Γιάννης Βεσλεμές: «Η Νορβηγία μιλάει για τα πλάσματα της νύχτας που ξοδεύονται σε αυτήν»

Η "Νορβηγία", το μεγάλου μήκους σκηνοθετικό ντεμπούτο του Γιάννη Βεσλεμέ, καταφτάνει αύριο στους κινηματογράφους, αποκλειστικά σε μεταμεσονύκτιες προβολές στον κινηματογράφο Άστυ.

Η «Νορβηγία», το μεγάλου μήκους σκηνοθετικό ντεμπούτο του Γιάννη Βεσλεμέ, καταφτάνει αύριο στους κινηματογράφους, αποκλειστικά σε μεταμεσονύκτιες προβολές στον κινηματογράφο Άστυ. Συγκεκριμένα, το φιλμ θα πραγματοποιήσει 4 προβολές, στις 3, 10, 17 και 24 Ιανουαρίου.

Στο Reel.gr επικοινωνήσαμε με τον κ. Βεσλεμέ -τον οποίο γνωρίζουμε και με τη μουσική ταυτότητα του ως Felizol– και τον ρωτήσαμε για τα παραλειπόμενα της «Νορβηγίας», μίας ταινίας που ξεφεύγει από τις κινηματογραφικές νόρμες και σίγουρα αποτελεί μία διαφορετική προσπάθεια, μακριά από ταμπέλες «αυστηρών» φιλμικών ειδών.

To όνομα της ταινίας σας συνδέεται με το ομώνυμο τραγούδι των Χωρίς Περιδέραιο;

Απόλυτα. Ο στίχος “Η Νορβηγία Κατεβαίνει Στη Μεσόγειο” έδωσε με έναν αφηρημένο τρόπο την έμπνευση για μια πολύ συγκεκριμένη ιστορία, αλλά και την ατμόσφαιρα της κινηματογραφικής Νορβηγίας.

Πόσο διαφορετική εμπειρία είναι το μεγάλου μήκους σκηνοθετικό ντεμπούτο, σε σχέση με την εμπειρία σας με τις μικρού μήκους;

Στην εκτέλεση όχι ιδιαίτερα. Και οι μικρού μήκους ταινίες μου ήταν εξίσου απαιτητικές σαν παραγωγές και όλες κοντά στο σινεμά είδους. Η διαφορά είναι στη διαχείριση της μεγάλου μήκους σαν “προιον” που την καθιστά ευαίσθητη σε σχέση με την έκθεση της , στο κοινό, στα φεστιβάλ κλπ.

Η Ντίσκο Ζαρντόζ δανείζεται το όνομα της από το Zardoz του John Boorman, έτσι δεν είναι; Πέρα από το όνομα, και η ταινία του 1974 ασχολούνταν με αθάνατα όντα.

Πολύ όμορφο αυτό που λες. Ομολογώ ότι δεν μου ήταν συνειδητή αυτή η αναφορά. Όπως και οι περισσότερες αναφορές της ταινίας στην ποπ κουλτούρα είναι για μένα μαξιλαράκια για να νιώθω άνετα και οικεία με τον κόσμο που πάω να φτιάξω. Αν και κάποιος ενδεχομένως με τα ίδια ερεθίσματα/ κολλήματα/εμπειρίες νιώσει εξίσου άνετα όλα μια χαρά. Αν όχι ελπίζω πάντα ότι η ιστορία και η αφήγηση της ταινίας μπορεί να τον συνεπάρει.

Η θρυλική Rebound φιγουράρει στην ταινία σας ως Ντίσκο Ζαρντόζ. Θα μπορούσαμε να πούμε πως το κλαμπ στην Πλατεία Αμερικής είναι ένας άτυπος «Ζανό», αναλλοίωτος στο χρόνο και εξαρτημένος από τη μουσική και το χορό;

Ναι και αλήθεια είναι ότι σπανίζουν τέτοια καταφύγια στην Αθήνα. Οτιδήποτε έχει συνδεθεί με τη “μυθολογία” μιας μικρής παρέας, μιας τάσης έξω από την πεπατημένη, σαν στέκι, σαν μουσική, σαν σινεμά έχει αντικατασταθεί στην Ελλάδα μετά τα 90s με κάποιο τερατούργημα. Οι μικροί ναοί της νεανικής κουλτούρας είτε έκλεισαν, είτε μεγάλωσαν και έχασαν όλη τους τη μαγεία. Και αυτό είναι γεγονός, δεν είναι κάποιου τύπου ρετρολαγνεία της γενιάς μου.

«Ο χειμώνας του 1984 ήταν σκέτη κόλαση». Το εν λόγω έτος έχει κάποια ειδική σημειολογία στην ταινία(π.χ. οργουελική) ή απλά θέτει τη χρονική περίοδο των γεγονότων του φιλμ;

Σίγουρα τα 80s δραματουργικά δένουν με την ιστορία που θέλω να διηγηθώ και τους συγκεκριμένους χαρακτήρες. Συγκεκριμένα τοποθέτησα την ταινία στο έτος 1984 με διάθεση πιο πολύ περιπαικτική.

norvigia-8-cf86cebfcf8dcf83cebaceb1

Ως μουσικός, είναι αρκετά πιο εύκολο να συνθέτετε το soundtrack της ίδιας σας της ταινίας;

Όχι καθόλου! Η μουσική είναι βασικός πρωταγωνιστής στη Νορβηγία και ενώ σαν σκηνοθέτης ήθελα να θυμίζει τα αγαπημένα μου σάουντρακ των 80s (Vangelis, John Carpenter, Tangerine Dream) σαν συνθέτης ήθελα να είναι πιο κοντά στο σήμερα και στη μουσική που βγάζω. Αυτή η σύγκρουση του Βεσλεμέ με τον Felizol κράτησε ένα χρόνο σε ηχογραφήσεις και μίξεις , χρόνο που δεν έχω ξοδέψει ποτέ για καμιά άλλη δουλειά στο σινεμά Είμαι πολύ χαρούμενος που σε πολύ λίγο θα κυκλοφορήσει και αυτόνομα από την ταινία σε βινύλιο από την Six Dogs Records.

