Το ελληνικό ντοκιμαντέρ είναι εδώ!

...

Γράφει ο Γιώργος Κόκουβας

«Τι, σαν αυτά του Κουστό;» Είχα μόλις αναφερθεί στις ταινίες του Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ της Θεσσαλονίκης, όταν μία από τις κοπέλες της παρέας εκσφενδόνισε την παραπάνω ερώτηση. Ερώτηση που μάλλον επιδεικνύει την μονοδιάστατη αντίληψη του μέσου Έλληνα για το τι είναι το ντοκιμαντέρ.
Ευτυχώς, οι Έλληνες κινηματογραφιστές αυτού του παρεξηγημένου είδους δεν έχουν μείνει στην αναπαραγωγή της καμηλοπάρδαλης και στην φυσιολογία της τσιπούρας του Αμαζονίου, αλλά αναπτύσσουν την τέχνη τους, φτάνοντας σε έναν οργασμό δημιουργικότητας την τελευταία περίοδο.

Ουρές έξω από την Ταινιοθήκη που απαιτούν επιπλέον προβολή του νέου ντοκιμαντέρ του Βασίλη Λουλέ. Διανομή στις αθηναϊκές αίθουσες για την τελευταία ταινία του Αντώνη Μποσκοϊτη για την Κατερίνα Γώγου. Πρεμιέρα για το «Excision» της Βίκυς Βελλοπούλου για λογαριασμό της ActionAid, και περίπου εξήντα ελληνικά ντοκιμαντέρ στο 15° Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης που παρακολουθήσαμε τον περασμένο μήνα.

Έχει κανείς αμφιβολία ότι το ελληνικό ντοκιμαντέρ είναι ζωντανό; Τρεις δημιουργοί ντοκιμαντέρ εξηγούν παρακάτω τα πάντα για την τέχνη τους, την δύναμη της αλήθειας, την «μάχη» με την μυθοπλασία και τα εμπόδια που συναντά ένας δημιουργός ντοκιμαντέρ στην Ελλάδα του 21ου αιώνα.

Βίκυ Βελλοπούλου: Γυρίζοντας ντοκιμαντέρ στην γραμμή του πυρός 

Όταν η πρόταση της ActionAid για ένα ντοκιμαντέρ για το ευαίσθητο θέμα της κλειτοριδεκτομής στην Αφρική έφτασε στα αφτιά της σκηνοθέτιδας Βίκυς Βελλοπούλου, εκείνη δεν είχε κανέναν ενδοιασμό. Τι κι αν η «συμφωνία» περιλάμβανε γυρίσματα σε ένα μέρος χωρίς ρεύμα, χωρίς πόσιμο νερό και με εκατοντάδες βέλη να περνούν πάνω από τα κεφάλια του συνεργείου, που δούλευε ουσιαστικά σε εμπόλεμη ζώνη; Την εμπειρία της, η Βίκυ Βελλοπούλου την χαρακτηρίζει μαγική, χάρη στις συναρπαστικές ιστορίες των νεαρών κοριτσιών, που έσπευσαν στο καταφύγιο της ActionAid στην Κένυα για να αποφύγουν την κλειτοριδεκτομή.

Κορίτσια που αντί να το σκάνε από το σχολείο, το σκάνε για το σχολείο, γιατί διαφορετικά, θα πρέπει να υποστούν ακρωτηριασμό των εξωτερικών γεννητικών τους οργάνων ώστε μετά να παντρευτούν πριν «πατήσουν» τα 13. Κορίτσια που είδαμε στο ντοκιμαντέρ «Excision», το οποίο έκανε πρεμιέρα στις 13 Μαρτίου στην Αθήνα και στην συνέχεια ετοίμασε φεστιβαλικές βαλίτσες. Η Βίκυ Βελλοπούλου βρίσκει τον χρόνο να μοιραστεί τις εμπειρίες της μαζί μου και να μιλήσει για τις ιδιαιτερότητες της τέχνης του ντοκιμαντέρ.

