Ελληνικό σινεμά χωρίς ταμπέλες

...

Γράφει ο Δημήτρης Ασπρολούπος

 Είναι αλήθεια το ελληνικό σινεμά δεινοπαθούσε για αρκετά χρόνια. Δεν ήταν μόνο η έλλειψη χρηματοδοτήσεων σε μια χώρα που θεωρεί το πολιτισμό είδος πολυτελείας. Ήταν και η κατευθυνόμενη επιδότηση συγκεκριμένων σκηνοθετών και παραγωγών για να γυρίσουν ταινίες που είτε δεν είχαν εμπορική, είτε δεν είχαν καλλιτεχνική επιτυχία, ή και τα δύο μαζί.

 Μετά μπήκαν στο παιχνίδι και άλλες εταιρίες παραγωγής όπως η Village και η Nova που με τα λεφτά και τη προβολή που διέθεσαν κατάφεραν να κάνει το ελληνικό σινεμά το επόμενο βήμα. Να ανέβει σκαλί σε επίπεδο παραγωγής. Τα τεχνικά μέσα που χρησιμοποιήθηκαν για την παραγωγή τους ήταν σαφώς ανώτερα από τις ταινίες της δεκαετίας του 90. Ταινίες όπως η Πολίτικη Κουζίνα του Τάσου Μπουλμέτη ή η Νύφες του Παντελή Βούλγαρη έκαναν τους Έλληνες θεατές να δείχνουν ολοένα και μεγαλύτερο ενδιαφέρον για τις ελληνικές ταινίες. Φαινόταν ότι το ελληνικό σινεμά δεν είχε τίποτα να ζηλέψει σε επίπεδο παραγωγής από τις ξένες αντίστοιχες ταινίες. Συνέχιζε όμως να λείπει κάτι.

Αυτό το κάτι που θα έκανε την παγκόσμια κινηματογραφική αγορά να στρέψει ένα κάποιο βλέμμα στο νέο ελληνικό σινεμά. Και αυτό ήρθε με τον Κυνόδοντα του Γιώργου Λάνθιμου. Η πολυσυζητημένη πλέον ταινία του νέου τότε δημιουργού, παρά το μικρό budget της κατέληξε να κερδίζει μια σειρά από βραβεία από τις Κάννες μέχρι τη Στοκχόλμη και το Μόντρεαλ. Όταν μάλιστα έφτασε μέχρι και τις υποψηφιότητες των βραβείων Oscar, οι αντιδράσεις ήταν πολλές και ποικίλες. Από το αγνό και ειλικρινές μπράβο για τις μεγάλες διακρίσεις μέχρι τα κακεντρεχή σχόλια για τη ιδιομορφία της ταινίας και την πειραματική δομή της, τα σχόλια έδιναν και έπαιρναν αλλά το ελληνικό σινεμά βγήκε σίγουρα κερδισμένο.

 Τον Κυνόδοντα ακολούθησε το Attenberg της Αθηνάς Ραχήλ Τσαγγάρη το οποίο διακρίθηκε σε αρκετά φεστιβάλ σε όλο τον κόσμο και η πρωταγωνίστρια Ariane Labed κέρδισε το βραβείο ερμηνείας στη Βενετία. Το διεθνές buzz για το ελληνικό σινεμά ήταν πλέον αναμφισβήτητο. Οι ελληνικές ταινίες ήταν περιζήτητες στη διεθνή αγορά μέσα φυσικά σε ένα arthouse πλαίσιο, μια και η μορφή των βραβευμένων μέχρι τότε ταινιών συνιστούσε ένα περίεργο νέο κύμα που προκαλούσε τις κλασσικές μεθόδους κινηματογράφησης και ερμηνείας.

