Κρυφακούγοντας ένα masterclass με τον Darren Aronofsky

...

Γράφει ο Γιώργος Κόκουβας

Ότι στον Darren Aronofsky η στήλη αυτή έχει αδυναμία δεν θα σας το κρύψουμε. Παρά τον διχασμό που προκάλεσαν κάποιες από τις ταινίες του, κανείς δεν μπορεί να αρνηθεί πως μιλάμε για έναν από τους σκηνοθέτες που πήραν από το χέρι την νέα γενιά του σινεμά και πρωτοπορούν με δυνατές σκηνοθετικές επιλογές που καθορίζουν τον κινηματογράφο του 21ου αιώνα.

Πρόκειται επίσης για ένα από τα φωτεινά παραδείγματα των κινηματογραφιστών που ξεκίνησαν με μηδενικό budget και indie καταβολές (όποιος δεν έχει δει το low budget διαμάντι “Pi” να σπεύσει) και κατάφερε να χτίσει μια αξιοθαύμαστη πορεία. Εν ολίγοις, οι νέοι κινηματογραφιστές έχουν πολλά να μάθουν από αυτόν.

Γι’ αυτό και ζηλεύουμε ελαφρώς όσους ήταν παρόντες στο πιο περιζήτητο masterclass του Διεθνούς Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Μαρακές, όπου προ ολίγων ημερών ο Darren Aronofsky μίλησε για τις ταινίες του και στην συνέχεια ανακρίθηκε από τις ορδές σπουδαστών κινηματογράφου που έσπευσαν να εξασφαλίσουν μια θέση στην αίθουσα. Ευτυχώς για όλους μας, το blog «The Playlist» του IndieWire μετέδωσε τα best of αυτού του masterclass, και εμείς σας τα μεταφέρουμε.

Οι συμβουλές του Aronofsky στους νέους κινηματογραφιστές

«Σκοτώστε» τις αγαπημένες σας σκηνές, είπε εν ολίγοις ο σκηνοθέτης σε όσους του ζήτησαν συμβουλές για τους «πρωτάρηδες» του filmmaking. «Κάθε rewrite του σεναρίου πρέπει να είναι εκ βάθρων rewrite. Μπορεί να κοιτάζω ένα πλάνο και να λέω “αυτό μου πήρε 12 ώρες, ήταν πολύ δύσκολο να το γυρίσω, και ενώ έβρεχε κανείς δεν μπορεί να το καταλάβει, δείχνει όλη μου την επίπονη προσπάθεια, δεν μπορώ να το αφαιρέσω”. Αλλά αν δεν σημαίνει τίποτα για το κοινό, πρέπει να αφαιρεθεί. Έλεγα πάντα ότι μια ταινία δεν είναι έτοιμη μέχρι να πετάξεις το αγαπημένο σου πλάνο, και υπάρχει μεγάλη δόση αλήθειας σε αυτό, γιατί συνήθως η αγαπημένη σου λήψη ξεχωρίζει, είναι κατά κάποιον τρόπο πιο όμορφη ή πιο “κάτι” από οποιοδήποτε άλλο πλάνο, επομένως συνήθως δεν “κολλάει” με τα υπόλοιπα», είπε.

Όσο για το πώς δουλεύεται ένα σενάριο, ο Darren Aronofsky ανέφερε πως πολλοί σεναριογράφοι δουλεύουν τις είκοσι πρώτες σελίδες του σεναρίου τους ξανά και ξανά, και προκύπτουν είκοσι σπουδαίες σελίδες, αλλά στην συνέχεια οι επόμενες ογδόντα σελίδες γίνονται σταδιακά όλο και χειρότερες. Είναι, όπως είπε, σαν να φτιάχνεις ένα γλυπτό και να εστιάζεις την προσοχή σου στο χέρι του αγάλματος – το χέρι μπορεί να βγει πανέμορφο, αλλά θα είναι φανερά μεγάλο σε σχέση με το υπόλοιπο σώμα. «Κάθε φορά που κάνεις ένα “πέρασμα” ελέγχου στο σενάριο, πρέπει να το κάνεις μέχρι το τέλος, σε όλο το σενάριο, αυτός είναι ο κανόνας που έχω φτιάξει», δήλωσε.

