Captain Phillips (2013)

...






 

Γράφει ο Παύλος Σηφάκης


Σκηνοθεσία: Paul Greengrass
Σενάριο: Billy Ray, Richard Phillips(βασισμένο στο βιβλίο του), Stephan Talty(βασισμένο στο βιβλίο του)
Πρωταγωνιστούν: Tom Hanks, Barkhad Abdi, Katherine Keener
Διάρκεια: 134’
Χώρα: ΗΠΑ
Διανομή: Feelgood Entertainment

 

captain-phillips-international-poster

Το 2009, ο Καπετάνιος Ρίτσαρντ Φίλιπς και το πλήρωμα του εμπορικού του πλοίου «Αλαμπάμα» πέσανε θύμα πειρατών ανοιχτά της Σομαλίας. Το 2013, ο Βρετανός σκηνοθέτης Πόλ Γκρίνγκρας, ο οποίος έχει χτίσει το όνομά του σκηνοθετώντας ανάλογες αληθινές ιστορίες («Ματωμένη Κυριακή», «Πτήση 93») κλήθηκε να μεταφέρει τις περιπέτειες του γενναίου καπετάνιου στη μεγάλη οθόνη και με πρωταγωνιστή τον Τομ Χανκς.

Το νευραλγικό στυλ του Γκρίνγκρας, με τον τηλεφακό και τη συνεχώς κινούμενη κάμερα στο χέρι είναι ιδανικό για τη συγκεκριμένη ιστορία και προσδίδει ένα ρεαλισμό αλλά και μία επιτακτικότητα. Χωρίς φρου-φρου κι αρώματα, ο Βρετανός σκηνοθέτης δίνει στις ταινίες του ένα ύφος σοβαρό κι απογυμνωμένο απ’ οτιδήποτε περιττό. Υπό αυτό το πρίσμα, η πρώτη πράξη της ταινίας λειτουργεί άψογα. Μετά από μία πολύ σύντομη εισαγωγή όπου γνωρίζουμε τη σύζυγο του Φίλιπς (Κάθριν Κίνερ), μπαίνουμε κατευθείαν στο ψητό και ο Γρκίνγκρας χειρίζεται το υλικό του σαν κλασικό θρίλερ, στο ίδιο πνεύμα με τις ταινίες του Τζέισον Μπορν που σκηνοθέτησε. Είμαστε στην άκρη του καθίσματος μας καθώς ο Φίλιπς προσπαθεί να ξεφύγει από τους πειρατές που με δύο βάρκες καταδιώκουν το μάλλον αργοκίνητο καράβι του και μασάμε τα νύχια μας με αγωνία όταν οι πειρατές επιβιβάζονται στο πλοίο και απειλούν να σκοτώσουν όλο το πλήρωμα.

Η αληθινή ιστορία όμως έρχεται με τους περιορισμούς της και επειδή ορισμένες φορές η πραγματικότητα είναι λιγότερο εντυπωσιακή από τις ταινίες, το δεύτερο μέρος του έργου χωλαίνει. Χωρίς να κάνω σπόιλερς, το γεγονός ότι στη δεύτερη πράξη η ιστορία εστιάζει αποκλειστικά στους πειρατές και στον Φιλιπς (στο πρώτο μέρος έχουμε και το πλήρωμα) είναι ένα σωστό βήμα προς την κλιμάκωση της έντασης. Η δυναμική όμως μεταξύ του Φίλιπς και των πειρατών δεν είναι αρκετή για να κρατήσει την ένταση ζωντανή. Από ένα σημείο και μετά, οι πειρατές παύουν να είναι ιδιαίτερα απειλητικοί και γίνονται περισσότερο αξιολύπητοι. Το γεγονός ότι η ιστορία είναι γνωστή και άπαντες γνωρίζουν την έκβαση κάνει τα πράγματα χειρότερα. Εφ’ όσον γνωρίζουμε πάνω κάτω ποιος ζει και ποιος πεθαίνει, ο Γκρίνγκρας θα έπρεπε να αναπτύξει κάποια άλλη πτυχή της ιστορίας του για να κρατήσει το ενδιαφέρον του κοινού ζωντανό. Το έργο του όμως είναι μάλλον ρηχό. Οι «καλοί» είναι καλοί και οι «κακοί» είναι κακοί. Ο Φίλιπς, πέρα από τις αρετές που κουβαλάει ως ο καθημερινός άνθρωπος που βρίσκει τον εαυτό του μπλεγμένο σε μία τραγική κατάσταση, είναι μάλλον μη αξιομνημόνευτος και αδιάφορος. Οι πειρατές από την άλλη και ο αρχηγός τους Μούζε (Μπαρκαντ Αμπντιρανχαμ), δεν αναπτύσσονται επαρκώς. Πέρα από δύο-τρεις ατάκες για το πόσο δύσκολη είναι η ζωή τους στη Σομαλία δεν υπάρχει κάποια πρόθεση από τους δημιουργούς να κάνουν τους χαρακτήρες αυτούς πραγματικά τρισδιάστατους κι αληθινούς. Καθώς παρακολουθούσα την ταινία δεν μπορούσα παρά αν σκέφτομαι πόσο πιο ενδιαφέρουσα θα ήταν η αν ο Γκρίνγκρας είχε διαλέξει να πει την ιστορία από τη μεριά των πειρατών.

