Έτσι ξεκίνησαν όλα…

...

Γράφει ο Γιώργος Κόκουβας

Για τη λίστα όλων των Filmmaking άρθρων κάντε κλικ εδώ

Βρισκόμαστε στο Παρίσι, τρεις ημέρες πριν την Πρωτοχρονιά του 1896. Στο Grand Café, γίνεται κάτι που συμβαίνει για πρώτη φορά στον πλανήτη. Τα αδέλφια Lumière, αφού έχουν εφεύρει την πρώτη μορφή κινηματογραφικής μηχανής, έχουν ετοιμάσει δέκα «ταινίες» και χρεώνουν εισιτήριο στο κοινό που περιμένει να τις παρακολουθήσει. Έχει επισήμως γεννηθεί ο κινηματογράφος.

Χωρίς να το συνειδητοποιούν ιδιαίτερα – είναι γνωστή η φράση που τους αποδίδεται, πως «ο κινηματογράφος είναι μια εφεύρεση χωρίς μέλλον»-, τα αδέλφια από την Γαλλία γράφουν Ιστορία. Όχι μόνο γιατί είναι οι πρώτοι που αντιλαμβάνονται την εμπορική αξία του κινηματογράφου, αλλά επειδή, από αυτήν ακόμη την πρώτη τους προβολή, συστήνουν τον έναν από τους δύο βασικούς πυλώνες της έβδομης τέχνης.

Στο παραπάνω video βρίσκονται όλες αυτές οι θρυλικές ταινίες, που δεν πρόκειται παρά δέκα κομμάτια φιλμ των 17 μέτρων το καθένα – ήτοι 50 περίπου δευτερόλεπτα το κάθε ταινιάκι. Δεν υπάρχει ακόμη η πλοκή του νουάρ, το ντεκουπάζ του Χίτσκοκ ή το μοντάζ του Αιζενστάιν: Είναι απλές καταγραφές συνηθισμένων δραστηριοτήτων και εικόνων της καθημερινότητας στην Γαλλία. Οι εργάτες έχουν τελειώσει την βάρδια τους και φεύγουν από το εργοστάσιο. Ένα μωρό ταΐζεται. Ένα τρένο φτάνει στο σταθμό της Λυών και ένας κηπουρός ποτίζει. Τόσο απλά.

Ή όχι και τόσο. Γιατί στην ουσία, ο πρώτος πυλώνας για τον οποίο λέγαμε είναι η προσέγγιση της καταγραφής της πραγματικότητας – το ντοκιμαντερίστικο στοιχείο που βρίσκεται στο ένα άκρο της κινηματογραφικής τέχνης, και διέπεται από την προσήλωση στην μεταφορά της πραγματικότητας μέσα από την κάμερα. Οι Λυμιέρ έστησαν την κάμερα σε ένα σημείο, και απαθανάτισαν φέτες πραγματικότητας.

Αλλά δεν είναι μόνο αυτό: Στην υπόθεση εμπλέκεται το ζήτημα της κατασκευής της πραγματικότητας – στην πρώτη ταινία για παράδειγμα, οι «εργάτες» που βγαίνουν από το εργοστάσιο δεν είναι στην πραγματικότητα εργάτες που έχουν τελειώσει την δουλειά τους, αλλά το όλο σκηνικό είναι σκηνοθετημένο. Μπαίνουν επίσης στο παιχνίδι και οι πρώτοι πειραματισμοί με τα gags, με το κωμικό στοιχείο – στην ταινία «Ο ποτιστής που ποτίζεται», συναντάμε το πρώτο κωμικό γκαγκ στην Ιστορία του σινεμά – μια φάρσα ενάντια στον κηπουρό, με αποτέλεσμα το μπουγέλωμά του, κάτι που ο θεατής γνωρίζει πως θα συμβεί, κι έτσι δημιουργείται το ανάλογο σασπένς.

Έκανε, τέλος, φανερή, η προβολή του φιλμ των Λυμιέρ, «Άφιξη του τρένου στον σταθμό», την δύναμη που κρύβει η τέχνη της κινούμενης εικόνας και μπορεί να αιχμαλωτίσει τον θεατή: Οι πρώτοι αυτοί θεατές, καθώς έβλεπαν το τρένο της ταινίας να πλησιάζει την κάμερα, φοβήθηκαν ενστικτωδώς πως θα πέσει πάνω τους και σηκώθηκαν να φύγουν από την αίθουσα – πριν βιαστείτε να τους κρίνετε, θυμηθείτε πόσες φορές τιναχτήκατε από τη θέση και στραβοκατάπιατε ένα ποπ κορν στο αγαπημένο σας θρίλερ.

Όλοι μπορούσαν να καταλάβουν την δύναμη και τις προοπτικές αυτής της νέας τέχνης. Όλοι, εκτός από τους ίδιους τους Λυμιέρ, που θεωρούσαν την μηχανή προβολής τους ένα εμπορικό «πυροτέχνημα», ικανό απλώς να γίνει μια καλή νέα ατραξιόν στο τσίρκο, γι’ αυτό και πούλησαν τα δικαιώματα της εφεύρεσής τους.

Ευτυχώς, όμως, για όλους μας, βρέθηκαν πολλοί κινηματογραφιστές μέσα στα επόμενα 100+ χρόνια για να τους βγάλουν ψεύτες με τα αριστουργήματά τους. Κι ακόμη κι αν οι ίδιοι δεν έβλεπαν μέλλον στον κινηματογράφο, τουλάχιστον φρόντισαν να έχει παρελθόν, και να βάλουν, χωρίς να το καταλάβουν την πρώτη βάση του. Την δεύτερη, θα την δούμε την επόμενη εβδομάδα…

Δημήτρης Ασπρολούπος

Αγαπώ τον Χίτσκοκ, τον Φιντσερ, τον Χάνεκε, τον αγγλικό ρεαλισμό και το σκανδιναβικό σινεμά αλλά παράλληλα έχω και ένα soft spot για τον Γουές Αντερσον.
Δεν υπάρχουν σχόλια

ΑΠΑΝΤΗΣΕ

*

*

ΣΧΕΤΙΚΑ