O Πειραματικός Κινηματογράφος στην Ιαπωνία του ’70

...

Γράφει ο Πέτρος Θεοδωρίδης

Βλέποντας για πολλοστή φορά μερικά μόνο από τα αριστουργήματα του Σούτζι Τεραγιάμα όπως το Butterfly Dress Pledge (1974) ή το Emperor Tomato Ketchup (1971), παρουσιάζεται και η ευκαιρία μιας αναδρομής σε ένα καλλιτεχνικό ρεύμα που για πρακτικούς λόγους, θα το θέσουμε κάτω από την ομπρέλα του ιαπωνικού avant-garde. Πρόκειται για ένα ρεύμα και μια ολόκληρη αισθητική αντίληψη, που κυριάρχησε στην Ιαπωνία κυρίως κατά την εικοσαετία 1960-1980. Αν και γέννησε απαράμιλλα αριστουργήματα, λίγα έγιναν γνωστά στην απολίτιστη Δύση.

Ο Σούτζι Τεραγιάμα λοιπόν, γεννήθηκε το 1935 και σαν παιδί δέχτηκε απανωτά τα χτυπήματα της ταραγμένης εποχής του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Έχασε τον ίδιο του τον πατέρα στον πόλεμο, ενώ ο ίδιος επέζησε από τους βομβαρδισμούς των Αμερικανών καταλήγοντας έτσι να σπουδάζει στο Πανεπιστήμιο Ουασέντα του Τόκιο. Υποφέροντας από μια χρόνια πάθηση των νεφρών του, εγκατέλειψε τις σπουδές. Αντί όμως να κλειστεί στο σπίτι του γράφοντας χαϊκού, δούλεψε σε διάφορα μπαρ και σύντομα απομάκρυνε τον εαυτό του από τον καρκίνο του ακαδημαϊσμού, τοποθετώντας τον εαυτό του στην υψηλή παρέα εκείνων των τολμηρών νέων που άφησαν μια τυπική ζωή για να κυνηγήσουν το μποέμικο όνειρό τους.

Θα αναρωτηθείτε ποιος είναι ο λόγος που γίνεται μια τέτοια αναφορά στη ζωή του Τεραγιάμα. Η απάντηση είναι πως αυτή, λίγο πολύ ταυτίζεται με τη ζωή και το βίωμα δεκάδων άλλων καλλιτεχνών και μη εκείνης της εποχής. Τόσο στην Αμερική και τη Γαλλία όσο και στην Ιαπωνία. Εξάλλου, με τις επιλογές ζωής που έκανε ο μεγάλος αυτός Ιάπωνας δημιουργός, οδηγήθηκε διαδοχικά στο θέατρο και στην ποίηση και από εκεί στον πειραματικό κινηματογράφο όπου και διέπρεψε. Έργα του όπως τα προαναφερθέντα και πλάι σε αυτά το Les Chants de Maldoror (1977), το Grass Labyrinth (1983), το Cage (1964) και τα Φρούτα του Πάθους (1981), έγραψαν με το διακριτικό τους πέρασμα ιστορία. Όπως ιστορία άφησαν και οι κινηματογραφικές δουλειές ενός άλλου μεγάλου σκηνοθέτη που άφησε εποχή, του Τόσιο Ματσουμότο.

Ο Τόσιο Ματσουμότο, γεννηθείς το 1932, δεν πέρασε από τα μπαρ του Σιντζούκου όπως ο Τεραγιάμα και έτσι ολοκλήρωσε τις σπουδές του στο Πανεπιστήμιο του Τόκιο. Παρόλα αυτά, η μετέπειτα καλλιτεχνική του ευαισθησία, απέδειξε πως ούτε το ακαδημαϊκό prestige ούτε οι κοινωνικές αγκυλώσεις τις εποχής του τον άγγιξαν. Καταπιάστηκε με τον τραβεστισμό ενώ η κάμερά του δε δίστασε να εισβάλει στη νυχτερινή γκέι ζωή της Ιαπωνίας. Κάτι που φάνηκε και από το μεγάλο κινηματογραφικό μνημείο που μας άφησε, το Bara no Soretsu ή όπως είναι γνωστότερο με τον αγγλικό του τίτλο, Funeral Parade of the Roses (1969). Στις δουλειές του, δε θα έπρεπε να παραλείψουμε το παρανοϊκό Dogla Magla (1988) καθώς και αναρίθμητα μικρού μήκους διαμαντάκια ανάλογης αισθητικής, που αποδεικνύουν την ικανότητα του Ματσουμότο στο video art.

