική, η οποία καθορίζει ανάλογα και την δράση του καθενός.  Μήπως τελικά στον κόσμο της νύχτας, όλα δικαιολογούνται;

Ο κόσμος της νύχτας δε δικαιολογεί ούτε συγχωρεί. Το σημαντικότερο, δεν ηθικολογεί. Διέπεται από του δικούς του υπερβατικούς, «μυθικούς», σχεδόν «κινηματογραφικούς» κώδικες τιμής.

Πως βλέπετε το κινηματογραφικό παρόν και μέλλον της Ελλάδας;

Τα πράγματα είναι δύσκολα. Το σινεμά δεν έχει γίνει κομμάτι της κουλτούρας του Έλληνα, τουλάχιστον όχι τόσο όσο σε άλλες χώρες. Από την άλλη υπάρχει όσο ποτέ ανάγκη για ελληνικές ιστορίες και αφηγήσεις. Πρέπει όλοι μας να μην σταματήσουμε να τις αναζητούμε, και άρα να ελπίζουμε και να αισιοδοξούμε.

Βαρβάρα Κοντονή

Ερωτευμένη με τον κινηματογράφο από μικρή, παθιασμένη με τις εικόνες, τους ήχους, τις ιστορίες και την ομορφιά της 7ης Τέχνης, απολαμβάνω να γράφω με ένταση για αυτά που αγαπώ.
Δεν υπάρχουν σχόλια

ΑΠΑΝΤΗΣΕ

*

*

ΣΧΕΤΙΚΑ