Έρωτες Χωρίς Φραγμό – Persona (1966)

...

type=»image/png»>type=»image/png»>type=»image/png»>type=»image/png»>type=»image/png»>

 

Γράφει ο Πέτρος Θεοδωρίδης


Σκηνοθεσία: Ingmar Bergman
Σενάριο: Ingmar Bergman
Πρωταγωνιστούν: Bibi Andersson, Liv Ullmann, Margaretha Krook
Διάρκεια: 85’
Χώρα: Σουηδία
Διανομή: New Star

 

Πόσες κινηματογραφικές δουλειές είχαν την τιμή να αποκληθούν έργα τέχνης; Πόσες κατάφεραν να τσακίσουν την εικόνα που είχαμε για τον κινηματογράφο και μαζί με την κινηματογραφική φόρμα και μέσα από τη βαθιά αντιουμανιστική ματιά ενός σκηνοθέτη όπως ο Ingmar Bergman, να ισοπεδώσουν τον άνθρωπο ως αναλυόμενο υποκείμενο ή αντικείμενο ουσιοκρατικών ή και μονιστικών σε μεταφυσικό επίπεδο θεωρήσεων που φλερτάρουν κάπου μεταξύ Χέγκελ και Καντ; Αν πιστεύουμε πως υπάρχει ταινία που πρωτοπόρησε σε αυτήν την κατεύθυνση, τότε μιλάμε για την Persona του Ingmar Bergman.

Η Ελίζαμπετ, είναι διάσημη ηθοποιός η οποία παρότι φαινομενικά υγιής, δε μιλά και υποφέρει από καταθλιπτικές φαντασιώσεις που οξύνθηκαν έπειτα από μια εγκυμοσύνη που της επιβλήθηκε κοινωνικά ενώ η ίδια δεν ήταν σε θέση να δεχτεί. Όταν η διευθύντρια της κλινικής, της παρέχει το εξοχικό της με την ελπίδα οι διακοπές να τη βοηθήσουν, τη φροντίδα της αναλαμβάνει μια νοσοκόμα, η Άλμα. Κατά την ιδιαίτερη αυτή απομόνωση, η μοναξιά και η αδυναμία επικοινωνίας ανάμεσά τους, οδηγούν την Άλμα σε μια σειρά μονολόγων που πέραν από πτυχές της ζωής της – όπως η συγκλονιστική περιγραφή ενός οργίου με δύο νεαρά αγόρια και μια φίλη της, την οποία ο Ζίζεκ χαρακτήρισε ως μια από τις πιο ερωτικές σκηνές στην ιστορία του κινηματογράφου – φανερώνουν και μια επικίνδυνη ταύτιση της νοσηλεύτριας με την Ελίζαμπετ. Η υπόλοιπη ταινία, αφορά στη μοιραία σύγκρουση των δύο γυναικών, εκθέτει την απελπισία τους και τις νευρώσεις που μόνο η σιωπή μπορεί να φέρει στα άκρα. Σύντομα, το τοπίο θα θολώσει ακόμη περισσότερο με την επίσκεψη του άντρα της Ελίζαμπετ.

Εν αντιθέσει με έργα άλλων σκηνοθετών, ο Ingmar Bergman δε σκηνοθετεί ούτε γράφει με σκοπό να δημιουργήσει μια ταινία απόλυτα κατανοητή. Οι ταινίες του εξάλλου, ήταν πάντοτε μια προέκταση των δικών του αδυναμιών. Έτσι δημιούργησε για να εκθέσει την αδυναμία του να πιστέψει στο Θεό, την αδυναμία του να συγκινηθεί με ιστορικά γεγονότα όπως η άνοδος του ναζισμού και το Ολοκαύτωμα. Έτσι και εδώ, δε δημιούργησε για να μας δώσει μια ταινία με αρχή, μέση και τέλος, ευχάριστο λόγο και ότι άλλο θα απέδιδε κάποιος σε μια τραγωδία. Θα μας εκθέσει όμως τον κόσμο της γυναικείας σεξουαλικότητας, το μοναχό που πυρπολήθηκε στο Βιετνάμ, το εβραιόπουλο με τα «χέρια ψηλά» στο γκέτο της Βαρσοβίας, την κατάθλιψη, τις νευρώσεις.

