Film vs Ψηφιακό σινεμά

...

Γράφει ο Γιώργος Κόκουβας

Το Star Wars Episode 2 ήταν η πρώτη ταινία ευρεία κυκλοφορίας που γυρίστηκε εξολοκλήρου ψηφιακά

Πατροπαράδοτο φιλμ ή ψηφιακή κινηματογράφηση; Χημικά ή pixels; Ποια η διαφορά; Είναι το ψηφιακό σινεμά το μέλλον, και πότε θα ξεπεράσει την ποιότητα του παραδοσιακού κινηματογράφου; Την τελευταία δεκαετία, τα παραπάνω ερωτήματα, τα οποία συνηγορούν στο τελικό δίλημμα κάθε σκηνοθέτη, «να γυρίσω σε φιλμ ή με ψηφιακή μηχανή;» τίθενται στο επίκεντρο ενός ατέρμονου debate για το σήμερα και το αύριο του σινεμά. Τελικά, τι ισχύει;

Πού διαφέρουν;

Φιλμ 35mm. Αυτό χρησιμοποιούσε κάθε σκηνοθέτης που ήθελε να δει την δουλειά του στην μεγάλη οθόνη καθ’ όλη σχεδόν την διάρκεια του 20ου αιώνα, και αυτό συνεχίζουν οι περισσότεροι να χρησιμοποιούν. Γιατί; Επειδή αφενός η ποιότητα του φιλμ δεν έχει ακόμη ξεπεραστεί από την ψηφιακή τεχνολογία, και αφετέρου επειδή ολόκληρη η βιομηχανία έχει μάθει και εξακολουθεί να δουλεύει με φιλμ – από τους διανομείς μέχρι τα μηχανήματα προβολής, που στην πλειοψηφία των κινηματογραφικών αιθουσών απαιτούν φιλμ.

Ας δούμε όμως πρώτα τι σημαίνει η «ποιότητα» του φιλμ που αναφέραμε πιο πάνω πως δεν έχει ξεπεραστεί. Το 35άρι φιλμ επιτρέπει την αποτύπωση του φωτός σε κάθε καρέ με τρόπο που επιτρέπει την καταγραφή 3 έως 12 εκατομμυρίων pixels – φυσικά, δεν μπορούμε να μιλάμε για pixels σε φιλμ, αλλά σε αυτό το ποσό κατέληξε η αντιστοιχία, για να είναι δυνατή η σύγκριση. Την ίδια στιγμή, οι δυνατότητες μιας HD ψηφιακής κάμερας μπορούν να φτάσουν τα 2.000 pixels, ή και παραπάνω, με τις νεότερες τεχνολογίες που συνεχώς αναπτύσσονται – ήδη το «District 9» πήρε διανομή, έχοντας γυριστεί σε 4K (αυτό σημαίνει 4096×2160 pixels). Με άλλα λόγια, σε λίγα χρόνια, πιθανότατα, δεν θα υπάρχει διαφορά.

Διόρθωση: Πάντα θα υπάρχει διαφορά. Κι αυτό γιατί αυτή η ανάλυση εξαρτάται από πολλούς παράγοντες, πέρα από το μέσο αποτύπωσης της εικόνας. Οι συνθήκες γυρίσματος, ο φακός, το είδος του φιλμ και το φορμά από τη μία και οι περιορισμοί που θέτει ο ψηφιακός αισθητήρας από την άλλη πάντοτε επηρεάζουν το τελικό αποτέλεσμα.

Επιπλέον, ακόμη και η καλύτερη δυνατή ανάλυση που μπορεί να αποδώσει ένα φιλμ ή ένα ψηφιακό αρχείο, μπορεί να «χαθεί» στην πορεία, καθώς οι συνθήκες προβολής ή η ίδια η ποιότητα του προβολέα σε μια κινηματογραφική αίθουσα αφαιρούν κάτι από το ιδανικό αποτέλεσμα. Σε ένα πείραμα που έγινε σε διάφορες χώρες, όπου προβλήθηκαν φιλμ ύψιστης ανάλυσης, οι ειδικοί κατέληξαν στο ότι η τελική αίσθηση που αποκόμισαν από την εικόνα ήταν η ίδια με μια ψηφιακή προβολή χαμηλότερης ανάλυσης – δεν θα μπορούσαν να καταλάβουν με την πρώτη ματιά αν έχει γυριστεί ψηφιακά ή σε φιλμ. Από την άλλη, η «παλιά φρουρά» και οι λάτρεις του φιλμ ορκίζονται στα αισθητικά του ατού, και υποστηρίζουν ότι το φιλμ δεν θα φύγει ποτέ από το επίκεντρο της κινηματογραφικής βιομηχανίας.

Σε τι να γυρίσω;

Ψηφιακή ή παραδοσιακή κινηματογράφηση, δεν πρέπει ποτέ να ξεχνάμε ότι και στις δύο περιπτώσεις πρόκειται για κινηματογράφηση. Αυτή είναι η λέξη-κλειδί στην φράση, ενώ οι δύο επιλογές είναι απλώς το μέσο που θα επιλέξει κανείς για να την πετύχει.

Γιατί να επιλέξει κανείς ψηφιακή λήψη; Πρώτον και σημαντικότερο στις μέρες μας, γιατί δεν έχει το budget να επενδύσει στο πανάκριβο φιλμ. Αυτή άλλωστε είναι και η πρωταρχική αιτία του hype του ψηφιακού σινεμά: Έδωσε την ευκαιρία σε οποιονδήποτε διαθέτει μια φθηνή μηχανή, από ερασιτέχνες μέχρι σπουδαστές ή και επαγγελματίες, να ακουστεί η κινηματογραφική τους φωνή και να κάνουν ταινίες που αν δεν υπήρχε η ψηφιακή τεχνολογία δεν θα γύριζαν ποτέ.