Η συνεργασία με τον διευθυντή φωτογραφίας

Σε όλες του τις ταινίες, από το «Pi» μέχρι και τον επικείμενο «Νώε» – πλην του «Τhe Wrestler»-, ο Aronofsky είχε πλάι στην καρέκλα του σκηνοθέτη τον διευθυντή φωτογραφίας Matthew Libatique, για τον οποίο ο πρώτος είπε πως έχουν συνάψει έναν «γάμο». «Είναι σαν ένας γάμος – καλός σε ορισμένες στιγμές, κατά βάση δύσκολος. Πήραμε διαζύγιο λίγο πριν τον «Παλαιστή» και έκανα έναν άλλο γάμο, αλλά στην συνέχεια τα ξαναβρήκαμε. Είναι έναν πραγματικός καλλιτέχνης που νοιάζεται πραγματικά γι’ αυτό που κάνουμε, κι αυτό είναι σπάνιο να το βρεις. Ολοκληρώσαμε τα γυρίσματα του “Noah” πριν δύο εβδομάδες και χαίρομαι πολύ που δεν χρειάζεται να τον ξαναδώ για μερικούς μήνες… Αλλά ξέρω ότι και οι δύο πάντα παλεύουμε να καταφέρουμε ό,τι καλύτερο μπορούμε – κανείς μας όμως δεν είναι ευχαριστημένος με αυτό που καταφέρνουμε, γιατί πάντα υπάρχουν περιορισμοί στην κινηματογράφηση», επεσήμανε.

Στον «Νώε» για παράδειγμα, ανέφερε ο Aronofsky, υπήρχαν συνθήκες στις οποίες ο διευθυντής φωτογραφίες έπρεπε να έχει πολύ ιδιαίτερες ικανότητες προσαρμογής και ευαισθησίας για να τα καταφέρει – σε μια νυχτερινή λήψη υπήρχαν έξι τεράστιοι γερανοί που κρατούσαν γιγάντιους προβολείς και “μηχανές βροχής”, αλλά ο Libatique είχε την ευαισθησία να ανταπεξέλθει και να βοηθήσει τις ερμηνείες, υποστηρίζοντάς τις.

Πώς ξεκίνησε ο ίδιος

Την αρχή της καριέρας του την οφείλει στον συγκάτοικό του στα χρόνια του Κολλεγίου, ανέφερε ο Aronofsky. «Περίμενα εκείνα τα χρόνια για αυτή τη στιγμή που θα έρθει μια φώτιση, να μου πει τι θα κάνω με τη ζωή μου. Και για καλή μου τύχη, ο συγκάτοικός μου ήταν animator και έπρεπε να ολοκληρώσει την ακαδημαϊκή χρονιά με μια ταινία, ενώ εγώ έπρεπε να την ολοκληρώσω με μια στοίβα χαρτιά με τον βαθμό “B-“ πάνω τους. Ήμουν τρομοκρατημένος στην ιδέα να ξεκινήσω σπουδές κινηματογράφου, αλλά μου έδωσε την στήριξή του, και ξεκίνησα να τον βοηθάω στο μοντάζ, κόβοντας πραγματικό φιλμ. Ήμουν πολύ καλός στον χειρισμό του μηχανήματος, κι έτσι άρχισα να βοηθώ κι άλλους. Κάπως έτσι ανακάλυψα την δύναμη ενός ισχυρού cut, κάτι που μου έδωσε και την ενέργεια να κάνω ταινίες», είπε.

