Ο Καίσαρας πρέπει να πεθάνει – Cesare deve morire / Caesar Must Die (2012)

...






 

Γράφει ο Γιώργος Αγγελόπουλος


Σκηνοθεσία: Paolo Taviani, Vittorio Taviani
Σενάριο: Paolo Taviani, Vittorio Taviani (βασισμένο σε απόσπασμα έργου του) William Shakespeare
Πρωταγωνιστούν: Cosimo Rega, Salvatore Striano, Giovanni Arcuri
Διάρκεια: 76’
Χώρα: Ιταλία

 

Οι πλέον υπερήλικοι αδερφοί Ταβιάνι έκαναν την έκπληξη στο τελευταίο Φεστιβάλ του Βερολίνου κερδίζοντας δίκαια τη Χρυσή Άρκτο, ενάντια σε προβλέψεις πολλών που τους είχαν για χρόνια καλλιτεχνικά ξεγραμμένους. Το δίδυμο του “Padre Padrone” και του “Η Νύχτα του Σαν Λορέντζο” όμως επέστρεψε δυναμικά, δίνοντας παρά το προχωρημένο της ηλικίας του μια ξεχωριστή καινούρια ματιά στο πάντρεμα διαφορετικών κινηματογραφικών ειδών.

Η ταινία είναι γυρισμένη εξ’ ολοκλήρου στη φυλακή υψίστης ασφαλείας Ρεμπίμπια, όπου οι κρατούμενοι προετοιμάζονται για το ανέβασμα του σεξπηρικού θεατρικού “Ιούλιος Καίσαρας”. Ξεκινώντας με τις οντισιόν κρατουμένων για το μοίρασμα των ρόλων, οι ήρωες επιδεικνύουν τις ερμηνευτικές τους ικανότητες, ενώ ταυτόχρονα μαθαίνουμε για τα εγκλήματα που έχουν διαπράξει και για τα οποία εκτίουν τη ποινή τους. Στη συνέχεια με μια σειρά προβών σε διαφορετικούς κάθε φορά χώρους της φυλακής βλέπουμε τη προσπάθεια και τις τριβές αυτής, καταλήγοντας στο ανέβασμα της παράστασης με το κατενθουσιασμένο κοινό να χειροκροτεί.

Τα όρια μεταξύ ντοκιμαντέρ και δράματος είναι δυσδιάκριτα σε μια προσπάθεια κινηματογράφησης μιας εγκιβωτισμένης αφήγησης δράματος μέσα σε δράμα. Παρακολουθούμε τους κρατούμενους να αντλούν έμπνευση από προσωπικά τους βιώματα και να τα χρησιμοποιούν για να εμπλουτίσουν την ερμηνεία τους στους ρόλους που υποδύονται, ενώ ταυτόχρονα γίνονται παραλληλισμοί μεταξύ των σχέσεων των κρατουμένων και αυτών του θεατρικού. Όλο αυτό δημιουργεί ένα πολύπλοκο μείγμα από διάφορες δυναμικές που εξελίσσονται ταυτόχρονα, μέσα σε σκιερά κελιά και αυλές με συρματόπλεγμα.

Το κύριο ατόπημα της ταινίας είναι ότι κάποιες φορές δε ξέρει που πρέπει να τραβήξει γραμμή και τί κατεύθυνση να δώσει σε ηθοποιούς και κατ’ επέκταση στους θεατές που παρακολουθούν. Από αυτοσχεδιασμούς που ξεχειλίζουν φυσικότητα και ρεαλισμό περνάμε σε σκηνοθετημένες σκηνές με στημένη πρόζα που αποδυναμώνουν την γοητεία του “αληθινού”. Με άλλα λόγια αυτό που είναι και το πιο ενδιαφέρον στοιχείο της ταινίας, κάποιες φορές γυρίζει μπούμερανγκ καταλήγοντας να γίνεται και το μεγαλύτερο ψεγάδι. Γιατί απ’ τη μια αποζητούμε το δράμα, αλλά απ’ την άλλη επειδή ακριβώς το όλο περιτύλιγμα είναι τόσο ρεαλιστικό, δε θέλουμε να νιώθουμε ότι στερούμαστε την αλήθεια.

Ακόμα κι έτσι, “Ο Καίσαρας πρέπει να πεθάνει” έχει μια αυθεντικότητα που δε συναντάς πλέον συχνά σε ταινία. Με διάρκεια μικρότερη των 80 λεπτών, κι όμως νιώθεις μια περίεργη αφθονία όταν έχει τελειώσει. Επιπλέον, οι ερμηνείες των απαίδευτων υποκριτικά φυλακισμένων σε κρατούν καθηλωμένο μέχρι τέλους, όπως και η πανέμορφη ασπρόμαυρη φωτογραφία.

Κι όταν το χειροκρότημα τελειώσει και οι ήρωες επιστρέψουν στα κελιά τους, ο ήχος της πόρτας που κλειδώνει θα φέρει μεγαλύτερη απόγνωση. Γιατί πριν λίγο ακόμα, πάνω στο σανίδι ήταν για λίγο ελεύθεροι. “Από τότε που ασχολήθηκα με τη τέχνη το κελί αυτό έγινε φυλακή” λέει με βουρκωμένα μάτια ένας απ’ τους ήρωες κοιτώντας στη κάμερα. Και είναι μια απ’ αυτές τις σπάνιες πανέμορφες στιγμές στον κινηματογράφο, που η αλήθεια χαστουκίζει.

 

 

 

Δημήτρης Ασπρολούπος

Αγαπώ τον Χίτσκοκ, τον Φιντσερ, τον Χάνεκε, τον αγγλικό ρεαλισμό και το σκανδιναβικό σινεμά αλλά παράλληλα έχω και ένα soft spot για τον Γουές Αντερσον.
Δεν υπάρχουν σχόλια

ΑΠΑΝΤΗΣΕ

*

*

ΣΧΕΤΙΚΑ