Πώς βρίσκει χρήματα σήμερα ο ελληνικός κινηματογράφος;

...

Γράφει ο Γιώργος Κόκουβας

Πριν μερικά χρόνια, οι «Κινηματογραφιστές στην ομίχλη» σε μια κίνηση απελπισίας, επεσήμαναν το προβληματικό πεδίο της έβδομης τέχνης στην Ελλάδα. Δυστυχώς, τα προβλήματα δεν λύθηκαν. Η ομίχλη μόλις είχε αρχίσει να απλώνεται. Το σημαντικότερο χρηματοδοτικό όργανο στο οποίο έχει αναθέσει η πολιτεία την χάραξη κινηματογραφικής στρατηγικής, το Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου, άρχισε να συσσωρεύει σημαντικό χρέος απέναντι στους σκηνοθέτες οι οποίοι αιτούνταν στήριξης, και όσοι γνώριζαν τα της εγχώριας κινηματογραφικής βιομηχανίας, το θεωρούσαν μάλλον «ανύπαρκτη πλέον επιλογή».

Μια κρίση κι ένα τεράστιο χρέος αργότερα, το Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου, είναι ακόμα όρθιο. Όχι μόνο ανακοίνωσε τα νέα του χρηματοδοτικά προγράμματα για το πρώτο τρίμηνο του 2013, αλλά τυχαίνει να έχει βρεθεί μπροστά σε μια νέα γενιά αισιόδοξων κινηματογραφιστών, που έχουν δημιουργήσει το λεγόμενο νέο «greek wave» και προσπαθούν να εξελίξουν την κινηματογραφική τους γλώσσα, επαναφέροντας ταυτόχρονα ένα σημαντικό ζήτημα στο τραπέζι: Μπορεί ένας έλληνας κινηματογραφιστής να βρει χρήματα για να κάνει την δουλειά του; Γίνεται σινεμά παρά την κρίση ή εξαιτίας της κρίσης;

Αναζητώντας απαντήσεις, μίλησα με τον γενικό διευθυντή του Ελληνικού Κέντρου Κινηματογράφου, κ. Γρηγόρη Καραντινάκη, ο οποίος πρόθυμα μου άνοιξε τα χαρτιά του για τα νέα σχέδια του Κέντρου, για την εικόνα που έχει για τον νέο ελληνικό κινηματογράφο και για το πώς μπορεί σήμερα ένας κινηματογραφιστής να κάνει κινηματογράφο.

Η πραγματικότητα πίσω από τις κάμερες

«Το Κέντρο, προφανώς, έχει υποστεί μειώσεις στους προϋπολογισμούς του, αλλά παρ’ όλα αυτά, προσπαθεί να στηρίξει την κινηματογραφική παραγωγή», μας λέει ο κ. Καραντινάκης. «Επειδή πρέπει, ωστόσο, να κοιτάζουμε την αλήθεια κατάματα, οφείλουμε να πούμε πως ένα μεγάλο ποσοστό των ταινιών γυρίζονται χάρη στην αγάπη των παραγωγών, των σκηνοθετών και των συντελεστών της εκάστοτε ταινίας, με ελάχιστα χρήματα και με κεφαλαιοποίηση των αμοιβών όσων συμμετέχουν σε αυτή. Αυτό σημαίνει ότι οι συντελεστές αντί να λάβουν τις αμοιβές τους, γίνονται ουσιαστικά συμπαραγωγοί, για να μπορέσει να πραγματοποιηθεί η ταινία.

»Τα πράγματα είναι αναμφίβολα δύσκολα. Οι επίσημες πηγές χρηματοδότησης είναι το Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου και η ΕΡΤ, ενώ θα έπρεπε να είναι και τα τηλεοπτικά κανάλια, σύμφωνα με τον νόμο που δυστυχώς δεν εφαρμόζεται. Πρέπει σίγουρα να ξανακοιτάξουμε την εφαρμογή του νόμου.

»Ασφαλώς, σήμερα έχουν αλλάξει αρκετά τα πράγματα. Η ψηφιακή τεχνολογία έχει μεταβάλλει τα δεδομένα των προϋπολογισμών. Όχι μόνο έχει κάνει τα πάντα εφικτά σε επίπεδο εικόνας, αλλά έχει οδηγήσει σε καθετοποιημένη διαδικασία παραγωγής.

»Βέβαια, παρά τη γενικότερη μείωση των προϋπολογισμών, οι εκ φύσεώς τους ακριβές ταινίες συνεχίζουν να κοστίζουν πολύ. Αυτή τη στιγμή παράγονται ελληνικές ταινίες με budget από 10.000€ ως και ενάμιση ή δύο εκατομμύρια ευρώ».

Βγάζουν… τα λεφτά τους οι ελληνικές παραγωγές;

Καλύπτουν άραγε τα έξοδά τους οι ελληνικές ταινίες, δεδομένου ότι καταγράφονται ολοένα και λιγότερα κομμένα εισιτήρια στις αίθουσες ανά την Ελλάδα; Ο γενικός διευθυντής του ΕΚΚ μας εξηγεί γιατί το box office δεν είναι το μοναδικό κριτήριο επιτυχίας μιας ταινίας.