Πως καταλήξατε στον Μάρκο Λεζέ και τον Βασίλη Καμίτση, δύο κεντρικές φιγούρες των ελληνικών ’80s;

Είναι και οι δυο εξαιρετικοί δραματικοί ηθοποιοί καταδικασμένοι για κάποιο λόγο να υπηρετούν την κωμωδία. Τρομερά ευέλικτοι σε κάνουν – στην ταινία – τη μια στιγμή να τους συμπαθείς και την άλλη να σε φρικάρουν. Είμαι πολύ χαρούμενος που βρεθήκαμε στη Νορβηγία!

Πως αποφασίσατε αυτή τη «στοχευμένη» διανομή της ταινίας αποκλειστικά με μεταμεσονύκτιες προβολές; Προσωπικά, το θεωρώ μια εξαιρετική επιλογή που πιστεύω θα πετύχει.

Σχεδόν όλη μου την εφηβεία την πέρασα στο Αλφαβίλ και το Άστυ. Οι μεταμεσονύκτιες τότε ήταν κάτι συνηθισμένο. Μερικές από τις αγαπημένες μου ταινίες (Eraserhead, El Topo) ξεκίνησαν στην Αμερική από το συγκεκριμένο κύκλωμα διανομής – ουσιαστικά ξεκινήσαν τις μεταμεσονύκτιες . Η Νορβηγία μιλάει για τα πλάσματα της νύχτας που ξοδεύονται σε αυτήν. Σε μια σκηνή ο Ζανό κάνει έρωτα μέσα στο σινεμά Δεν βρίσκω πιο ταιριαστή διανομή από αυτήν για την ταινία και ελπίζω να βρει το κοινό της εκεί.

Ποια θεωρείτε τα καλύτερα soundtracks της φετινής χρονιάς;

Το σάουντρακ της Mica Levi για το Under The Skin – μια ταινία που δεν μου άρεσε ιδιαίτερα. Επίσης το άλμπουμ του Sinoia Caves “Beyond The Black Rainbow” που βγήκε φέτος για την ομώνυμη υπέροχη ταινία του 2010. Και τέλος το πολυσυλλεκτικό σάουντρακ του The Boy και του Νίκου Τριανταφυλλίδη για τους «Αισθηματίες»

Ο Βαγγέλης Μουρίκης είναι ο καλύτερος Έλληνας ηθοποιός αυτή τη στιγμή, κατά την άποψη μου. Πείστηκε αμέσως να αναλάβει αυτόν τον διαφορετικό από τα συνηθισμένα ρόλο;

Ο Μουρίκης ανταποκρίθηκε αμέσως και αντιμετώπισε το ρόλο του ως κάτι απόλυτα ταιριαστό σε αυτόν. Είχα γράψει όλο το ρόλο πάνω του. Στο ρυθμό του, στον αέρα του , στην τρέλα του.

Η Αλεξία Καλτσίκη είναι μία πολύ ιδιαίτερη κινηματογραφική παρουσία, φωνητικά, εμφανισιακά και ερμηνευτικά. Την είχατε εξ’ αρχής στο μυαλό σας για το ρόλο;

Ναι σε αυτό ήμουν τυχερός. Και οι τρεις ρόλοι – μαζί με του «Νορβηγού» Ντάνιελ Μπόλντα γράφτηκαν για τους συγκεκριμένους ηθοποιούς. Την Αλεξία την θαυμάζω σε ταινίες χρόνια – θέατρο δεν πολυπάω. Είναι το ακριβώς αντίθετο του Μουρίκη σαν στιλ και ιδιοσυγκρασία. Και έτσι συμπληρώνουν ο ένας τον άλλον.

Πώς ήταν η εμπειρία του ταξιδιού της ταινίας στο φεστιβάλ του Καρλοβι Βάρι;

Ακολουθώ την ταινία απ’το καλοκαίρι της πρεμιέρας στο Κάρλοβι Βάρι και μετά σε δεκάδες προβολές Ευρώπη και Αμερική. Είναι ένας πυρετός τα φεστιβαλ, κάτι σας ασφαλές νόμιμο ναρκωτικό. Με τα πάνω και τα κάτω σε καθημερινή βάση. Τα μισώ και τα λατρεύω.

Παναγιώτης Μήτσικας

Ο Παναγιώτης Μήτσικας είναι το νόθο παιδί του Woody Allen και του Fox Mulder. Τα τελευταία 5 χρόνια έχει ξεκινήσει ένα indie coming-of-age road trip, ώστε να ανακαλύψει τον εαυτό του.
Δεν υπάρχουν σχόλια

ΑΠΑΝΤΗΣΕ

*

*

ΣΧΕΤΙΚΑ