Ο διευθυντής φωτογραφίας του Beasts of the Southern Wild μιλά στο Reel.gr

...

Γράφει ο Γιώργος Κόκουβας

Αν είδατε τα «Μυθικά πλάσματα του Νότου» και δεν εντυπωσιαστήκατε από το οπτικό αποτέλεσμα, μπορείτε να μπείτε στο διαστημόπλοιό σας και να γυρίσετε στον πλανήτη σας. Οι υπόλοιποι, φυσιολογικοί άνθρωποι, συνεχίστε να διαβάζετε.

Το εντυπωσιακό οπτικό στιλ της καλύτερης ταινίας που είδαμε μέχρι στιγμής αυτή τη χρονιά οφείλεται όχι μόνο στο σκηνοθετικό όραμα του πρωτοεμφανιζόμενου Benh Zeitlin, αλλά και του στενού του συνεργάτη και διευθυντή φωτογραφίας, Ben Richardson.

O Ben Richardson , βρετανός στην καταγωγή, έζησε και πειραματίστηκε οπτικά στην Τσεχία επί αρκετά χρόνια, όπου κάποια στιγμή μια ευτυχής συγκυρία τον έριξε πάνω σε άλλον έναν «πειραματιστή» – τον Zeitlin. Η συνεργασία τους είχε σαν πρώτο παιδί την πολυβραβευμένη μικρού μήκους «Glory at sea», που γυρίστηκε στην Νέα Ορλεάνη. Ήταν η ίδια ταινία που αποτέλεσε τον σπόρο από τον οποίο βλάστησαν τα «Μυθικά Πλάσματα».

Με ιδιαίτερο ενδιαφέρον – και ειδικά για τους φίλους της filmmaking στήλης του Reel- θελήσαμε να μάθουμε τις δικές του ιδέες, εμπνεύσεις και αισθητικές απόψεις σχετικά με την ταινία και την κινηματογράφηση εν γένει. Και ο Ben Richardson, ανάμεσα σε γυρίσματα νέων ταινιών, βραβεύσεις (από το Sundance μέχρι τα Όσκαρ) και εν αναμονή της προβολής της νέας ταινίας στην οποία ανέλαβε χρέη DoP, τους «Drinking Buddies», μας έκανε το χατίρι, και απάντησε σε όλες μας τις ερωτήσεις.

Ήταν η διεύθυνση φωτογραφίας στα «Μυθικά Πλάσματα του Νότου» πρόκληση; Ποια υπήρξε η πιο δύσκολη πλευρά της κινηματογράφησης της ταινίας;

Τα «Μυθικά πλάσματα του Νότου» ήταν μία τεράστια πρόκληση για όλους όσους ενεπλάκησαν. Σχεδόν τα πάντα ήταν δύσκολα, από τον καύσωνα της Λουιζιάνα μέχρι το νερό ή τον μεγάλο αριθμό τοποθεσιών και σκηνικών. Ίσως το πιο απαιτητικό πρακτικό κομμάτι ήταν το να διαχειριστούμε το πρόγραμμα για να μπορέσουμε να δείξουμε την καθεμία από αυτές τις τοποθεσίες «στα καλύτερά τους». Αυτό σήμαινε πολλή έρευνα πριν τα γυρίσματα και γνωριμία με το φως, ώστε να μπορέσουμε να γυρίσουμε με το καλύτερο δυνατό φυσικό φως. (Φυσικά, αυτό δεν ήταν πάντα εφικτό, κι έτσι σε μερικές περιπτώσεις η πρόκληση ήταν να κάνουμε το φως των πλάνων να μοιάζει εντελώς φυσικό, και ελπίζω ότι κανείς δεν μπορεί να εντοπίσει την διαφορά).

