Η Γεύση της Εκδίκησης – Dead Man Down (2013)

...






 

Γράφει η Βαρβάρα Κοντονή


Σκηνοθεσία:Niels Arden Oplev
Σενάριο: J.H. Wyman
Πρωταγωνιστούν: Colin Farrell, Noomi Rapace, Dominic Cooper, Terrence Howard, Isabelle Huppert
Διάρκεια: 118’
Χώρα: Η.Π.Α.
Διανομή: Σπέντζος Films, Seven Films

 

O Victor (Farrell), είναι ένας μοναχικός άνδρας ο οποίος έχει κερδίσει την εμπιστοσύνη και τον σεβασμό της μαφίας, αποτελώντας το δεξί χέρι του υποκοσμιακού αρχηγού, Alphonse (Howard). Δίνοντας την πρώτη βοήθεια στις απανταχού επιχειρήσεις, εξολοθρεύσεις, εμπόριο ναρκωτικών και όλες τις άλλες βρωμοδουλειές που ανατίθενται στην ομάδα του αφεντικού του, από τους υψηλά ιστάμενους, έχει καταφέρει να χτίσει το απαραίτητο, εμπιστευτικό προσωπείο. Χωρίς όμως κανείς να το γνωρίζει, έχει κρύψει πίσω από αυτό, μια καλά μεθοδευμένη προσωπική επιχείρηση αντεκδίκησης, η οποία έχει ως στόχο τον Alphonse και όλους όσους του στέρησαν, τις οικογενειακές στιγμές ευτυχίας του. Με την διείσδυσή του στον κόσμο των αδίστακτων αυτών ανδρών να προχωράει μέρα με την μέρα, ο Victor, θα βρεθεί εξ’απροόπτου, όταν μια νεαρή γυναίκα, η Beatrice (Rapace), εισβάλλει ξαφνικά στην ζωή του. Μυστηριώδης και αινιγματική, όσο και η γλάστρα στο μπαλκόνι σου, η γειτόνισσα από το απέναντι παράθυρο, κρύβει και και εκείνη καλά τα δικά της μυστικά, με τον ακήρυχτο ακόμη, εκδικητικό της πόλεμο, να βρίσκεται προ των πυλών. Και όσο ο Victor αγωνίζεται να φέρει εις πέρας την αποστολή του, τόσο ο κλοιός μοιάζει να σφίγγει επικίνδυνα γύρω τους…

Τον τελευταίο καιρό φαίνεται πως τα αγγλόφωνα ντεμπούτα, έχουν την τιμητική τους στο Hollywood, μιας που μετά την μάλλον απογοητευτική προσπάθεια του Jee-woon Kim με το «The Last Stand» και πρωταγωνιστή, έναν παραγηραιό Arnold Schwarzenegger, καθώς και το προκλητικά σαγηνευτικό «Stoker» του νοτιοκορεάτη, Chan-wook Park, μάλλον ήρθε και η στιγμή των σύγχρονων, σκανδιναβών σκηνοθετών, να συνεχίσουν τις προσπάθειές τους, στο μπλοκμπαστερικό και αστροφώτιστο Los Angeles. Κάπως έτσι τουλάχιστον φάνηκε να το σκέφτεται ο Δανός Niels Arden Oplev, ο οποίος μετά το εξαιρετικό «The Girl with the Dragon Tattoo», αποφάσισε η πρώτη του αμερικανίζουσα προσπάθεια να είναι ακριβώς αυτό: μια κλισεδιάρικη δηλαδή, χολιγουντιανή περιπέτεια, με συμβατική σκηνοθεσία και ένα σενάριο που κάτι μας λέει, πως στον εθνικό του κινηματογράφο, θα αποτελούσε ατόφιο χρυσάφι. Αντιθέτως, στα πρότυπα μιας γρήγορης ταινίας του σωρού, μάλλον αποδείχθηκε άνθρακας ο θησαυρός.