«Δεν υπάρχει αντιστοιχία μεταξύ προϋπολογισμού και εσόδων από την διανομή. Ακόμη κι αν μια ταινία πάει καλά στις αίθουσες, η διανομή δεν επιφέρει το “όλον” των εσόδων. Μια ταινία φέρνει έσοδα στο διηνεκές. Για παράδειγμα, μπορεί να αποκομίσει χρήματα από την προβολή στην τηλεόραση ή σε φεστιβάλ, από τα DVD κλπ.

»Δικός μας στόχος είναι όχι μόνο να φέρουμε τον κόσμο στις αίθουσες, αλλά και να φροντίσουμε το ποιοτικό επίπεδο, να αναδείξουμε την κουλτούρα και να προωθήσουμε το ελληνικό σινεμά. Όφελος για το σινεμά δεν είναι μόνο τα εισιτήρια.

»Υπάρχει όντως σήμερα ένα νέο «κύμα», ένα ρεύμα, ή όπως τελοσπάντων το ονομάσουν οι κριτικοί του μέλλοντος, που μαρτυρά ότι… κάτι γίνεται. Έχει εμφανιστεί μια σημαντική γενιά καλλιτεχνών που έχουν εμπειρίες από άλλα κράτη και έχουν βιώσει κι άλλες κουλτούρες. Ξέρετε πόσα αφιερώματα γίνονται στο εξωτερικό για τον νέο ελληνικό κινηματογράφο; Αυτό η πολιτεία οφείλει να το αναπτύξει – γιατί ας μην ξεχνάμε ότι η δύναμη του κινηματογράφου είναι μεγάλη, αρκετά γειτονικά μας κράτη έχουν ποντάρει πολύ στην εικόνα τους».

Χρέη και… υπόχρεοι

Ωραία όλα τα παραπάνω, αλλά τι θα γίνει με το χρέος του ταμείου προς τους κινηματογραφιστές – και αντίστοιχα, με το χρέος της πολιτείας προς το Κέντρο;

«Τον τελευταίο χρόνο βρισκόμαστε σε καλό δρόμο και το χρέος του κέντρου σιγά-σιγά εξαλείφεται»,αναφέρει αισιοδοξώντας ο κ. Καραντινάκης. «Λένε πολλά για το Κέντρο, αλλά παρ’ όλη την αδυναμία του, την περασμένη χρονιά στήριξε την παραγωγή εννέα ταινιών, τη στιγμή που στις “καλές εποχές” στήριζε περίπου 14-15 ετησίως. Και φυσικά, συνεχίζουμε να στηρίζουμε και άλλες παραγωγές ενισχύοντάς τις με διάφορους τρόπους, όπως την παροχή βοήθειας στα στάδια του μιξάζ και του post production. Είμαι αισιόδοξος ότι το κέντρο θα ανταπεξέλθει.

»Τον Φεβρουάριο ανακοινώθηκαν τα νέα χρηματοδοτικά προγράμματα του Κέντρου (σ.σ.: δείτε τα εδώ) και αισιοδοξώ ότι μέσα στους επόμενους μήνες θα έχουμε τα χρήματα για να αποπληρώσουμε τα χρέη προς παλαιότερους δικαιούχους αλλά και να βάλουμε μπροστά τις νέες επιδοτήσεις. Η γραφειοκρατία έχει περιοριστεί αρκετά, αλλά παράλληλα οι κανόνες γίνονται πιο αυστηροί. Ούτως ή άλλως μια ταινία παίρνει συνήθως έναν χρόνο να ετοιμαστεί, κι αυτό στις περισσότερες περιπτώσεις είναι το χρονικό «περιθώριο» εκταμίευσης της χρηματοδότησης. Με τα έως τώρα δεδομένα, πολλές φορές δυστυχώς το Κέντρο κατάφερνε να αποπληρώνει μετά από δύο χρόνια, κι αυτό γινόταν εξαιτίας του χρέους της πολιτείας προς το ΕΚΚ. Το 2012 για παράδειγμα πήραμε μηδενική επιστροφή φόρου, ενώ αναμέναμε αρκετά εκατομμύρια, με βάση τα εισιτήρια και στα στοιχεία του έτους, ποσό το οποίο διεκδικούμε».

