Cosmopolis (2012)

...






 

Γράφει o Δημήτρης Ασπρολούπος


Σκηνοθεσία: David Cronenberg
Σενάριο: David Cronenberg, (βασισμένο στο βιβλίο του) Don DeLillo
Πρωταγωνιστούν: Robert Pattinson, Juliette Binoche, Sarah Gadon, Paul Giamatti
Διάρκεια: 109’
Χώρα: Γαλλία, Καναδάς, Πορτογαλία, Ιταλία

 

Όταν κάνει ταινία ο Cronenberg πάντα τραβάει τα φώτα της δημοσιότητας και του διεθνούς τύπου. Πόσο μάλλον που τώρα που διασκευάζει ένα βιβλίο που σχολιάζει τον καπιταλισμό. Ακόμα περισσότερο στην παρούσα ΔΝΤ-πραγματικότητα που οι συμβολισμοί του βιβλίου δείχνουν τραγικά επίκαιροι.

Βρισκόμαστε στη Νέα Υόρκη, στο άμεσο μέλλον: ο Έρικ Πάρκερ, ένας 28χρονος οικονομολόγος που ονειρεύεται να ζήσει σε έναν διαφορετικό πολιτισμό του μέλλοντος, βλέπει μια σκιά να ρίχνει το πέπλο της πάνω από τον γαλαξία της Γουόλ Στριτ, του οποίου είναι ο αδιαμφισβήτητος κυρίαρχος. Καθώς διασχίζει με το αμάξι του το Μανχάταν για να πάει να κουρευτεί στο παλιό κουρείο του πατέρα του, τα μάτια του παραμένουν κολλημένα στην ισοτιμία του Γεν: ανεβαίνει επικίνδυνα, παρά τις προσδοκίες όλων, καταστρέφοντας τις επενδύσεις του Έρικ. Κάθε λεπτό που περνά, ο Έρικ βλέπει την αυτοκρατορία του να ξεγλιστρά από τα χέρια του. Στο μεταξύ, άγριες διαμάχες ξεσπούν στους δρόμους της πόλης. Έντρομος καθώς βλέπει την απειλή του πραγματικού κόσμου να διαλύει το πλασματικό σύννεφο στο οποίο ζούσε, κατά τη διάρκεια της 24ωρης οδύσσειάς του, θα νιώσει την παράνοια να κλιμακώνεται. Ο Πάρκερ αρχίζει να ενώνει μεταξύ τους τα κομμάτια του παζλ που τον οδηγούν στην αποκάλυψη ενός τρομακτικού μυστικού: της επικείμενης δολοφονίας του.

Το μεγαλύτερο μέρος της ταινίας διαδραματίζεται μέσα στη λιμουζίνα του Ερικ αλλά αυτό δεν κάνει την ταινία καθόλου μονότονη. Οι προσεγμένοι, λεπτομερείς και αναλυτικοί διάλογοι σε συνδυασμό με τις απολύτως αρμοστές για τις περιστάσεις ερμηνείες βοηθούν στην ανάδειξη του λόγου και των συμβολισμών ή των προβληματισμών τους οποίους θέτει το σενάριο. Πρέπει να πάει κανείς προετοιμασμένος γιατί δεν θα δει ένα θρίλερ επιστημονικής φαντασίας, αλλά μια ταινία πρόκληση και φυσικά να έχει το μυαλό του ανοιχτό. Κι αυτό γιατί η κριτική που κάνει η ταινία αφορά την ζωή όλου του σύγχρονου δυτικού κόσμου και το οικονομικό σύστημα μέσω του οποίου τρεφόμαστε.

Φυσικά η ταινία δεν είναι μόνο το σενάριο της καθώς η Cronenberg την έχει σκηνοθετήσει μ’ αυτή την υποτονικότητα που αναμένει ένα ξέσπασμα από λεπτό σε λεπτό. Κάθε του σκηνή, μέσα στη ψυχραιμία της κρύβει ένα ζωώδες ένστικτο που ενίοτε εκφράζεται με λόγο ή με πράξεις. Στα εξωτερικά του πλάνα φροντίζει να παρουσιάσει το μέλλον παρόμοιο με το παρόν για να μας δείξει πόσο κοντά είμαστε στη ζοφερή πραγματικότητα που περιγράφει. Ακόμα όμως και στην θεατρική αντιπαράθεση των Giamatti – Pattinson η παρουσία του είναι εμφανής μέσα από τις ερμηνείες των πρωταγωνιστών του και της αλλόκοτης και λίγο άβολης παράνοιας του διαλόγου τους.

Ίσως ο πρωταγωνιστής να σας ξενίζει γιατί τον θυμάστε μόνο ως γλυκανάλατο βρικόλακα, η επιλογή του όμως εδώ, παρότι επιλαχών (αρχικά ήταν να παίξει το ρόλο ο Colin Farrell) είναι σαρκαστικά ταιριαστή. Και ανταποκρίνεται ακριβώς όπως τον καθοδηγεί ο Cronenberg. Με την ψύχρα και την υπεροψία του ανελέητου γιάπη που νομίζει ότι όλα του ανήκουν! Οι υπόλοιποι πρωταγωνιστές έχουν όλοι το ρόλο τους στην αποδόμηση των παραμέτρων του μελλοντολογικού σύμπαντος που περιγράφει το φιλμ. Η πόρνη, η ποιήτρια, ο τεχνικός, ο φύλακας του, όλοι με ρόλους καρικατουρες που εξυπηρετούν όμως την πορεία και τα δομικά υλικά του υλιστικού και μηδενιστικού κόσμου της ταινίας. Και φυσικά ο Paul Giamatti που με την βαθιά φωνή του, ακροβατώντας ανάμεσα στο φόβο, το θράσος και την παράνοια συνδέει τα κομμάτια που φαίνονται παράταιρα, εξανεμίζει τις αμφιβολίες και συνοψίζει τη ελπίδα του κάθε ανθρώπου…

Θα μπορούσα να πω πολλά παραπάνω αναλύοντας τους συμβολισμούς που προκύπτουν από την ταινία αλλά δεν μπορώ να το κάνω χωρίς να αποκαλύψω την ιστορία. Παρόλα αυτά πρόκειται για μια ταινία που δίχασε κοινό και κριτικούς. Ίσως επειδή μεγάλο μέρος του κοινού, δεν είναι ακόμα έτοιμο να αμφισβητήσει το στόμα που το ταΐζει.

 

 

 

Δημήτρης Ασπρολούπος

Αγαπώ τον Χίτσκοκ, τον Φιντσερ, τον Χάνεκε, τον αγγλικό ρεαλισμό και το σκανδιναβικό σινεμά αλλά παράλληλα έχω και ένα soft spot για τον Γουές Αντερσον.
Δεν υπάρχουν σχόλια

ΑΠΑΝΤΗΣΕ

*

*

ΣΧΕΤΙΚΑ