Λίγο αργότερα την διεθνή πορεία του ελληνικού σινεμά συνέχισε ο Άδικός Κόσμος του Φίλιππου Τσίτου που με τα βραβεία σκηνοθεσίας αλλά και ερμηνείας για τον Αντώνη Καφετζόπουλο στο φεστιβάλ του San Sebastián επιβεβαίωσε για μια ακόμα φορά την δίκαιη αναγνώριση των Ελλήνων δημιουργών πέρα από τα σύνορα της χώρας τους. Κι αυτό χωρίς να εντάσσεται αυστηρά στο νέο κύμα που σύστησαν ο Λάνθιμος και η Τσαγκάρη.

Παράλληλα με τις μεγάλους μήκους, ένας ακόμη νέος Έλληνας δημιουργός συμμετέχει στο διαγωνιστικό τμήμα της Βενετίας και βραβεύεται στα LISFE 2011 και στο 4ο GULF FILM FESTIVAL για την αριστουργηματική μικρού μήκους ταινία του Casus belli που σχολιάζει την οικονομική κατάσταση στην χώρα μας με σουρεαλιστική ευφράδεια και πανέξυπνη σκηνοθετική τεχνική. Και δεν έμεινε μόνο σ’ αυτό καθώς η επόμενη μικρού μήκους ταινία του, οι Τίτλοι Τέλους, βραβεύτηκε στο αντίστοιχο τμήμα στη Μόστρα της Βενετίας.

Όλο αυτό τον καιρό και καθώς το ελληνικό σινεμά ανεβαίνει συνεχώς επίπεδό, είτε αυτό αφορά την παραγωγή, ή την μορφή ή το πειραματισμό, οι συζητήσεις ανάμεσα στο κινηματογραφικό κοινό είναι έντονες. Άλλοι απορρίπτουν το περίεργο ελληνικό σινεμά με τη δικαιολογία του μη προσιτού, άλλοι λένε ότι δεν είναι αληθοφανές και άλλοι το λατρεύουν γιατί πέρα από τις διακρίσεις προτείνει και μια διαφορετική οπτική από την κλασσική ακαδημαϊκή προσέγγιση των προηγούμενων δημιουργών.

Βέβαια οι αντιδράσεις δεν αφορούν μόνο το καλλιτεχνικό σινεμά αλλά και το εμπορικό. Η τεράστια εισπρακτική επιτυχία των νέων ελληνικών κωμωδιών όπως το Safe Sex ή το Κλάμα βγήκε από τον Παράδεισο των Ρέππα-Παπαθανασίου και πιο πρόσφατα του Αν… του Χριστόφορου Παπακαλιάτη προκαλεί τις αρνητικές κριτικές ορισμένων φανατικών σινεφίλ που δεν δέχονται αυτές τις λίγο πιο ελαφρές ταινίες και τις επονομάζουν τηλεοπτικά προϊόντα.

Αυτή την εβδομάδα βγαίνει στις κινηματογράφους η ταινία του σχεδόν πρωτοεμφανιζόμενου δημιουργού Έκτορα Λυγίζου Το αγόρι τρώει το φαγητό του πουλιού που έχει συγκεντρώσει αρκετά βραβεία (και για την ερμηνεία του πρωταγωνιστή της) στην διεθνή αλλά και στην εγχώρια πορεία της. Αφήνοντας λοιπόν πίσω μας τις ταμπέλες ακαδημαϊκό και πειραματικό ή εμπορικό και ποιοτικό, που τόσο πολύ μας αρέσει να βάζουμε, ας απολαύσουμε χωρίς παρωπίδες την πιο αληθινή και θαρραλέα ελληνική ταινία της τελευταίας δεκαετίας.

Διαβάστε όλα τα προηγούμενα Deforming Lens

Tο αγόρι τρώει το φαγητό του πουλιού βγαίνει στους κινηματογράφους από 9 Μαΐου 2013

Δημήτρης Ασπρολούπος

Αγαπώ τον Χίτσκοκ, τον Φιντσερ, τον Χάνεκε, τον αγγλικό ρεαλισμό και το σκανδιναβικό σινεμά αλλά παράλληλα έχω και ένα soft spot για τον Γουές Αντερσον.
Δεν υπάρχουν σχόλια

ΑΠΑΝΤΗΣΕ

*

*

ΣΧΕΤΙΚΑ