Συνεχίζοντας τη σύντομη αυτήν παρουσίαση, να αναφέρουμε πως πρόσφατα στην Αθήνα και στη Θεσσαλονίκη έλαβε χώρα ένα άκρως ενδιαφέρον αφιέρωμα στον ιαπωνικό κινηματογράφο και μάλιστα σε ταινίες σχετικά δυσεύρετες. Ανάμεσα στα ονόματα μεγάλων δημιουργών όπως ο Νάγκισα Όσιμα, βρήκε τη θέση του και ο Γιοσισίγκε Γιόσιντα. Πρωταγωνιστής – όπως και ο Όσιμα – σε αυτό που έμεινε γνωστό ως Ιαπωνικό Νέο Κύμα, δεν άφησε τον περιθωριακό κινηματογράφο που ανθούσε στην εποχή του ανεπηρέαστο, και αυτό το έκανε με το Έρωτας + Σφαγή (1969) που άφησε το ελληνικό κοινό έκπληκτο με την αισθητική του αρτιότητα. Η πλοκή, σκιαγραφεί την ερωτική ζωή του Σακάε Οσούγκι, μια εμβληματική μορφή του ιαπωνικού αναρχικού κινήματος. Καταπιάνεται δε με ζητήματα όπως ο ελεύθερος έρωτας, τα σκιρτήματα του φεμινισμού της εποχής καθώς και τα προβλήματα που προκύπτουν από τις βαθιά ριζωμένες παραδοσιακές «αξίες» και τη σύγκρουσή τους με την κοινωνική πρόοδο.

Βέβαια, κάπου εδώ θα πρέπει να υποκλιθούμε και στο ιερό τέρας του avant-garde στερεώματος, που είναι και το μοναδικό που χαίρει και στη χώρα μας μεγάλης αποδοχής. Τον Χιρόσι Τεσιγκαχάρα και συγκεκριμένα στις δυο του ταινίες που άφησαν εποχή, τη Γυναίκα στους Αμμόλοφους  (1964) και το Πρόσωπο Ενός Άλλου (1966). Και οι δύο, είναι κινηματογραφικές μεταφορές των ομώνυμων λογοτεχνικών έργων του Κόμπο Άμπε. Ένα υπαρξιακό ταξίδι στον άνθρωπο, τον αποκλεισμό, την προσωπικότητα και την κοινωνική της δόμηση. Να σημειώσουμε, πως το μουσικό ντύσιμο των δυο έργων το ανέλαβε ο μεγάλος συνθέτης Τόρου Τακεμίτσου.

Φυσικά, η επίδραση του avant-garde ρεύματος δεν περιορίστηκε απλά και μόνο στον κινηματογράφο. Αφορά και ένα μεγάλο μέρος της underground μουσικής παραγωγής της Ιαπωνίας εκείνης της περιόδου (βλ. YBO2) καθώς και ένα μέρος της τότε παραγωγής άνιμε, όπως ο μυστηριώδης Λαβύρινθος (1987) του Ριντάρο ή τα πρώτα μάνγκα του Κατσουχίρο Οτόμο.

Δυστυχώς, πολλές είναι οι δουλειές που δε βρήκαν ούτε θα βρουν το δρόμο τους στην Ελλάδα αλλά και στην Ευρώπη γενικότερα. Ας ελπίσουμε πως σύντομα θα εμφανιστεί μια ομάδα ανθρώπων που θα αναλάβει ένα τέτοιο εκπολιτιστικό έργο. Μέχρι τότε, μπόλικο ψάξιμο και υπομονή.

Δεν υπάρχουν σχόλια

ΑΠΑΝΤΗΣΕ

*

*

ΣΧΕΤΙΚΑ