Η σκηνοθεσία σε βάθος πεδίου

...

Γράφει ο Γιώργος Κόκουβας

Για τη λίστα όλων των Filmmaking άρθρων κάντε κλικ εδώ

Η σκηνοθετική προσέγγιση συχνά σχετίζεται άμεσα με τις επιλογές και την αισθητική που θα ακολουθήσει κανείς στο μοντάζ. Πάνω στην παραπάνω διαπίστωση, μεγάλες «μάχες» έχουν δοθεί μεταξύ θεωρητικών του κινηματογράφου, σχετικά με το προς ποια μεριά πρέπει να γέρνει η πλάστιγγα της σκηνοθετικής ματιάς. «Μητέρα» των αισθητικών μαχών σε αυτό το πεδίο, εκείνη μεταξύ Αϊζενστάιν και Μπαζέν.

Ή διαφορετικά, μεταξύ, από τη μία, της δημιουργίας ταινιών οι οποίες λένε την αλήθεια του σκηνοθέτη, βασισμένες στο μοντάζ –και επομένως η «κατασκευή» στην ουσία της πραγματικότητας στο στάδιο του post-production, και από την άλλη, της σκηνοθεσίας που αφήνει την πραγματικότητα να φανεί «ολόκληρη» μπροστά στα μάτια του θεατή, χωρίς να μεσολαβεί το cut.

Σήμερα, θα ασχοληθούμε με την δεύτερη προσέγγιση, αυτή δηλαδή που πρέσβευε ο Αντρέ Μπαζέν και σχετίζεται με την σκηνοθεσία σε βάθος πεδίου. Αυτό πρακτικά σημαίνει το εξής: Ο σκηνοθέτης φροντίζει να στήσει έτσι κάθε σκηνή του, ώστε να περιλαμβάνει πολλά οπτικά επίπεδα σε κάθε πλάνο, τα οποία είναι ταυτοχρόνως ευκρινή (κανένα οπτικά επίπεδο δεν είναι «φλου»).

Έτσι, ο σκηνοθέτης επιλέγει να δείξει τα πάντα στον θεατή, συνήθως με γενικά πλάνα και κινήσεις της κάμερας στον χώρο, χωρίς να βασιστεί στην δύναμη του cut και του μοντάζ, στο οποίο για παράδειγμα θα μπορούσε να παρεμβάλλει κοντινά πλάνα που υπερτονίζουν τη σημασία ενός αντικειμένου ή ενός προσώπου. Αφήνει επομένως την a priori θέση των αντικειμένων και των ηθοποιών που έχουν τοποθετηθεί σε πολλά επίπεδα του χώρου κατά βάθος του πλάνου να δηλώσουν το πραγματικό τους νόημα, ώστε να προκύψει ένα αποτέλεσμα όσο το δυνατόν πιο ρεαλιστικό.

Αυτό έρχεται σε αντίθεση με τον ακαδημαϊκό τρόπο σκηνοθεσίας του κλασικού αλλά και του σύγχρονου σινεμά: Αυτός βασίζεται στην δύναμη του μοντάζ και της σύνδεσης των πλάνων, ενώ παράλληλα τα πλάνα του είναι όλο και πιο μικρά σε διάρκεια, όλο και πιο κοντινά σε μέγεθος, όλο και με περισσότερες κινήσεις της κάμερας.

Το μεγάλο «μανιφέστο» της σκηνοθεσίας σε βάθος πεδίου έγινε με τον «Πολίτη Κέην» του Orson Welles (1941), ο οποίος έβαλε στο επίκεντρο της αισθητικής της ταινίας του αυτή την τεχνική. Ο φωτισμός και η χρήση του νετ/φλου αποκτά μεγάλη σημασία, καθώς αποτελούν σημαντικούς παράγοντες του δραματικού αποτελέσματος. Ο πληθωρικός φωτισμός, το μικρό διάφραγμα και η χρήση ευρυγώνιων φακών ευνοούν την αύξηση του βάθους πεδίου, και γι’ αυτό χρησιμοποιήθηκαν κατά κόρον από τον Welles. Στο παρακάτω απόσπασμα από τον «Πολίτη Κέην» μπορούμε να δούμε πώς όλοι οι ηθοποιοί και τα αντικείμενα έχουν τοποθετηθεί προσεκτικά πριν την λήψη, ώστε η κάμερα να δείχνει παράλληλα τον διάλογο μέσα στο σπίτι αλλά και τη δράση έξω από το παράθυρο, ενώ στην συνέχεια ο διάλογος (μαζί και οι ηθοποιοί) μεταφέρεται στην αυλή, κι όλα αυτά με μόλις ένα cut.

Δεν ήταν βέβαια ο πρώτος που σκέφτηκε να σκηνοθετήσει σε βάθος πεδίου. «Πρόδρομοί» του υπήρξαν σκηνοθέτες όπως ο Στροχάιμ (π.χ. στην ταινία «Τα Αρπακτικά») και ο Jean Renoir (θρυλική η χρήση του βάθους πεδίου και των μεγάλης διάρκειας λήψεων στην ταινία «Ο κανόνας του παιχνιδιού»). Δείτε ολόκληρη την ταινία παρακάτω.

Οι νεορεαλιστές στον ιταλικό μεταπολεμικό κινηματογράφο και οι μεγάλοι Ιάπωνες σκηνοθέτες, όπως ο Μιζογκούτσι και ο Οζού, πόνταραν επίσης σε αυτή την αισθητική προσέγγιση στον κινηματογράφο τους, ώστε να δηλώσουν τις συγκρούσεις εσωτερικά και όχι με την βοήθεια του «ψαλιδιού». Η θέαση των ταινιών όλων των παραπάνω «δασκάλων» είναι μια καλή ευκαιρία να εστιάσει κανείς την προσοχή ακριβώς σε αυτό το στοιχείο: Πώς δηλαδή διαχειρίζονται το βάθος πεδίου και το στήσιμο της σκηνής, ώστε αντί να κάνουν cut, να αφήσουν τον ρεαλισμό να προκύψει πιο «φυσικά», πιο δύσκολα, αλλά και πιο «βαθιά».

Δημήτρης Ασπρολούπος

Αγαπώ τον Χίτσκοκ, τον Φιντσερ, τον Χάνεκε, τον αγγλικό ρεαλισμό και το σκανδιναβικό σινεμά αλλά παράλληλα έχω και ένα soft spot για τον Γουές Αντερσον.
Δεν υπάρχουν σχόλια

ΑΠΑΝΤΗΣΕ

*

*

ΣΧΕΤΙΚΑ