Ο Γκρίνγκρας όμως διάλεξε να πει την ιστορία του Φίλιπς (το σενάριο του Μπίλι Ρέι βασίζεται άλλωστε στο αυτοβιογραφικό βιβλίο του Φίλιπς!), ενός απλού, πλην γενναίου Καπετάνιου, αλλά ακόμα κι εκεί δεν τα κατάφερε πολύ καλά. Ο Φίλιπς δεν έχει κάποιο κίνητρο πέρα από την ίδια του την επιβίωση. Η εισαγωγική σκηνή με τη γυναίκα του, μοιάζει σα χαμένη ευκαιρία. Πηγαίνουν μαζί στο αεροδρόμιο, φιλιούνται, λένε «Σ’ αγαπώ» ο ένας στον άλλον και αποχαιρετιούτναι. Λίγο αργότερα, αντιμέτωπος με την κάνη ενός όπλου, ο Φίλιπς φωνάζει σε ένα μέλος του Αμερικανικού ναυτικού «Αν πεθάνω, πείτε στη γυναίκα μου ότι την αγαπώ!». Πού είναι το δράμα εδώ, εφ’ όσον της το ‘χει πει ο ίδιος; Αν η εισαγωγική σκηνή ήταν η σκηνή ενός καβγά κι αν ο Φίλιπς και η γυναίκα του είχαν χωρίσει μαλωμένοι, αυτή η μετέπειτα σκηνή θα είχε πολύ μεγαλύτερη βαρύτητα και θα έδινε στον Φίλιπς ένας παραπάνω λόγο να ζήσει. Τέλος, το “Captain Philips” αντιμετωπίζει το ίδιο πρόβλημα που αντιμετώπισε και το “Zero Dark Thirty”. Αναγκαστικά (αληθινή ιστορία γαρ), στην τρίτη πράξη, ο πρωταγωνιστής παίρνει τη θέση κομπάρσου και δε του μένουν και πολλά να κάνει, καθώς αναλαμβάνει δράση το Αμερικανικό ναυτικό.

Ο Γκρίνγκρας έφτιαξε την ταινία του σα θρίλερ και αυτό λειτούργησε καλά μέχρι τα μισά του έργου. Στα θρίλερ όμως, έχεις αγωνία για την τύχη του ήρωα σου στο τέλος, κι εδώ ξέρεις την έκβαση από την αρχή. Στα θρίλερ έχεις έναν “larger than life” ανταγωνιστή, αλλά εδώ έχεις τέσσερις ταλαίπωρους Σομαλούς, οι οποίοι χάνουν σε δυναμική όταν μπαίνει στο παιχνίδι ο στρατός και το ναυτικό. Στα θρίλερ, τέλος, περιμένεις τον ήρωα σου να αναλάβει δράση στην τρίτη πράξη, εδώ όμως, στέκεται αναγκαστικά στο παρασκήνιο, καθώς μεγαλύτερες δυνάμεις απ’ αυτόν αναλαμβάνουν το έργο της διάσωσής του. Ο Γκρίνγκρας έπρεπε, κατά τη γνώμη μου, να φερθεί πιο έξυπνα και να φτιάξει ένα έργο βαθύτερο που θα εστίαζε στα πρόσωπα και όχι στις καταστάσεις. Δίνοντας βαρύτητα και ισότιμο χρόνο στους Σομαλούς πειρατές και αναπτύσσοντας περισσότερο τους χαρακτήρες τους, θα είχε κάνει μία ταινία πιο δραματική, λιγότερο «ηθικοπλαστική», περισσότερο προκλητική και, εδώ που τα λέμε, αρκετά πιο σημαντική.

Δείτε όλες τις ταινίες της εβδομάδας

 

 

 

Παναγιώτης Μήτσικας

Ο Παναγιώτης Μήτσικας είναι το νόθο παιδί του Woody Allen και του Fox Mulder. Τα τελευταία 5 χρόνια έχει ξεκινήσει ένα indie coming-of-age road trip, ώστε να ανακαλύψει τον εαυτό του.
Δεν υπάρχουν σχόλια

ΑΠΑΝΤΗΣΕ

*

*

ΣΧΕΤΙΚΑ