Εντιμότατοι Απατεώνες – Gambit (2012)

...






 

Γράφει ο Παύλος Σηφάκης


Σκηνοθεσία: Michael Hoffman
Σενάριο: Ethan Coen, Joel Coen
Πρωταγωνιστούν: Colin Firth, Cameron Diaz, Alan Rickman, Stanley Tucci
Διάρκεια: 89’
Χώρα: Η.Π.Α.
Διανομή: Odeon

 

Δε θα συμμεριστώ την άποψη των περισσότερων κριτικών ότι το Εντιμότατοι Απατεώνες ήταν από τις χειρότερες ταινίες της χρονιάς (14% μέχρι τώρα στο Rotten Tomatoes!). Δεν πρόκειται φυσικά για κανένα αριστούργημα, αλλά στην τελική, πόσο κακή μπορεί να είναι μια ταινία της οποίας το σενάριο υπογράφουν οι δαιμόνιοι αδερφοί Κοέν;
Πρωταγωνιστής της ιστορίας ο Χάρι Ντιν (Κόλιν Φέρθ), ο οποίος δουλεύει ως ιστορικός στη τέχνη στη δούλεψη ενός αντιπαθητικού κροίσου των media, του Λάιονελ Σάμπαντερ (Άλαν Ρίκμαν). Ο Χάρι Ντιν, προκειμένου να εκδικηθεί το αφεντικό του για τον απαίσιο, υποτιμητικό τρόπο με τον οποίο του φέρεται, στρατολογεί έναν αντιγραφέα πινάκων και μια βλαχάρα εξ’ Αμερικής (Κάμερον Ντίαζ), με απώτερο στόχο να του πουλήσει για αληθινό, ένα μαϊμού πίνακα του Μονέ!

Οκ, ομολογώ, ότι αν αναλογιστεί κανείς τα ονόματα που συμμετέχουν στην ταινία και το ταλέντο που κουβαλάει ο καθένας απ’ αυτούς, το όλο (μάλλον μέτριο) αποτέλεσμα μπορεί να μοιάζει με χαμένη ευκαιρία. Αλλά τουλάχιστον η ταινία τσουλάει. Δεν είναι βαρετή, δε σκαλώνει και αποφεύγει – όσο μπορεί στα πλαίσια μιας τέτοιας εξωφρενικής υπόθεσης – να γίνεται σαχλή. Υπάρχουν δε αρκετές σκηνές που με έκαναν να ξεκαρδιστώ στα γέλια μετά από πάρα πολύ καιρό (πόσες πραγματικά αστείες κωμωδίες βγαίνουν εδώ που τα λέμε). Σε τέτοιες σκηνές (βλέπε: σεκάνς στο ξενοδοχείο), είναι που λάμπει το κωμικό ταλέντο των Κοέν σε όλο του το μεγαλείο και η ικανότητά τους να στήνουν εξωφρενικά γκαγκς και να τα διανθίζουν με πνευματώδεις διαλόγους. Το σενάριο στηρίζεται φυσικά κι από τις ερμηνείες των τριών πρωταγωνιστών (Φερθ, Ρίκμαν, Ντίαζ), οι οποίοι χωρίς να δίνουν κανένα τρομερό ρεσιτάλ, ανταποκρίνονται πολύ καλά στις καρικατούρες που καλούνται να ερμηνεύσουν (αν και η Ντιάζ γίνεται ολίγον τι υπερβολική στην προσπάθειά της να πείσει ως Τεξανή).

Δυστυχώς η ταινία είναι άνιση. Υπάρχουν κωμικές σκηνές που λειτουργούν αλλά υπάρχουν και πολλές χαμένες ευκαιρίες όπου το γέλιο δε βγαίνει με τίποτα και οι Κοέν φαίνεται να επιστρατεύουν ένα χιούμορ παλαιάς κοπής και μάλλον ξεπερασμένο (βλέπε κάποια εθνικά στερεότυπα). Εκεί που περιμένεις η ταινία να γίνεται πιο εφευρετική στα γκαγκ, πιο προκλητική και πνευματώδης στους διαλόγους και πιο ανατρεπτική στην πλοκή, αυτή περισσότερο «βολεύεται» αναπαράγοντας κλισέ παρόμοιων ταινιών. Επιπλέον, η σκηνοθεσία του Μάικλ Χόφμαν δεν έχει κάποια αξιοσημείωτη οπτική αρετή, κάτι που βυθίζει το έργο σε μία μάλλον τηλεοπτικού τύπου αναπαράσταση του σεναρίου.

Όπως έγραψα και στην αρχή πάντως, η ταινία παρακολουθείται ευχάριστα. Μπορεί να μην είναι ό,τι πιο φρέσκο κι εμπνευσμένο έχεις δει τελευταία στο σινεμά αλλά τουλάχιστον δεν υποτιμά τη νοημοσύνη του κοινού. Οι ερμηνείες κρατάνε την ταινία σε ένα ικανοποιητικό επίπεδο και οι ορισμένες ξεκαρδιστικές σκηνές έρχονται σαν μπόνους σε ένα έργο το οποίο θα ξεχάσεις αφού βγεις από την αίθουσα αλλά τουλάχιστον μπορεί να σου φανεί διασκεδαστικό όση ώρα είσαι μέσα. Έχω δει, ομολογουμένως, και καλύτερες κωμωδίες. Αλλά έχω δει και πολύ χειρότερες!

 

 

 

Δημήτρης Ασπρολούπος

Αγαπώ τον Χίτσκοκ, τον Φιντσερ, τον Χάνεκε, τον αγγλικό ρεαλισμό και το σκανδιναβικό σινεμά αλλά παράλληλα έχω και ένα soft spot για τον Γουές Αντερσον.
Δεν υπάρχουν σχόλια

ΑΠΑΝΤΗΣΕ

*

*

ΣΧΕΤΙΚΑ