Στο μυαλό του Lars von Trier: Dogville (2003)

...

Γράφει ο Γιώργος Κόκουβας

Σκηνοθεσία: Lars von Trier
Σενάριο: Lars von Trier
Πρωταγωνιστούν: Nicole Kidman, Paul Bettany, Lauren Bacall, Paul Bettany, Harriet Andersson, Jean-Marc Barr
Διάρκεια: 178′

Τι είχε στο μυαλό του: Τον Μπρέχτ, το Θεό, το θέατρο και το κακό που υπάρχει μέσα μας

Μια ήσυχη μικρή πόλη όχι μακριά από εδώ. Αυτό ήταν το tagline της ταινίας με την οποία ο Trier γενναία μας έφερε αντιμέτωπους με μια οικουμενική αλήθεια. Πως το κακό υπάρχει μέσα μας, και αρκούν οι κατάλληλες συνθήκες για να εμφανιστεί.

Στην περίπτωση του Dogville, αυτές οι συνθήκες είναι η απομόνωση και η έλλειψη παιδείας, σε μια πόλη εντελώς ξεκομμένη από τον πολιτισμό και με σαφή αλλεργία στην αλλαγή, ενώ απλή αφορμή για να ενεργοποιηθεί το κακό είναι η Grace, ερμηνευμένη με εξαιρετικό τρόπο από την Nicole Kidman.

Ο Trier πήρε κιμωλία και μισό στρέμμα μαύρο σκηνικό, και έχτισε μια πόλη-μικρογραφία της ανθρώπινης κοινωνίας, που παρά την γκρίνια των Αμερικάνων πως επρόκειτο για φανερή αντιαμερικανική προπαγάνδα, μπορούμε ακόμα να δούμε ότι αντικατοπτρίζει και τη δική μας γειτονιά. Είναι μια γειτονιά στην οποία δεν μπορείς παρά να εντρυφήσεις στην ανθρωπολογία και σε τίποτα άλλο, καθώς δεν υπάρχουν σκηνικά για να σου αποσπάσουν την προσοχή. Μια γειτονιά ξεγυμνωμένη από το περιτύλιγμα και αφημένη στο έλεος της κρίσης μας.

Στο μυαλό του Lars von Trier: Dogville (2003)Η μυστηριωδώς καταζητούμενη Grace, λοιπόν, φτάνει στο Dogville ως δώρο εξ ουρανού για τον Tom, ο οποίος θέλει να επιβάλλει στους κατοίκους και την νεοφερμένη ένα παιχνίδι με ζητούμενο την αλλαγή και την αποδοχή. Μπορεί μια κοινωνία να αποδεχτεί κάτι διαφορετικό; Υπάρχει κανείς που προσφέρει βοήθεια χωρίς να ζητήσει αντάλλαγμα;

Ο Trier απαντά φωναχτά όχι, αλλά το κάνει με το πάσο του, μέσα από εννέα βραδυφλεγή κινηματογραφικά κεφάλαια, τα οποία οδηγούν με μαθηματική ακρίβεια στη λύτρωση – το φινάλε του Dogville αποτελεί μία από τις καλύτερες σκηνές εκδίκησης/κάθαρσης που έχουμε δει στη μεγάλη οθόνη.

Αλλά μέχρι να φτάσουμε στη λύτρωση, διανύουμε μια μεγάλη απόσταση, σπαρμένη με έννοιες που θα γαργαλούσαν ευχάριστα κάθε φιλοσοφικό μυαλό: Η δεκτικότητα και η αλλαγή των κατοίκων γίνονται περιέργεια και εξάρτηση, και σταδιακά μεταμορφώνονται σε εκμετάλλευση και ανηθικότητα. Άλλωστε όλη η ταινία βασίζεται στην αιώρηση των κατοίκων ανάμεσα στις έννοιες του ηθικού και του ανήθικου. Η κάμερα του Τρίερ μας ξεναγεί σε μια κοινωνία τυφλών, που θέλουν να πιστεύουν ότι βλέπουν – μια κοινωνία ανήθικων, που δεν μιλούν παρά μόνο για ηθική.

Το μαύρο θέατρο και η θεατρικότητα του Μπρεχτ συναντούν την αρχαιοελληνική ύβρη και κάθαρση, με όχημα μια θρησκευτικής βαρύτητας φιγούρα, έναν θηλυκό Ιησού που έρχεται με θέληση να κάνει τον κόσμο λίγο καλύτερο και καταλήγει να σέρνει τον σιδερένιο σταυρό του σε έναν ανθρωπιστικό γολγοθά.

Στο μυαλό του Lars von Trier: Dogville (2003)Κάπως έτσι, η ιστορία οδηγεί μετά την προδοσία των κατοίκων προς δύο άλλες, αρκετά αντικρουόμενες έννοιες, αυτές της συγχώρεσης και της υπεροψίας. Αξίζει πάντα να δικαιολογούμε τις πράξεις των άλλων και να τους συγχωρούμε; Ή μήπως αυτό είναι υπεροπτικό, όπως υπερθεματίζει ο πατέρας της Grace, καθώς συνεπάγεται πως πιστεύουμε ότι είμαστε τόσο ανώτεροι από τους άλλους, ώστε να μην τους κρίνουμε το ίδιο αυστηρά με τον εαυτό μας;

Αν μη τι άλλο ο Τρίερ δεν διστάζει να δώσει απάντηση σε όλα τα παραπάνω φιλοσοφικά ερωτήματα, και να μας παραδώσει ταυτόχρονα ένα διαμάντι αρκετά διαφορετικό από τα υπόλοιπά του, μια σπουδή στη νοσηρότητα μέσα μας με to-the-point σεναριακά, εννοιολογικά και σκηνογραφικά ευρήματα, που συγκλίνουν στην εξιστόρηση μιας εξαιρετικής παραβολής, η οποία όπως είπε κάποτε και ο Κουεντίν Ταραντίνο, αν είχε γραφτεί για το θέατρο και όχι για το σινεμά, θα είχε πάρει το βραβείο Πούλιτζερ. Επαυξάνουμε.

Δημήτρης Ασπρολούπος

Αγαπώ τον Χίτσκοκ, τον Φιντσερ, τον Χάνεκε, τον αγγλικό ρεαλισμό και το σκανδιναβικό σινεμά αλλά παράλληλα έχω και ένα soft spot για τον Γουές Αντερσον.
Δεν υπάρχουν σχόλια

ΑΠΑΝΤΗΣΕ

*

*

ΣΧΕΤΙΚΑ