Η εξέλιξη του σκηνοθετικού στιλ

Ο Darren Aronofsky θεωρεί πως το οπτικό του στιλ από ταινία σε ταινία γίνεται όλο και πιο «χαλαρό». Παλαιότερα, όπως ανέφερε, ετοίμαζε storyboard και λίστες πλάνων για τα πάντα. Τώρα πια το κάνει μόνο για τις πραγματικά δύσκολες από τεχνικής άποψης σκηνές, στις οποίες είναι σημαντικός ο παράγοντας των οπτικών εφέ. «Αν πρόκειται για σκηνή μόνο με ηθοποιούς και ένα σκηνικό, πηγαίνω εντελώς απροετοίμαστος, τους βάζω στις θέσεις τους και προσπαθώ “να βρω την στιγμή”. Αυτό σημαίνω λιγότερη δουλειά για μένα στην προετοιμασία, αλλά επίσης θεωρώ πως είναι και μια καλύτερη διαδικασία», είπε.

Τα «The Fountain» και «Requiem for a dream» ήταν, όπως παραδέχτηκε, πιο «ακαδημαϊκά» και με περισσότερο σταθερή κάμερα, αλλά από τον «Παλαιστή» και στο εξής απέκτησε ένα πιο «βεριτέ», ντοκιμαντερίστικο στιλ, αρχίζοντας να δουλεύει με «κάμερα στο χέρι». Αυτό που πιστεύει είναι πως κάθε ταινία έχει την δική της οπτική γλώσσα και πως είναι η δουλειά του σκηνοθέτη να βρει την καλύτερη γλώσσα για να πει την κάθε ιστορία. Μερικές φορές υπάρχουν και οικονομικοί λόγοι, αλλά στην συνέχεια πρέπει να βρεις τον τρόπο να ενσωματώσεις αυτούς τους παράγοντες στην γλώσσα της ταινίας, είπε, καταλήγοντας: «Δούλεψα σχετικά λίγο στον «Παλαιστή», όσον αφορά την κούραση, και νομίζω πως δούλεψα ακόμη λιγότερο στον «Μαύρο Κύκνο». Επομένως, δεν έχει πάντα σημασία το πόσο σκληρά δουλεύεις, αλλά το να πιάνεις τον “ρυθμό” αυτού που βρίσκεται μπροστά σου».

Το κεφάλαιο «Fountain»

«Ήταν η ταινία που ήθελα να κάνω. Από όλες μου τις ταινίες, αυτή είναι που έχει εξελιχθεί σε κάτι σχεδόν σαν “θρησκεία” ανάμεσα στους fans της – λαμβάνω συνεχώς μακροσκελή γράμματα σχετικά με το πώς η ταινία τους βοήθησε να ανταπεξέλθουν με κάτι στην ζωή τους. Θεωρώ πως η ταινία είχε απήχηση σε λιγότερο κόσμο, γιατί τελικά σχετίζεται με την αποδοχή του ίδιου σου του θανάτου, κι αυτό δεν είναι και πολύ εμπορική ιδέα για τον πολύ κόσμο. Το ατυχές με το “Fountain” είναι πως κόστισε πολλά χρήματα, ενώ είναι μάλλον πιο πολύ πειραματικό/art film απ’ όσο εγγυάται το budget», είπε.

Δουλεύοντας με τον ηθοποιό – Η περίπτωση Mickey Rourke

«Γράψαμε τον “Παλαιστή” για τον Mickey. Πολύ νωρίς σκεφτήκαμε το όνομά του και έκτοτε καρφώθηκε στο μυαλό μου. Πάνω από την γραφομηχανή όπου γραφόταν το σενάριο, υπήρχε μια φωτογραφία του Mickey. Όλοι οι φίλοι μου έλεγαν να μην κάνω ταινία με τον Rourke, ότι κανείς δεν θέλει να τον βλέπει επί 90 λεπτά, ότι είναι αηδιαστικός. Αλλά από την πρώτη μέρα συνειδητοποίησα ότι πρόκειται για ένα απίθανο, συμπαθητικό πλάσμα, κι αυτό ήταν το νόημα, να δείξω τον “πανέμορφο και το τέρας”», ανέφερε στο masterclass ο Aronofsky.

