Ο Θεός αγαπάει την γκαζόζα

...

Γράφει ο Γιώργος Κόκουβας

Για τη λίστα όλων των Filmmaking άρθρων κάντε κλικ εδώ

Ή αλλιώς, εξομολογήσεις στον Θεό που αγαπάει το χαβιάρι.

Η προβολή της νέας ταινίας του Γιάννη Σμαραγδή στις κινηματογραφικές αίθουσες αποτελεί ιδανική αφορμή για τους νέους filmmakers να μάθουν πολλά πράγματα. Το «Ο Θεός Αγαπάει το Χαβιάρι» μπορεί να αποτελέσει πολύ καλό παράδειγμα. Προς αποφυγή.

Την ίδια ώρα που εγώ έδινα 8 από τα λιγοστά ευρώ μου για να δω την ταινία, αυτό που στην ουσία προβαλλόταν στην οθόνη ήταν χιλιάρικα, ζεστά-ζεστά, πολλά εκ των οποίων από τα ταμεία της ΕΡΤ (από το δικό μας πορτοφόλι δηλαδή) και του Ελληνικού Κέντρου Κινηματογράφου, να καίγονται, να γίνονται παρανάλωμα στο όνομα της ελίτ της ελληνικής κινηματογραφίας.

Κι ενώ η παιδαριώδης πλοκή, μου στέρησε κάθε ενδιαφέρον από τα πρώτα κιόλας λεπτά, άρχισα να σκέφτομαι με δημιουργικό τρόπο μέσα σε εκείνη την πνιγμένη στο χασμουρητό σκοτεινή αίθουσα. Άρχισα να σκέφτομαι τι μπορεί να διδάξει σε έναν νέο Έλληνα κινηματογραφιστή μια τέτοια προσπάθεια. Απ’ ό,τι φαίνεται, πολλά:

Μην στηρίζεσαι στο χρήμα.

Όσα € κι αν ρέουν στην παραγωγή ζεστά-ζεστά, δεν σου εγγυώνται από μόνα τους ότι η ταινία σου θα είναι καλή. Μια καλή παραγωγή δεν είναι απαραίτητη μια ακριβή παραγωγή, αλλά εκείνη που ποντάρει στα σωστά υλικά: ένα σωστό σενάριο, ένα ταιριαστό cast και μια ενδιαφέρουσα αφήγηση. Όσες φωτεινές μπάλες κι αν προσθέσουν τα ακριβά(;) εφέ στο πλάι του βυθιζόμενου Βαρβάκη, κι όσες περούκες κι αν καπελώσουν την υποκριτική αμηχανία, δεν μπορούν να κάνουν την μετριότητα ενδιαφέρουσα.

Μην υποτιμάς την νοημοσύνη του κοινού.

Με άλλα λόγια, μην το βάλεις να πληρώσει για να παρακολουθήσει κάτι που κι εσύ ο ίδιος δεν θα έβλεπες. Μερικά «βαρβάτα» ονόματα ηθοποιών και όλα τα κλισέ μιας βιογραφικής ταινίας μαζεμένα δεν μπορούν να θαμπώσουν τους θεατές, που έρχονται να σου αφιερώσουν δύο ώρες από την ζωή τους.

Μην ξεπετάς το σενάριο.

Πού είναι οι χαρακτήρες; Πού είναι το βάθος τους; Πού είναι η πλοκή και το «τόξο» μιας αφήγησης που προσπαθεί να πει κάτι; Αν θέλεις η ιστορία που λες να έχει κάποιο νόημα, φρόντισε να έχει τουλάχιστον τα παραπάνω και να μην είναι σκόρπιες, κενές συναισθήματος ατάκες χαρακτήρων, οι οποίοι δεν μπορούν να ξεφύγουν από την χάρτινη υπόστασή τους, αναμένοντας από μια γαλανόλευκη σημαία να κάνει την δουλειά τους.

Μην μπλέκεις με βιογραφίες.

Πόσο μάλλον πιστεύοντας ότι η ιστορία ενός πατριώτη, ενός εθνικού ευεργέτη, πουλάει στις μαύρες μέρες μας. Ο μεγαλύτερος δικός μου φόβος, πάντως, όσον αφορά τις βιογραφικές ταινίες, είναι η φυλάκιση κάθε είδους έμπνευσης. Πρέπει να δουλεύεις με τα υλικά που σου έδωσε η Ιστορία, κι αυτός ο περιορισμός είναι τόσο μεγάλος που δεν σε αφήνει να πλάσεις την ιστορία που θέλεις, το τέλος που θέλεις, το νόημα που θέλεις.

Να σέβεσαι τα χρήματα που δεν παίρνουν άλλοι κινηματογραφιστές.

Εκατοντάδες νέοι (και όχι μόνο) filmmakers στη χώρα μας αυτή τη στιγμή ψάχνουν με τον μεγεθυντικό φακό τα σταγονόμετρα της ΕΡΤ και του ΕΚΚ, μόνο και μόνο για να λάβουν μετά από τόνους γραφειοκρατικής χαρτούρας μεγαλοπρεπή «όχι», την ίδια στιγμή που κάποιοι σκηνοθέτες, με το όνομά τους και μόνο βλέπουν τις δεσμίδες με τα πενηντάευρα να πέφτουν στο τραπέζι της παραγωγής τους. Φυσικά, αυτό δεν σημαίνει ότι δεν αξίζουν την χρηματοδότηση (θα έπρεπε μήπως να υπάρχει κάποιος που να το κρίνει αυτό θεσμικά;) ή ότι δεν έχουν αποδείξει την αξία τους στην έως τώρα πορεία τους, αλλά το γεγονός ότι ταυτόχρονα δεκάδες ευκαιρίες νέων μένουν στον πάτο αυτών των συγκοινωνούντων χρηματοδοτικών δοχείων είναι από μόνο του λυπηρό. Πόση άδικη σπατάλη χρήματος, αν σκεφτεί κανείς ότι κάποιοι με κλάσματα μόνο αυτού του budget θα μπορούσαν να κάνουν κινηματογραφικά θαύματα…

Μην υπερεκτιμάς την προσπάθειά σου.

Ήτοι, μην παρουσιάζεις την δουλειά σου ως κάτι που δεν είναι. Ένα τρέιλερ και μια καμπάνια μάρκετινγκ μπορούν να κάνουν θαύματα, αλλά όταν το πραγματικό προϊόν είναι ξεθυμασμένη γκαζόζα απ’ το Carrefour, μην το παρουσιάζεις σαν σαμπάνια από την νότια Γαλλία. Άλλωστε ο όρος «ελληνική υπερπαραγωγή» είναι ένα από τα πλέον σύντομα ανέκδοτα της εγχώριας σκηνής, και μια Catherine δεν φέρνει την Άνοιξη. Ακόμη κι αν μασουλάει μισό κιλό χαβιάρι στην βασιλική της καθισιά.

Δημήτρης Ασπρολούπος

Αγαπώ τον Χίτσκοκ, τον Φιντσερ, τον Χάνεκε, τον αγγλικό ρεαλισμό και το σκανδιναβικό σινεμά αλλά παράλληλα έχω και ένα soft spot για τον Γουές Αντερσον.
Δεν υπάρχουν σχόλια

ΑΠΑΝΤΗΣΕ

*

*

ΣΧΕΤΙΚΑ