Οι Διώκτες του Εγκλήματος – Gangster Squad (2013)

...






 

Γράφει ο Παύλος Σηφάκης


Σκηνοθεσία: Ruben Fleischer
Σενάριο: Will Beall, βασισμένο στο βιβλίο του Paul Lieberman
Πρωταγωνιστούν: Sean Penn, Ryan Gosling, Emma Stone, Josh Brolin, Holt McCallany
Διάρκεια: 113’
Χώρα: Η.Π.Α.
Διανομή: Village Films

 

Το Gangster Squad είναι σκέτη διασκέδαση! Είναι η καλύτερη περιγραφή που μπορώ να του κάνω και από τους πιο τιμητικούς τίτλους που μπορώ να δώσω σε ταινία (εντάξει, υπάρχει και η ψυχαγωγία, αλλά ας μην υποτιμούμε την έννοια της διασκέδασης – ειδικά στους χαλεπούς καιρούς που ζούμε). Δεν είναι το απύθμενο βάθος των χαρακτήρων του ή των θεμάτων του του που θα σου κρατήσει την προσοχή, αλλά στακάτος ρυθμός του, το όμορφο στυλιζάρισμά του και οι πνευματώδεις ατάκες του.

Το στόρι είναι απλό και ξεκάθαρο: Καθώς ο μαφιόζος Μίκι Κοέν (Σον Πεν), χτίζει την πανίσχυρη αυτοκρατορία του στο μετάπολεμικό Λος Άντζελες, ο αρχηγός της αστυνομίας (Νικ Νόλτε), αναθέτει στον λιγομίλητο, σκληροτράχηλο ντεντέκτιβ Τζον Ο’ Μάρα (Τζος Μπρόλιν) να μαζέψει μερικούς αστυνομικούς και να φτιάξει μία ανεπίσημη και εξωθεσμική ομάδα, με στόχο να διαλύσει αυτή την αυτοκρατορία.

Ας ξεκινήσουμε από τα αρνητικά: Η ιστορία αργεί λιγάκι να πάρει μπροστά. Για την ακρίβεια, είμαστε κάπου στη μέση όταν επιτέλους ο Τζον έχει μαζέψει όλη την ομάδα του. Το σενάριο θα μπορούσε να ήταν πιο σφιχτοδεμένο και να μπαίναμε πιο γρήγορα στο ψητό. Εκτός αυτού, το σχέδιο της συμμορίας να διαλύσει την αυτοκρατορία του Μίκι Κοέν, δε βγάζει κάποιο νόημα. Πέρα από μερικές επιθέσεις σε καζίνο και επιχειρήσεις του διαβόητου μαφιόζου, οι ήρωες της ιστορίας δε φαίνεται να έχουν καταστρώσει μία στρατηγική με νόημα και στόχο. Αλλά (και αυτό είναι ένα μεγάλο ΑΛΛΑ!), αυτά τα αρνητικά μπορούν να παραμεριστούν και να διαλέξουμε να επικεντρωθούμε στο βασικό πλεονέκτημα της ταινίας: το γεγονός ότι ήταν διασκεδαστικότατη! Από τις στημένες ερμηνείες των πρωταγωνιστών, μέχρι το στυλιζάρισμα με τη μοντέρνα, γυαλιστερή φωτογραφία, το στακάτο μοντάζ και τα απαραίτητα slow motion, η ταινία είναι ένας φόρος τιμής στο γκανγκστερικό είδος, προσφέροντας μάλιστα και μία ελαφρώς πιο φρέσκια οπτική.

Ο Σον Πεν κερδίζει το βραβείο καρικατουρίστικης ερμηνείας της χρονιάς, αλλά και πάλι, δεν μπορείς να μην υποκλιθείς. Ο «κακός» που πλάθει, είναι συνεχώς σην τσίτα. Όταν δεν γρυλίζει, ουρλιάζει. Όταν δεν ουρλιάζει, δολοφονεί κάποιον για την πλάκα του. Με το ένα πόδι στον τρόμο και το άλλο στη γελοιότητα, ο Αμερικανός ηθοποιός μας δίνει έναν υστερικό κακό που μπορεί μεν να είναι καρικατούρα, παραμένει όμως απολαυστικός. Ο Τζος Μπρόλιν, ο οποίος μοιάζει να βγήκε πραγματικά από τα ‘40s, αποτελεί τον ιδανικό πρωταγωνιστή, με μαλλί ντίγκα στην μπριγιαντίνη και με βλέμμα βαρύ, ασήκωτο, πλην όμως τίμιο και καθαρό. Ο Ράιαν Γκόσλινγκ υιοθετεί μία περίεργη ψιλή φωνή για το ρόλο του νεαρού, γόη αστυνομικού αλλά παρ’ όλα αυτά παραμένει γοητευτικός, ενώ η Έμμα Στόουν ανταποκρίνεται με περίσσια άνεση στο ρόλο της γλάστρας-σεξοβόμβας.

Στη θέαση μίας ταινίας, τα πάντα πιστεύω έχουν να κάνουν με τις προσδοκίες. Και όταν δεν περιμένεις κάτι σπουδαίο, οι πιθανότητες να εκπλαγείς ευχάριστα αυξάνονται. Το πλαίσιο της ταινίας είναι το κλασικό «καλοί αστυνομικοί» vs. «κακών μαφιόζων», οπότε μην περιμένεις βάθος. Κλισέ υπάρχουν διάσπαρτα παντού, όπως και σεναριακές τρυπούλες, αλλά η δράση είναι (σχεδόν) ακατάπαυστη, οι διάλογοι σπιρτόζικοι και το καστ ιδανικό. Αν ψάχνεις για μια καλή ταινία «ποπ-κορν», δύσκολα θα βρεις καλύτερη.

 

 

 

Δεν υπάρχουν σχόλια

ΑΠΑΝΤΗΣΕ

*

*

ΣΧΕΤΙΚΑ