Πώς προσέγγισες το «Bathtub»; Το φαντάστηκες σαν ένα σκοτεινό ή σαν ένα φωτεινό μέρος στο μυαλό σου;

Το «Bathtub» ήταν ένα μέρος γεμάτο ακραίες αντιθέσεις. Την νύχτα, με το ελάχιστο τεχνητό φως που είχαν στην διάθεσή τους οι κάτοικοι, ήταν πολύ σκοτεινό. Την ημέρα, ήταν πολύ ζεστό και φωτεινό. Αλλά αυτά τα άκρα μετριάζονταν από την στάση των κατοίκων προς τη ζωή εκεί: Το καταφύγιο ήταν απλό και φυσικό, δέντρα και υφάσματα. Και τις νύχτες, όταν διασκέδαζαν, ο ουρανός φωτιζόταν με αυτοσχέδιο φωτισμό και πυροτεχνήματα. Πάντα προσπαθούσα να κατανοήσω και να αιτιολογήσω τον τρόπο με τον οποίο δούλευε το φως στην πραγματικότητά τους.

Έχεις πει ότι η κινηματογράφηση των «Beasts» ήταν μία από τις καλύτερες στιγμές της ζωής σου. Μπορείς να μας αποκαλύψεις κάποια μικρή ιστορία «εκ των έσω», που συνέβη στα γυρίσματα;

Ολόκληρη η εμπειρία ήταν υπέροχη, με τον τρόπο που φαντάζομαι ότι είναι υπέροχο το να τρέχεις σε μαραθώνιο: Σκληρός και απαιτητικός, με τα πάνω και τα κάτω του, αλλά τελικά σε κάνει να νιώθεις περισσότερο ζωντανός απ’ ό,τι θα μπορούσες ποτέ να φανταστείς. Μια μικρή στιγμή που μπορώ να θυμηθώ είναι όταν ετοιμαζόμασταν να γυρίσουμε μία σκηνή και η Quvenzhané σκάρωσε ένα τραγουδάκι που το ονόμασε “Why Does Eliza Have To Make Windle Dirty?”, επειδή η αδερφή του Benh (σ.σ. Zeitlin, σκηνοθέτη της ταινίας), η Eliza, κάλυπτε το μικρό της τσιουάουα, τον Windle με φρέσκια λάσπη από τον βάλτο, πριν από κάθε σκηνή στην οποία θα εμφανιζόταν. (Για να μην παρεξηγηθώ, ο Windle το λάτρευε, και δεν παραπονέθηκε ούτε στιγμή.)

Δεν έχεις εργαστεί μόνο ως διευθυντής φωτογραφίας, αλλά έχεις σκηνοθετήσει κιόλας στο παρελθόν. Είναι ευκολότερο να ελέγχεις το τελικό αποτέλεσμα, το «όραμά» σου όπως το φανταζόσουν, αναλαμβάνοντας και τους δύο ρόλους;

Το «όραμα» στον κόσμο του filmmaking είναι πολλά περισσότερα από κυριολεκτικές εικόνες – για εμένα, σχετίζεται περισσότερο με την δημιουργία μιας πραγματικότητας από τους ηθοποιούς, από το production design και τις τοποθεσίες των γυρισμάτων. Τελικά, όσα βλέπει η κάμερα είναι όλα αυτά τα οποία θα γνωρίσουν οι θεατές γι’ αυτό τον χώρο, αλλά ο σκηνοθέτης θα πρέπει να έχει επίγνωση για όλο το πακέτο, ώστε η μικρή «φέτα» που αιχμαλωτίζει η κάμερα να είναι ειλικρινής και αληθινή, εκτός του να είναι επιτυχημένη αισθητικά.

Γιατί επέλεξες να ασχοληθείς με το σινεμά, και τι θα συμβούλευες τους νέους ανθρώπους που σκέφτονται να επιδιώξουν ανάλογη καριέρα;

Ζήσε όσο πιο φθηνά μπορείς για όσο περισσότερο μπορείς. Επειδή θα πάρει περισσότερο από όσο φαντάζεσαι για να φτάσεις εκεί που ελπίζεις να φτάσεις, και θα βγάλεις λιγότερα χρήματα από όσα χρειάζεσαι, η καλύτερη άμυνα είναι να μην χρειάζεσαι πολλά χρήματα.