Τα θετικά του κόστους επεκτείνονται και στο επόμενο στάδιο: Μέχρι και το στάδιο του μοντάζ, δεν υπάρχει κανένα κόστος επεξεργασίας, όπως θα έπρεπε να γίνει με το φιλμ – το φιλμ μετατρέπεται σε ψηφιακό μέσο για να γίνει το μοντάζ, και στην συνέχεια ξαναμετατρέπεται σε φιλμ, κάτι που στοιχίζει υπερβολικά πολύ σε χρήμα και χρόνο.

Άλλωστε, η ψηφιακή αποθήκευση προσφέρει μεγάλη ευελιξία στα γυρίσματα: Δεν υπάρχει θέμα κόστους αν χρειαστούν υπερβολικά πολλές λήψεις ενός πλάνου ή πολλές εκδοχές του για να υπάρχει μεγαλύτερη ποικιλία επιλογών και «κάλυψη» στο μοντάζ. Αυτό βέβαια, υποστηρίζουν οι υπέρμαχοι του φιλμ, αποτελεί και κατάρα, αφού κάνει τον σκηνοθέτη «τεμπέλη» καλλιτεχνικά, – σε ένα γύρισμα με φιλμ, όλοι θα ήταν από την πρώτη κιόλας λήψη έτοιμοι στην εντέλεια, και ο σκηνοθέτης θα είχε ετοιμάσει ντεκουπάζ «στην τρίχα» για να μην σπαταληθεί πολύτιμο φιλμ σε λάθη.

Οι τελικοί αποδέκτες

Διανομή και προβολή. Δύο λέξεις που καθορίζουν σε μεγάλο βαθμό και το κόστος και την ποιότητα της εικόνας που θα φτάσει στον θεατή. Αυτός δεν είναι άλλωστε ο τελικός αποδέκτης της ταινίας; Η διανομή στην συντριπτική της πλειοψηφία σήμερα γίνεται ακόμη με μπομπίνες φιλμ. Αυτό σημαίνει πως ακόμη κι αν γυρίσετε ψηφιακά, εφόσον η ταινία σας πάρει ευρεία διανομή (και δεν μιλάμε για προβολή σε ψηφιακό Φεστιβάλ), θα πρέπει να τυπωθεί σε φιλμ. Κι αυτό γιατί υπάρχουν ελάχιστες κινηματογραφικές αίθουσες με ψηφιακό προβολέα – η μετάβαση από αναλογική σε ψηφιακή τεχνολογία σημαίνει πολλά εκατομμύρια ευρώ κόστους. Όσο για την διαφορά συμβατικού και ψηφιακού προβολέα, το φιλμ εδώ «χάνει» αρκετά, καθώς κάθε φορά που προβάλλεται, αλλοιώνεται – έτσι εμφανίζονται οι γρατζουνιές και τα στίγματα που βλέπουμε σε κάποιες προβολές- ενώ το ψηφιακό υλικό όχι.

Αναπόφευκτη μετάβαση

Όπως έγινε και με την μετάβαση από βουβό σε ομιλούντα, από συμβατική φωτογραφία σε ψηφιακές φωτογραφικές μηχανές, από κασέτες σε CD και DVD, έτσι και στο σινεμά, αναπόφευκτα, κάποια στιγμή, πιθανώς σύντομα, τα pixels θα κυριαρχήσουν. Τα πρώτα δείγματα ήδη έχουν δοθεί: Ο Lucas έκανε την αρχή το 2002, ενώ ακολούθησαν πολλοί δημιουργοί όπως ο Coppola, ο Lynch, o Boyle, o Fincher, o Jackson, o Cameron, o Rodriguez, o Soderbergh, o Scorsese, o Von Trier – όλοι τους υπέκυψαν στο νέο μέσο.

Η αναγνώριση άλλωστε ήρθε και μέσω βραβείων: Το Slumdog Millionaire έγινε η πρώτη (μερικώς) ψηφιακή ταινία που βραβεύθηκε με το Όσκαρ Καλύτερης Ταινίας, ενώ το «Μυστικό στα Μάτια της», επίσης ψηφιακά γυρισμένο, απέσπασε το Όσκαρ Καλύτερης Ξενόγλωσσης ταινίας. Το Avatar είχε ήδη γίνει η πιο επικερδής ταινία όλων των εποχών, συστήνοντας την state of the art ψηφιακή εμμονή του Cameron. Συνεχίζουν να αποτελούν, βεβαίως, μειοψηφία σε σχέση με την παντοδυναμία του φιλμ, αλλά σε δέκα ή είκοσι χρόνια από τώρα, ποιος ξέρει πόσοι ακόμη θα απομείνουν να ταΐζουν χημικά τις μηχανές τους; Ίσως μια «αρτιστικ» κοινότητα κινηματογραφιστών, υποστηρίζει μια άποψη, που προβλέπει την δημιουργία ενός niche κοινού που θα κυνηγά τις γυρισμένες σε φιλμ ταινίες πιστά, κυρίως για αισθητικούς λόγους. Ίδωμεν.

Για τη λίστα όλων των Filmmaking άρθρων κάντε κλικ εδώ

Δημήτρης Ασπρολούπος

Αγαπώ τον Χίτσκοκ, τον Φιντσερ, τον Χάνεκε, τον αγγλικό ρεαλισμό και το σκανδιναβικό σινεμά αλλά παράλληλα έχω και ένα soft spot για τον Γουές Αντερσον.
Δεν υπάρχουν σχόλια

ΑΠΑΝΤΗΣΕ

*

*

ΣΧΕΤΙΚΑ