Ποιοι παίρνουν τις χρηματοδοτήσεις;

Μήπως οι ήδη καταξιωμένοι σκηνοθέτες ποντάρουν στο «όνομά» τους, καπαρώνοντας το μερίδιο του λέοντος, και οι νέοι κινηματογραφιστές μένουν με την όρεξη; Ο κ. Καραντινάκης εξηγεί:

«Δεν υπάρχει “ρατσιστική” αντιμετώπιση στον ηλικακό παράγοντα. Τα ίδια τα προγράμματα άλλωστε προβλέπουν πολλές και διαφορετικές χρηματοδοτήσεις για νέους κινηματογραφιστές που βρίσκονται στα πρώτα τους βήματα, για πειραματικές παραγωγές και για low budget ταινίες. Αν ωστόσο ένας σκηνοθέτης είναι αξιόλογος και φέρνει επενδυτικά κεφάλαια στη χώρα με την παραγωγή μιας ταινίας του, δεν μπορούμε να μην τον στηρίξουμε, εφόσον φυσικά πληροί τα απαραίτητα καλλιτεχνικά κριτήρια.

»Τι θα συμβούλευα έναν νέο κινηματογραφιστή; Όσο πιο συγκεκριμένος και καθαρός είναι ο φάκελος της παραγωγής του, τόσο το καλύτερο. Από εκεί και πέρα, μια πιθανή συμπαραγωγή με το εξωτερικό σίγουρα ενισχύει το σχέδιό του.

»Μέχρι πριν δέκα χρόνια, το ΕΚΚ ήταν μονόδρομος χρηματοδοτικά για τους κινηματογραφιστές. Τώρα πια, επιδεικνύουν μεγαλύτερη εξωστρέφεια, εντοπίζουν προγράμματα στο εξωτερικό που ασχολούνται με το development και την χρηματοδότηση ιδεών, βρίσκουν νέες διεξόδους συμπαραγωγής, και πολύ ορθά το πράττουν. Πλέον είναι πολλά τα funds, το internet έφερε τον κόσμο πιο κοντά και η επικοινωνία με Κέντρα από όλο τον κόσμο είναι πιο εύκολη. Αυτό είναι κάτι που επιθυμούμε κι εμείς, το Κέντρο δεν είναι κατ’ ανάγκη ο αποκλειστικός χρηματοδότης μιας ταινίας και ο «καλός πατερούλης».

Το μέλλον του ελληνικού σινεμά (και όχι μόνο)

«Το σινεμά είναι εικόνα και η χώρα μας την έχει ανάγκη, χρειάζεται επενδύσεις και κίνητρα για να έρθουν περισσότερες ξένες παραγωγές για γυρίσματα στην Ελλάδα, να απλοποιηθούν οι διαδικασίες αδειοδότησης. Ας θυμηθούμε για παράδειγμα την Ισλανδία, που βίωσε κρίση πριν από εμάς. Όπως και εμείς, οι Ισλανδοί μετατόπισαν το βάρος της οικονομίας τους από τον πρωτογενή τομέα, που ήταν το δυνατό τους χαρτί, στον τραπεζικό. Οφείλουμε να κάνουμε αυτά που έχουν ξεκινήσει κι εκείνοι, να κοιτάξουμε δηλαδή την “φύση” μας, που πέρα από την αλιεία, την γεωργία και τον τουρισμό είναι πάνω από όλα ο πολιτισμός. Και υπάρχουν πράγματα που το κράτος μπορεί να κάνει προς αυτή την κατεύθυνση χωρίς κόστος, όπως για παράδειγμα τα φορολογικά κίνητρα, η αναζήτηση χορηγών χρηματοδότησης και η προσέλκυση ξένων παραγωγών.

»Χωρίς αυτό να είναι πανάκεια, θεωρώ πως η κρίση ούτως ή άλλως σε βοηθά να γίνεις πιο δημιουργικός,να βρεις λύσεις διαφορετικές από αυτές που υπήρχαν ως τώρα στα προβλήματα και τα εμπόδια που συναντάς. Η κρίση πυροδοτεί μια διαδικασία που αφήνει να βγουν στην επιφάνεια ορισμένα αρνητικά χαρακτηριστικά της ανθρώπινης φύσης, αλλά για έναν καλλιτέχνη, όσο οδυνηρό κι αν είναι, μεταφράζεται σε δημιουργικότητα. Είναι άλλωστε ιστορικά αποδεδειγμένο πως η τέχνη διαθέτει θεραπευτική δύναμη. Σε περιόδους περικοπών, το εύκολο θύμα είναι ο πολιτισμός. Στην Ελλάδα ωστόσο, η κουλτούρα είναι η ραχοκοκαλιά αυτού που εν πολλοίς αποκαλούμε «έθνος» και οφείλουμε να την στηρίξουμε. Ακριβώς γι΄αυτό, το Κέντρο παραμένει ανοιχτό σε όλους, και αισιοδοξώ πως θα σταθεί όρθιο», καταλήγει ο κ. Καραντινάκης.

Πηγή: in2life.gr

Δημήτρης Ασπρολούπος

Αγαπώ τον Χίτσκοκ, τον Φιντσερ, τον Χάνεκε, τον αγγλικό ρεαλισμό και το σκανδιναβικό σινεμά αλλά παράλληλα έχω και ένα soft spot για τον Γουές Αντερσον.
Δεν υπάρχουν σχόλια

ΑΠΑΝΤΗΣΕ

*

*

ΣΧΕΤΙΚΑ