Θεωρείς ότι ο κινηματογράφος περνάει στην ψηφιακή εποχή; Τι σου προσφέρει το να δουλεύεις με φιλμ και γιατί επέλεξες το φιλμ 16mm στο “Beasts of the Southern Wild”;

Λατρεύω τον τρόπο που το φιλμ αιχμαλωτίζει το φως. Πιστεύω ότι είναι ακόμη (αν και με μικρή διαφορά) η καλύτερη προσέγγιση της εμπειρίας μας και του πώς βλέπουμε τον κόσμο με τα μάτια μας. Με αυτό εννοώ ότι βιώνουμε την «υπερέκθεση», την λάμψη ή το σκοτάδι με συγκεκριμένο τρόπο με τα μάτια μας, και το φιλμ μοιάζει να πλησιάζει περισσότερο οπτικά σε αυτή την εμπειρία. Επίσης μου αρέσει το ότι το φιλμ έχει συνεπή, γνωστή αντίδραση, που μου επιτρέπει να διοχετεύω την ενέργειά μου στο σκηνικό, παρά πίσω από ένα μόνιτορ. Φυσικά, δεν πιστεύω ότι η ψηφιακή εγγραφή είναι εγγενώς κακή, και είναι φανερό ότι προς αυτή την κατεύθυνση πηγαίνει η βιομηχανία, επομένως ελπίζω ότι η τεχνολογία θα καταφέρει να μας παρέχει ένα αντίστοιχης απόλαυσης και συνέπειας μέσο σύντομα. Πιστεύω ότι η Alexa (σ.σ.: μοντέλο της Arri) πλησιάζει προς αυτή την κατεύθυνση.

Ασπρόμαυρο στο «Drip Machine», animation, stop motion, μουσικά βίντεο κλιπ, «νευρική κάμερα»… Έχεις δοκιμάσει πολλές διαφορετικές τεχνικές. Είναι το σινεμά ένα πεδίο συνεχούς πειραματισμού για σένα; Τι άλλο θα ήθελες να δοκιμάσεις;

Προσπαθώ να προσεγγίσω κάθε σενάριο με ανοιχτό μυαλό, και αφήνω την στάση μου απέναντι στην κινηματογράφηση να εξελιχθεί με βάση την ιστορία.

Τι να περιμένουμε στη συνέχεια; Μετά από το Cinematography Prize στο Sundance, την παρουσία στα Όσκαρ και όλη την επιτυχία, ποιο είναι το επόμενο βήμα σου; Να αναμένουμε κι άλλη συνεργασία με τον Benh Zeitlin σύντομα;

Ανυπομονώ ιδιαίτερα να διαβάσω τα επόμενα σενάρια του Benh. Αυτό για το οποίο ψάχνω είναι ιστορίες που με συγκινούν, και με ενθουσιάζει το να συμμετέχω σε κάθε φιλμ που έχει κάτι να πει για το τι σημαίνει να είσαι ζωντανός.

Bio:

Ο Ben Richardson έγινε γνωστός για την δουλειά του στο υποψήφιο για Όσκαρ Beasts of the Southern Wild, που έλαβε το βραβείο Καλύτερης Φωτογραφίας στο Sundance του 2012 και στα Independent Spirit Awards 2013. Το πιο πρόσφατο μεγάλου μήκους project του, Drinking Buddies, σε σκηνοθεσία Joe Swanberg και με πρωταγωνιστές τους Olivia Wilde, Anna Kendrick, Jake Johnson και Ron Livingston, έκανε πρεμιέρα στα SXSW 2013 και θα διανεμηθεί από την Magnolia Pictures. Ο Ben συνσκηνοθέτησε και φωτογράφισε την ταινία SEED, που βραβεύθηκε ως η καλύτερη animation ταινία στο Slamdance 2010, ενώ προηγουμένως είχε συμμετάσχει στο πολυβραβευμένο Glory At Sea και στο The Hunter and the Swan Discuss their Meeting (Sundance 2011). Ο Ben πλέον ζει στο Brooklyn.


Δείτε όλα τα άρθρα του Filmmaking

Δημήτρης Ασπρολούπος

Αγαπώ τον Χίτσκοκ, τον Φιντσερ, τον Χάνεκε, τον αγγλικό ρεαλισμό και το σκανδιναβικό σινεμά αλλά παράλληλα έχω και ένα soft spot για τον Γουές Αντερσον.
Δεν υπάρχουν σχόλια

ΑΠΑΝΤΗΣΕ

*

*

ΣΧΕΤΙΚΑ