Όπως παρατήρησε και η Susan Sontag, εν αντιθέσει με το Buñuel και ενώ αμφότεροι προσπαθούν να επιτύχουν μια σαφή διάκριση ανάμεσα στη φαντασίωση και την πράξη, ο Bergman φροντίσει να εξαφανίσει όλα εκείνα τα στοιχεία που θα διασαφήνιζαν μια ταινία του. Ως παράδειγμα δε, αναφέρει τη σκηνή στην οποία βλέπουμε την Ελίζαμπετ να μπαίνει στο δωμάτιο της Άλμα και της χτενίζει τα μαλλιά ενώ το επόμενο πρωί αρνείται πως συνέβη κάτι τέτοιο. Παράλληλα, δεν υπάρχει κανένας υπαινιγμός για πιθανό σχέδιο της Ελίζαμπετ να αμφισβητήσει τη διανοητική υγεία της Άλμα ούτε αμφισβητείται η υγεία της Ελίζαμπετ. Μας έχουν δοθεί όμως από πριν δυο σημεία αναφοράς. Το ένα είναι το γεγονός ότι η Άλμα έχει παραισθήσεις και το άλλο, η εμφάνιση των παραισθήσεων με ρυθμό και τρόπο που μοιάζει με την αντικειμενική πραγματικότητα ως κάτι αληθινό.

Αυτό το δυσδιάκριτο όριο ανάμεσα στο πραγματικό και το φαντασιακό, αυτή η σύγχυση ανάμεσα στις δυο προσωπικότητες – αυτήν της Άλμα και αυτήν της Ελίζαμπετ – πιθανότατα να δικαιολογεί και τον τίτλο της ταινίας, Persona, δηλαδή προσωπείο. Μια σύγχυση που γίνεται πιο εμφανής όταν ο σύζυγος της Ελίζαμπετ μπερδεύει την Άλμα με τη γυναίκα του, και κάνει σεξ μαζί της, με την αληθινή του γυναίκα να παρακολουθεί την πράξη καθισμένη δίπλα.

Πρώτα με την περιγραφή του οργίου και τέλος με τη σεξουαλική πράξη ανάμεσα στην Άλμα και τον άντρα της Ελίζαμπετ, δίνεται και το σημαντικότερο χαρακτηριστικό της ταινίας. Η πλήρης διάσταση μεταξύ φαντασίωσης και πράξης, φαντασιακού και πραγματικού. Η περιγραφή του οργίου παραμένει στα λόγια και αποφεύγεται ένα flashback στην πράξη καθαυτή. Ο άντρας της Ελίζαμπετ κάνει σεξ με την Άλμα, και η Ελίζαμπετ παρακολουθεί έντρομη την πράξη. Η αδυναμία ταύτισης του φαντασιακού με το πραγματικό. Ο Λακάν ρίχνει το βλέμμα του στις δύο γυναίκες και ο τρόμος στο πρόσωπο της Ελίζαμπετ – η αδυναμία σύμπτωσης με την πραγματικότητα – και το κλάμα της Άλμα – το τραύμα – απομακρύνουν τα προσωπεία.

Η κλιμάκωση, προκύπτει όταν η Ελίζαμπετ έρχεται αντιμέτωπη τελικά με την εικόνα του παιδιού της και την παντελή έλλειψη μητρικού ενστίκτου.

«Δεν είμαι σαν εσένα, δεν είμαι εγώ η Ελίζαμπετ. Εσύ είσαι η Ελίζαμπετ. Είμαι εδώ απλά για να σε βοηθήσω»

Η κατάσταση της Ελίζαμπετ χειροτερεύσει. Η Άλμα παραληρεί. Ο σκηνοθέτης συνεχίζει τη λήψη. Έξω από το βίωμα, δεν υπάρχει πραγματικότητα. Μόνο κινηματογράφος. Η Άλμα φεύγει.

Ο Bergman θριάμβευσε, το ίδιο και ο κινηματογράφος. Με τα δικά του λόγια:

«Σήμερα αισθάνομαι ότι με την Persona – και αργότερα με το Κραυγές και Ψίθυροι – έφτασα όσο μακριά μπορούσα να πάω. Και ότι σε αυτές τις δύο περιπτώσεις, όταν δούλεψα με πλήρη ελευθερία, άγγιξα τα άρρητα μυστικά που μόνο ο κινηματογράφος μπορείς να ανακαλύψει.»

Η Persona ήταν μια ταινία ορόσημο για τον κινηματογράφο. Ενέπνευσε, τιμήθηκε, τρόμαξε.

 

 

 

Δεν υπάρχουν σχόλια

ΑΠΑΝΤΗΣΕ

*

*

ΣΧΕΤΙΚΑ