Δεν παρέλειψε να αναφερθεί στο γύρισμα της πιο «δυνατής» για εκείνον σκηνής, του λόγου που βγάζει ο Rourke στο ring: Είχαν οργανώσει κανονικούς αγώνες πάλης, με πραγματικούς παλαιστές και πραγματικό κοινό, που δεν είχε ιδέα για την ταινία, και ξαφνικά, στην μέση των αγώνων, εμφανίστηκε ο Rourke και το συνεργείο. Το περιθώριο που είχαν ήταν μόνο μία-δύο λήψεις, γιατί το κοινό της πάλης δεν είναι πολύ ευγενικό και είχε εξαγριωθεί φωνάζοντας “Hollywood φύγε από ‘δω”. Ο Aronofsky φώναζε στον οπερατέρ οδηγίες, οι οποίες δεν ακούγονταν γιατί το κοινό ούρλιαζε εξαγριωμένο. Υπό αυτές τις συνθήκες, ξεκίνησε ένας «χορός» μεταξύ του Rourke και του οπερατέρ, κάτι που εναπόκειται στις ικανότητες του χειριστή και του ερμηνευτή, κάτι στο οποίο μερικές φορές ο σκηνοθέτης δεν μπορεί να συμμετάσχει, αλλά προκύπτει κάτι αληθινό. Αυτή ήταν η μοναδική λήψη που πραγματοποιήθηκε εκείνη τη βραδιά.

Ώρα για την «Κιβωτό»

Ελάχιστες εβδομάδες μετά την ολοκλήρωση των γυρισμάτων, ο Aronofsky μιλά για πρώτη φορά για την πολυαναμενόμενη ταινία του: «Στην Βίβλο η ιστορία είναι μόλις κάνα-δυο σελίδες, και η αντίληψη που έχουμε στην Δύση για αυτή είναι περισσότερο «παιδιάστικη» – ένας ηλικιωμένος άνδρας με μακριά γενειάδα και ζευγάρια ζώων σε ένα καράβι. Αλλά υπάρχουν πολύ περισσότερα σε αυτή την ιστορία… υπάρχουν πολλά στοιχεία που δείχνουν τι πραγματεύεται. Αυτό που ήθελα να κάνω είναι να δημιουργήσω έναν κόσμο όπου η ιστορία του Νώε θα είναι αληθινή και με τον οποίο θα μπορούσε να ταυτιστεί το σύγχρονο κοινό. Υπάρχουν πολλά σε αυτή την ιστορία που είναι πολύ, πολύ σχετικά με όσα συμβαίνουν στις μέρες μας, και γι’ αυτό προσπαθήσαμε να χτίσουμε μια υπόθεση που θα φαινόταν αληθινή και στους ανθρώπους που πιστεύουν πως ο κατακλυσμός όντως συνέβη, και σε όσους απλώς θεωρούν πως πρόκειται για μια ιστορία».

Οι επιρροές του Darren Aronofsky

Ο Fellini, o Kurosawa, o Kubrick, o Kusturica και ο Spielberg ήταν μερικά από τα ονόματα σκηνοθετών που ανέφερε κατά την διάρκεια του masterclass ο Aronofsky ως επιρροές του, ενώ δεν παρέλειψε να αναφερθεί θετικά σε ταινίες όπως το “Stop Making Sense” του Jonathan Demme, και το πρόσφατου “Beasts of the Southern Wild” που είδαμε και στην Αθήνα, στην τελετή λήξης των φετινών Νυχτών Πρεμιέρας, ως «μία από τις πιο εκπληκτικές ερμηνείες και πνευματικές στιγμές που θα δει κανείς ποτέ σε ταινία». Επαυξάνουμε.

Για τη λίστα όλων των Filmmaking άρθρων κάντε κλικ εδώ

Δημήτρης Ασπρολούπος

Αγαπώ τον Χίτσκοκ, τον Φιντσερ, τον Χάνεκε, τον αγγλικό ρεαλισμό και το σκανδιναβικό σινεμά αλλά παράλληλα έχω και ένα soft spot για τον Γουές Αντερσον.
Δεν υπάρχουν σχόλια

ΑΠΑΝΤΗΣΕ

*

*

ΣΧΕΤΙΚΑ