«Γιατί ντοκιμαντέρ; Ντοκιμαντέρ ή μυθοπλασία είναι μια επιλογή φόρμας. Αυτό που αλλάζει είναι ο τρόπος επικοινωνίας του μηνύματος στο κοινό αλλά η ουσία παραμένει η ίδια. Στην περίπτωση του ντοκιμαντέρ, υπάρχει μια προφορική σύμβαση με το θεατή που λέει: «αυτό που θα δεις είναι η αλήθεια και είναι πραγματικό γεγονός» Στην περίπτωση της μυθοπλασίας η ίδια σύμβαση λέει «αυτό που θα δεις, ακόμα και αν είναι εμπνευσμένο από πραγματικά γεγονότα, είναι παραμύθι». Για το συγκεκριμένο θέμα της κλειτοριδεκτομής, που είναι πολύ πονεμένο, αρκεί να βάλεις την κάμερα να καταγράφει αυτό που συμβαίνει χωρίς να επέμβεις ιδιαίτερα και το μήνυμα περνάει στο κοινό άμεσα, γρήγορα, αποτελεσματικά. Για την ίδια ταινία γυρισμένη σε μυθοπλασία θα χρειάζονταν 2-3 χρόνια τουλάχιστον (να γραφτεί το σενάριο, να κατατεθεί για χρηματοδότηση, να περάσει εγκρίσεις, να βρεθεί το καστ – ηθοποιοί, τα σωστά locations κλπ) τουλάχιστον εφταπλάσιο συνεργείο και ίσως δεκαπενταπλάσιος προϋπολογισμός. Γιατί η κινηματογραφική γλώσσα στη μυθοπλασία λειτουργεί διαφορετικά. 

»Η ιδέα για το συγκεκριμένο ντοκιμαντέρ ξεκίνησε από την actionaid. Η κλειτοριδεκτομή είναι ένα από τα βασικά θέματα πάνω στα οποία δουλεύουν σε αυτές τις χώρες και τα αποτελέσματα αυτής της δουλειάς είναι πολύ εντυπωσιακά. Να φανταστείτε ότι σε πέντε χρόνια το ποσοστό αναλφαβητισμού στους Πόκοτ, την φυλή όπου έγινε το γύρισμα, από 95% κατέβηκε στο 70%! Ούτε το υπουργείο παιδείας δεν καταφέρνει τέτοια επιτυχία.
Επικοινώνησαν λοιπόν με τον Δημήτρη Ξενάκη, παραγωγό της Indigo view, και ο Δημήτρης με εμένα. Εκείνη την περίοδο για προσωπικούς λόγους, έψαχνα να κάνω κάποια ταινία για κάποιο κοινωφελή σκοπό στην Αφρική αλλά δεν είχα βρει ακόμα το θέμα που να με συγκλονίσει και να μου δώσει την δύναμη να ξεκινήσω. Το τηλεφώνημα του Δημήτρη, ήταν μια καταπληκτική σύμπτωση.

»Τα γυρίσματα στην περιοχή δεν ήταν εύκολα. Πότε ένα γύρισμα είναι εύκολο; Πόσο μάλλον στην Αφρική, σε συνθήκες υγιεινής ανύπαρκτες, χωρίς ρεύμα και με ένα τέτοιο θέμα, που από μόνο του σε φέρνει αντιμέτωπο με πόνο και με πεποιθήσεις που συγκρούονται.

»Αλλά αυτή είναι και η μαγεία της συγκεκριμένης περιπέτειας, της συγκεκριμένης ταινίας. Σε συναρπάζει τόσο πολύ η ιστορία των κοριτσιών και το τοπίο, που ξεχνάς ότι δεν έχεις κάνει μπάνιο μια εβδομάδα, ότι έχει ξεσπάσει πόλεμος μεταξύ δύο φυλών και βρίσκεσαι στη γραμμή του πυρός – στη γραμμή των βελών, στη συγκεκριμένη περίπτωση μιας και τα κουμπούρια είναι ελάχιστα και οι εντάσεις διεξάγονται με τόξα και βέλη, και ότι λόγω των διαξιφισμών τελείωσε το εμφιαλωμένο νερό που είναι το μόνο που μπορείς να πιεις.
Όλα όμως τα προβλήματα λυνόντουσαν ως διά μαγείας. Το κλειδί ήταν η αγάπη μέσα στην ομάδα.

»Το γιατί δεν παίρνουν πολλά ντοκιμαντέρ διανομή στις ελληνικές αίθουσες και το αν πρόκειται για «παρεξηγημένο είδος» είναι μεγάλη συζήτηση. Θα πρέπει να εξετάσουμε κατ’ αρχήν αν υπάρχει κινηματογραφική παιδεία στη χώρα μας και σε τι ποσοστό. Πόσο είναι το κινηματογραφικό κοινό γενικά στην Ελλάδα, πόσοι από αυτούς βλέπουνε ταινίες για διασκέδαση και πόσοι για ψυχαγωγία. Πόσες φορές την εβδομάδα πάει σινεμά ο μέσος Έλληνας και πόσες ο μέσος Γάλλος για παράδειγμα.

»Ένα ντοκιμαντέρ και βέβαια μπορεί να μιλήσει για το «όλον» μέσα από τις μεμονωμένες περιπτώσεις που παρακολουθεί, μια χαρά μπορεί! Τα πορτρέτα των κοριτσιών που πρωταγωνιστούν είναι ενδεικτικά και λειτουργούν και σε συμβολικό επίπεδο. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν και άλλες ιστορίες εξίσου ή ακόμα και πιο συγκλονιστικές. Αλλά τι σημασία έχει αυτό; Το ντοκιμαντέρ «excision» γίνεται για να προβληματίσει τον κόσμο πάνω σε αυτό το «έθιμο-πεποίθηση», που όπως λένε και οι ίδιες-ίδιοι είναι μέρος του πολιτισμού τους. Και επίσης για να καταλάβουμε οι υπόλοιποι ότι ακόμα και αν οι πεποιθήσεις των Πόκοτ φαίνονται ακραίες, αυτό καθόλου δεν σημαίνει ότι οι υπόλοιποι πολιτισμένοι «δυτικοί» δεν έχουμε χιλιάδες παράλογες πεποιθήσεις στη δική μας νοοτροπία και πολιτισμό τις οποίες παραλαμβάνουμε από τους προγόνους και μεταφέρουμε στα παιδιά μας χωρίς να τις φιλτράρουμε και χωρίς να αναρωτιόμαστε αν μας καταπιέζουν ή μας κάνουν ευτυχισμένους.

»Κάθε μέρα στην Κένυα ήταν τόσο ιδιαίτερη και τόσο ξεχωριστή σε όλα τα επίπεδα, τόσο σε σκηνοθετικό όσο και σε προσωπικό και συναισθηματικό, που είναι πολύ δύσκολο να απομονώσω μια εμπειρία από το όλο. Σίγουρα χαίρομαι που έζησα αυτές τις εμπειρίες και αυτό το ταξίδι με τους συγκεκριμένους ανθρώπους και τη συγκεκριμένη ομάδα. Ένα ταξίδι -επαγγελματικό ή προσωπικό δεν έχει σημασία- είναι κατ’ αρχήν και πάνω από όλα μια εμπειρία αυτογνωσίας. Όσο ταξιδεύει κάνεις και έρχεται σε επαφή με διαφορετικούς πολιτισμούς και πεποιθήσεις, τόσο μέσα του γίνονται συγκρίσεις και άρα συγκρούσεις με τις δικές του. Σε αυτή τη διαδικασία, θα αποφασίσει να πετάξει και κάτι από το φορτίο που κουβαλάει. Συνειδητά ή ασυνείδητα.

»Όσα γυρίζει ένας σκηνοθέτης ντοκιμαντέρ σαφώς τον επηρεάζουν σαν άνθρωπο. Αφού επηρεάζουν το θεατή, γιατί να μην επηρεάζουν το δημιουργό ή δημιουργούς (σκηνοθέτη, παραγωγό, διευθυντή φωτογραφίας κλπ) που το φτιάξανε; Ίσα ίσα. Αυτούς τους επηρεάζει ακόμα πιο πολύ γιατί έχουν σκάψει πολύ βαθιά για να φτάσουν στο αποτέλεσμα.

Βασίλης Λουλές: Η μνήμη και η μυθοπλασία συναντούν το ντοκιμαντέρ 

Η Ροζίνα, ο Σήφης, η Ευτυχία, η Σέλλυ και ο Μάριος είναι πέντε ηλικιωμένοι άνθρωποι που ζούσαν με τα μυστικά τους για δεκαετίες ολόκληρες, μέχρι που ο κινηματογραφιστής Βασίλης Λουλές χτύπησε την πόρτα τους. Μπροστά στην κάμερά του, οι πέντε Εβραίοι Έλληνες «έσκαψαν» στα συρτάρια της μνήμης τους και θυμήθηκαν πράγματα που οι ίδιοι είχαν καταχωνιάσει τόσο βαθιά.

Ήταν οι μνήμες από τις ημέρες εκείνες της Κατοχής, που κυνηγημένοι κρύφτηκαν σε σπίτια χριστιανικών οικογενειών, για να γλιτώσουν την τύχη εκατομμυρίων άλλων Εβραίων. Ημερολόγια, αναμνήσεις, φωτογραφίες, οικογενειακά φιλμάκια και προσωπικά ντοκουμέντα μας προσκαλούν σε μια βουτιά στην παιδική ηλικία πέντε ανθρώπων που μιλούν για μια ολόκληρη εποχή.

Ο Βασίλης Λουλές, έχοντας ήδη αποσπάσει οκτώ βραβεία για το συγκεκριμένο ντοκιμαντέρ με τον τίτλο «Φιλιά εις τα Παιδιά» και έχοντας γεμίσει αίθουσες σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη, μοιράζεται μαζί μου την περιπέτεια των γυρισμάτων και τις απόψεις του για το ελληνικό ντοκιμαντέρ και το μέλλον του.

«Προσωπικά δεν κάνω αποκλειστικά ντοκιμαντέρ, ασχολούμαι και με την μυθοπλασία. Μου αρέσει ωστόσο, ακόμη και όταν κάνω μυθοπλασία, να τοποθετώ ιστορικές αναφορές, συνήθως οι ιστορίες μου έχουν ένα ρεαλιστικό ύφος. Από την άλλη, στα ντοκιμαντέρ μου, μου αρέσει να χρησιμοποιώ και τις δομές τις μυθοπλασίας. Με άλλα λόγια, για να κάνω το κάθε είδος, αντλώ τα πιο ισχυρά όπλα του άλλου. 

»Ποια είναι αυτά; Στην μυθοπλασία, είναι η σεναριακή δομή που σε κάνει να ταξιδέψεις, ενώ στο ντοκιμαντέρ, το γεγονός πως λειτουργεί σαν καθρέφτης μπροστά στα μάτια σου, όπου αντικρίζεις κομμάτια του εαυτού σου, της πραγματικότητας.

»Η ιδέα να καταπιαστώ με το “Φιλιά εις τα Παιδιά” μου ήρθε το 2006, όταν βρέθηκα σε μια έκθεση του Εβραϊκού Μουσείου, όπου υπήρχαν μαρτυρίες παιδιών, μικρών εβραίων από την Ελλάδα, που κατά την περίοδο της Κατοχής κρύφτηκαν σε οικογένειες χριστιανών. Σήμερα φυσικά αυτά τα παιδιά είναι μεγάλοι άνθρωποι, ηλικιωμένοι, με συγκινητικές ιστορίες. Διάβασα, λοιπόν, τις μαρτυρίες τους, συνάντησα περίπου είκοσι από αυτούς, και κατέληξα σε πέντε πρόσωπα που τελικά συμμετείχαν στο ντοκιμαντέρ.

»Η μεγάλη δυσκολία δεν ήταν να τους κάνω να μιλήσουν. Ήταν το γεγονός ότι είχαν στο νου τους πως ήθελα να μιλήσουν “ρεπορταζιακά”. Αυτό που ήθελα εγώ στην ουσία ήταν να επιχειρήσουν ένα ταξίδι ψυχαναλυτικό, να γυρίσουν στην παιδική τους ηλικία, να φέρουν στην επιφάνεια πράγματα που είχαν απωθήσει, που ήθελαν να ξεχάσουν. Φυσικά, η ακόμη μεγαλύτερη δυσκολία προέκυψε όταν τελικά άρχισαν να θυμούνται αυτά που τους ζητούσα, να επανέρχονται φαντάσματα του παρελθόντος. Τότε έβγαλαν συναίσθημα θυμού, όχι για όσα έζησαν τότε, αλλά και εναντίον μου, θυμό προς το πρόσωπό μου, που τους έξυνα αυτές τις πληγές. Δουλειά μου ήταν να φροντίσω να ξεπεραστεί αυτό και να πάμε παρακάτω.

»Είμαι ευχαριστημένος από την πορεία του “Φιλιά εις τα παιδιά”… Έχει δημιουργηθεί γενικότερα ενδιαφέρον. Δεν θεωρώ όμως ότι αυτό έχει να κάνει με την επικαιρότητα και την άνοδο ακροδεξιών ή φασιστικών στοιχείων στην Ελλάδα. Η συγκίνηση που εμπνέει το θέμα του ντοκιμαντέρ έχει να κάνει κυρίως όχι με το ότι οι ήρωές του είναι Εβραίοι, αλλά με το ότι συνδέεται με την παιδική ηλικία, είναι δοσμένο με μια παιδική ματιά.

»Κάθε φορά που λέω πως είναι δύσκολο να γυριστεί ντοκιμαντέρ σήμερα στην Ελλάδα, η πραγματικότητα με διαψεύδει. Στο ντοκιμαντέρ άλλωστε χρειάζεται μικρότερο συνεργείο, δεν απαιτούνται ηθοποιοί, και τα γυρίσματα πραγματοποιούνται σε βάθος χρόνου, δεν χρειάζονται να γυρίζουμε συνεχώς για ένα εικοσαήμερο, όπως στις ταινίες μυθοπλασίας. Και πάλι, φυσικά, το ντοκιμαντέρ στοιχίζει αρκετά, αλλά δεν σου φαίνεται ακριβώς επειδή γυρίζεται σε βάθος χρόνου. Στο εξωτερικό βέβαια, η πραγματικότητα είναι άλλη, τα ντοκιμαντέρ γυρίζονται “κανονικά”, με μεγάλο budget και μεγάλη διάρκεια γυρισμάτων – εδώ εμείς παλεύουμε ακόμη κατά κάποιον τρόπο ερασιτεχνικά. Για το “Φιλιά εις τα παιδιά”, για να είμαι ειλικρινής, υπήρξαν χρήματα και από το Κέντρο και από την ΕΡΤ, αλλά και πάλι δεν έφτασαν, αν λάβουμε υπόψη τα χρόνια που χρειάστηκαν για να γυριστεί. Γενικότερα στην χώρα μας όλα τα κονδύλια έχουν μειωθεί, πόσω μάλλον για τον πολιτισμό.

»Είναι μύθος το ότι δεν υπάρχει παραγωγή. Όλο και περισσότερα ντοκιμαντέρ γυρίζονται ,αλλά το θέμα είναι πώς προβάλλονται. Μοιάζει να μην το πολυπιστεύουμε κι εμείς οι ίδιοι οι δημιουργοί τους. Τα ελληνικά ντοκιμαντέρ σε ποσότητα είναι πολλά, σε ποιότητα όμως, αυτό είναι μια μεγάλη συζήτηση. Θεωρώ πάντως πως κάποια στιγμή μέσα από την ποσότητα, θα βγει και η ποιότητα.

»Το ευρύ κοινό γνωρίζει τα ντοκιμαντέρ μόνο μέσα από την τηλεόραση. Βέβαια, τελευταία, προβάλλονται και πολύ καλές ξένες παραγωγές, και όχι μόνο αυτά που έχουν να κάνουν με την φύση, αλλά και χαρακτήρων. Όσο για το αν η μυθοπλασία είναι παντοδύναμη στην κινηματογραφική αντίληψη του θεατή, θα έλεγα πως το κοινό πηγαίνει σινεμά για να δει ιστορίες. Είτε αυτές είναι κατασκευασμένες είτε με πραγματικούς ανθρώπους. Σημασία έχει ο τρόπος που το παρουσιάζεις – τα καλά ντοκιμαντέρ, άλλωστε, έχουν το πλεονέκτημα, την δύναμη της γοητείας πως αυτό που παρακολουθείς συνέβη πραγματικά».

Αντώνης Μποσκοΐτης: Για την αποκατάσταση του βιογραφικού ντοκιμαντέρ 

Πρώτα ήταν η Φλέρυ Νταντωνάκη. Μετά ένας Ιάπωνας ροκάς και οι ροκάδες του «Κύτταρου». Ύστερα ο Νίκος Κούνδουρος, και τώρα η Κατερίνα Γώγου. Η διεισδυτική δημοσιογραφική ματιά του Αντώνη Μποσκοΐτη συναντά την σκηνοθετική άποψη ενός ντοκιμαντερίστα, και η ροκ πνευματικότητα σπουδαίων μορφών της ελληνικής αστικής σφαίρας αποκρυσταλλώνεται στα πλάνα των ταινιών του.

Το τελευταίο του ντοκιμαντέρ «Κατερίνα Γώγου – Για την αποκατάσταση του μαύρου» έκανε πρεμιέρα στις φετινές Νύχτες Πρεμιέρας, σε δύο προβολές που έγιναν σχεδόν αμέσως sold out. Δεν είναι άξιο απορίας που ο «Δαναός» ζήτησε από τον σκηνοθέτη να «καταλάβει» ξανά την δεύτερη αίθουσά του αυτή την εβδομάδα. Ακολούθησε το Τριανόν, το Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης. Κάπου μεταξύ των προβολών της ταινίας, ο Αντώνης Μποσκοΐτης μιλάει για την τέχνη του ντοκιμαντέρ, για την δύναμη των προσωπικοτήτων με τις οποίες καταπιάστηκε και για τα παρασκήνια της ελληνικής κινηματογραφικής πραγματικότητας.

«Γιατί ντοκιμαντέρ και όχι μυθοπλασία… Κατ’ αρχήν, -καθ’ ότι επί χρόνια μουσικός συντάκτης- τρέφω μεγάλη αγάπη στην δημοσιογραφική έρευνα, να ψάχνω σε αρχεία και να τα «ταιριάζω» με τον κινηματογράφο. Για τη Γώγου για παράδειγμα, ενώ ήξερα αρκετά πράγματα, συνεχώς ανακάλυπτα καινούρια όσο έψαχνα. Για το συγκεκριμένο ντοκιμαντέρ ξεκίνησα να συγκεντρώνω υλικό από την δεκαετία του ’90, και τελικά το ολοκλήρωσα με τα γυρίσματα το 2011-12. 

»Την πορεία μου με τα ντοκιμαντέρ την ξεκίνησα με την ταινία για την Φλέρυ Νταντωνάκη, μια ταινία μικρής διάρκειας, γυρισμένη σε φιλμ. Αυτό που κράτησα από τότε είναι η τεχνική του να ξέρω πολύ καλά τι θέλω από τον καθένα που μιλά στο ντοκιμαντέρ, γιατί ακριβώς επειδή δεν κάναμε ψηφιακό γύρισμα, δεν μπορούσαμε να αφήνουμε τον καθένα να μιλάει χωρίς τέλος. Τους έλεγα από την αρχή για τι πράγμα ακριβώς ήθελα να μου μιλήσουν, για να μην ταλαιπωρούμαστε στο μοντάζ. Και στην «Αποκατάσταση του Μαύρου» για παράδειγμα, ολόκληρη την ταινία την είχα έτοιμη στο μυαλό μου από την αρχή, σκεφτόμουν ότι τόσα λεπτά θα αφιερώσω στην παιδική της ηλικία, θα μιλήσει αυτός, θα δείξω αυτές τις φωτογραφίες, όλα τα είχα ετοιμάσει νοητά στο κεφάλι μου.

»Γιατί ασχολήθηκα με την Γώγου; Κατ’ αρχήν, πάντα με γοήτευε σαν προσωπικότητα, είχα εμμονή μαζί της, παρ’ ότι πολλοί την υποβίβαζαν, λέγοντας πως η ποίησή της είναι χυδαία ή ευτελής. Θυμάμαι το πρώτο της βιβλίο πούλησε σαν τρελό και κάποιοι «πνευματικοί άνθρωποι» έπεσαν να την φάνε – όχι όλοι, γνωρίζω ποιήτριες που λατρεύουν το έργο της. Άλλοι μένουν στο «αυτοκαταστροφικό» της προσωπικότητάς της, που ναι μεν ελκύει το κοινό, αλλά δεν χρειάζεται να είσαι αυτοκαταστροφικός για να είσαι μεγάλος καλλιτέχνης. