Διαφωνίες κοινού και κριτικών

Την περασμένη εβδομάδα αυτό συνέβη με την τελευταία ταινία του Paul Thomas Anderson, Έμφυτο Ελάττωμα.

Κάθε τόσο βγαίνει στους κινηματογράφους μια ταινία που είναι διακεκριμένη από τους κριτικούς , ιδιαιτέρως του παγκόσμιου τύπου που είναι λιγότερο εμπαθείς, και το ελληνικό κοινό την απορρίπτει. Όταν λέμε την απορρίπτει όμως, δεν αναφερόμαστε στα εισιτήρια που κόβει αλλά στις μετέπειτα κριτικές του σε κοινωνικά και άλλα δίκτυα όπου η άποψη των θεατών συνοδεύεται από κακεντρεχή σχόλια και απαξιωτικούς χαρακτηρισμούς.

Την περασμένη εβδομάδα αυτό συνέβη με την τελευταία ταινία του Paul Thomas Anderson, Έμφυτο Ελάττωμα. Η συγκεκριμένη ταινία σχεδόν αποθεώθηκε από έγκριτα περιοδικά και ιστοσελίδες όπως το Variety, το Indiewire και την Guardian. Όταν η ταινία βγήκε στις ελληνικές αίθουσες, ο εγχώριος τύπος έσπευσε να δημοσιεύσει λίγο πιο συγκρατημένες αλλά αρκετά θετικές κριτικές για το τελευταίο πόνημα του Αμερικάνου σκηνοθέτη.

Φυσικά το ελληνικό κοινό τσίμπησε και έτρεξε να δει την ταινία στους 7 κινηματογράφους που παιζόταν σε όλη την χώρα κόβοντας πάνω από 4,5 χιλιάδες εισιτήρια, αλλά απ’ ότι φαίνεται το μεγαλύτερο του μέρος απογοητεύτηκε.

Ο σκηνοθέτης της ταινίας Paul Thomas Anderson, δεν είναι καθόλου νέος στο χώρο. Από το 1997 με το Boogie Nights μέχρι και σήμερα γυρίζει ταινίες με ιδιαίτερο ενδιαφέρον, προσεγμένη κινηματογράφηση, εξαιρετικό καστ ηθοποιών και κάπως προκλητικών κρυφών μηνυμάτων. Στις τελευταίες δύο ταινίες του πριν το Έμφυτο Ελάττωμα, το Θα Χυθεί Αίμα και το The Master εξέλιξε και τελειοποίησε την τεχνική του αυτή των υφέρποντων θεματικών πίσω από μια καθ’ όλα αντιληπτή και κατανοητή ιστορία.

There-Will-Be-Blood_4

Για παράδειγμα, αν προσέξει κανείς προσεκτικά το Θα Χυθεί Αίμα και διαβάσει πίσω από τις εικόνες του Anderson με την κινηματογραφική γλώσσα που ο σκηνοθέτης μιλάει, θα διαπιστώσει ότι το σενάριο με τον μεγιστάνα του πετρελαίου και την επιχείρηση του είναι ένα μόνο από τα επίπεδα που μπορεί να δει κανείς στην ταινία. Ουσιαστικά μιλάει για την οικονομική άνοδο μιας χώρας και το αίμα το οποίο χρειάστηκε να χυθεί για καταφέρει ο εκάστοτε επιχειρηματίας να μεγεθύνει τα κέρδη και την επιχείρηση του. Και σε ένα ακόμη επίπεδο που υποδεικνύει ακόμα και από την αφίσα της ταινίας, την αναλογία του μεγιστάνα πρωταγωνιστή με τον κατά τη χριστιανική θρησκεία διάβολο και την επιβολή και την δύναμη του, στους πολίτες μιας χώρας που τότε ξεκινούσε να πατάει στα πόδια της.

Από την άλλη μεριά το The Master παίρνει ως αφορμή μια ιστορία για μια νέα θρησκεία και τη δύναμη του ηγέτη της, για να να μιλήσει για κάτι βαθιά φιλοσοφικό. Την εξουσία που θέλει να έχει κάθε άνθρωπος, είτε όταν την ασκεί ο ίδιος, είτε όταν αυτή ασκείται πάνω του. Και φυσικά την παραπεμπτική ειρωνεία στο θρήσκευμα της σαϊεντολογιας που τα τελευταία χρόνια έχει εισέλθει και στο Χόλιγουντ. Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι υπάρχουν σκηνές στην ταινία οι οποίες δεν βασίζονται ακριβώς στην λογική διαδοχή της ιστορίας όσο στην ευρύτερη φιλοσοφική χροιά της, καθιστώντας την ένα σύγχρονο δοκίμιο πάνω σε μια έννοια που έχει απασχολήσει πολλούς φιλόσοφους στη διάρκεια των αιώνων.

themaster

Ίσως τα κρυφά αυτά νοήματα των ταινιών του Anderson να αγνοήθηκαν από μέρος του κοινού μια και δεν ήταν απολύτως απαραίτητα για την κατανόηση και την απόλαυση των ταινιών του. Εξάλλου το κοινό πάντα προέβαλλε σθεναρές αντιστάσεις στο μη άμεσο σινεμά και τη συνειρμική αφήγηση ως κινηματογραφικό μέσο. Κάτι που εξηγείται λίγο και από την ανάγκη του ευρύτερου κοινού να καταναλώσει ένα προϊόν σαφές και κατανοητό.

Το σινεμά όμως δεν έχει περιορισμούς. Και ο Paul Thomas Anderson το γνωρίζει και το εκμεταλλεύεται πολύ καλά. Φρόντισε με το Έμφυτο Ελάττωμα να πει μια ιστορία χρησιμοποιώντας την αφαιρετική αφήγηση κατά στιγμές, υποθάλπτοντας μέσα και πίσω από τις εξαιρετικά σκηνοθετημένες νεο νουάρ εικόνες του μία σάτιρα για την διαφθορά της αστυνομίας και του FBI, την κατάχρηση της γης από τις κατασκευαστικές εταιρίες και την αλήθεια που προκύπτει από την ναρκωτική αντίληψη της πραγματικότητας. Φυσικά διάλεξε μια άλλη εποχή, την δεκαετία του 1970 για να κάνει και μια αναλογία με τη σημερινή πραγματικότητα των Η.Π.Α. και τα εγκλήματα που συντελούνται ακόμα και σήμερα.

Ίσως η συγκεκριμένη ταινία επειδή ακριβώς βασίζεται σε αυτά τα υποβόσκοντα νοήματα και δεν έχει τόσο αυστηρά λογική αλληλουχία από σκηνή σε σκηνή να ενόχλησε το κοινό που ήθελε ενδεχομένως να αφεθεί σε μια λίγο πιο στρωτή αφήγηση. Καλό είναι όμως αυτό το κοινό να γνωρίζει ότι το σινεμά πέρα από τις ακαδημαϊκές του καταβολές και τις συγκεκριμένες και καθορισμένες μεθόδους που χρησιμοποιεί, είναι ελεύθερο να δοκιμάσει κι άλλους τρόπους όπως κάνει πολλά χρόνια τώρα. Που μπορεί να θέλουν λίγη περισσότερη προσπάθεια ή λίγη περισσότερη εμπιστοσύνη στο όραμα και τις μεθόδους σκηνοθέτη για να αποδειχθούν συναρπαστικά.

Ο Paul Thomas Anderson πάντως, αξίζει την εμπιστοσύνη μας.

Δημήτρης Ασπρολούπος

Αγαπώ τον Χίτσκοκ, τον Φιντσερ, τον Χάνεκε, τον αγγλικό ρεαλισμό και το σκανδιναβικό σινεμά αλλά παράλληλα έχω και ένα soft spot για τον Γουές Αντερσον.
Δεν υπάρχουν σχόλια

ΑΠΑΝΤΗΣΕ

*

*