Απέναντι στην μάλλον μηχανική σκηνοθεσία του Oplev, φάνηκε πως και το σενάριο του J.H Wyman («The Mexican», «Fringe»), λειτούργησε εξίσου διεκπαιρεωτικά, αφήνοντας τους χαρακτήρες ημιτελείς και δημιουργώντας απειλητικές καταστάσεις, οι οποίες μπροστά στην εγκληματικότητα των ταινιών του Scorsese, μοιάζουν με καθημερινή βόλτα στο πάρκο. Σαφέστατα, η απουσία ενός συλλογικού, αλλά και ατομικού κακού, πηγάζει από την επιλογή των κεντρικών ηρώων, μιας που είναι σχεδόν αδύνατον να αποδεχτείς τον Terrence Howard, ως τον κακό της υπόθεσης, κάτι που όπως φάνηκε μάλλον ήταν αδύνατον και για τον ίδιο να το αποδεχτεί. Αμήχανος, στημένος και με εμφανή την προσπάθεια να δείξει ποιος είναι το μάτσο-αφεντικό, ο Howard δίνει μια ερμηνεία την οποία θα ξεχάσεις με την ίδια ευκολία που θα ξεχάσεις και την ταινία.

Εκτός βέβαια από τον Howard, αξιο-ξέχαστη, είναι και η ερμηνεία του Colin Farrell ο οποίος για ακόμη μια φορά υποδύεται τον…Colin Farrell, υπογραμμίζοντας και πάλι το γεγονός, πως αποτελεί έναν από τους πιο ξεκούραστους ηθοποιούς του Hollywood, μιας που στην ουσία παίζει πάντα τον εαυτό του. Με την γνωστή σμιχτοφρύδικη έκφραση, το ολίγον σεξουαλικό αξύριστο, καθώς και τους κοιλιακούς/μπράτσα να μοστράρονται με την πρώτη ευκαιρία, έχουμε κουραστεί να τον βλέπουμε ξύλινο και άψυχο. Ας του δώσει τουλάχιστον κάποιος ένα μπουκάλι ουίσκι, καθώς μόνο τότε φαίνεται πως τα ηθοποιικά υπολείμματα του Farrell, βγαίνουν στην επιφάνεια των πρωταγωνιστικών του ρόλων.

Οι αμήχανες βέβαια σιωπές, δεν βρίσκουν σωτηρία ούτε από την πλευρά της Rapace, η οποία κάνει οτι μπορεί με τα μποεμ φορέματά της και το υπερβολικό, γαλλικό της μανικιούρ, αλλά μάλλον καταλήγει σε ένα από τα πιο ατυχή και δίχως την παραμικρή χημεία, πρωταγωνιστικά ζευγάρια, που έχουμε δει τελευταία στον κινηματογράφο. Αν και σαν Lisbeth Salander ήταν η επιτομή της badass-οσύνης, εδώ περιορίζεται σε έναν γλυκανάλατο ρόλο που ούτε της πάει, ούτε έχει και κάτι να μας πει.

Το concept της ιστορίας εκδίκησης, χαντακώνεται για χάρη μερικών πιστολιδιών, σκηνών ανώφελης δράσης την οποία έχουμε φάει με το κουτάλι και πεπατημένων, wannabe, συγκινισιακών στιγμών, οι οποίες προκαλούν το ένα χασμουρητό μετά το άλλο. Η μοναδική fun προσθήκη, η οποία δεν διήρκεσε και περισσότερα από πέντε λεπτά, είναι η guest star εμφάνιση του Armand Assante, ο οποίος προσέφερε στιγμιαία την αίγλη, της παλιάς, καλής, γκανγστερικής ταινίας, γεγονός που εν μέρη βασίστηκε στο ατσαλάκωτο, αφεντικίστικο ντύσιμο, και αφετέρου στο ύφος α λα χιλίων καρδιναλίων.

Το «Dead Man Down» είναι μια ταινία την οποία ιδανικά, θα έβλεπες ένα κυριακάτικο βράδυ στην τηλεόραση και την οποία αμέσως μετά το τέλος, θα είχες ήδη σβήσει απ’το μυαλό σου. Όπως επίσης και τον λόγο για τον οποίο έκατσες εξ’αρχής να την δεις.

 

 

 

Δημήτρης Ασπρολούπος

Αγαπώ τον Χίτσκοκ, τον Φιντσερ, τον Χάνεκε, τον αγγλικό ρεαλισμό και το σκανδιναβικό σινεμά αλλά παράλληλα έχω και ένα soft spot για τον Γουές Αντερσον.
Δεν υπάρχουν σχόλια

ΑΠΑΝΤΗΣΕ

*

*

ΣΧΕΤΙΚΑ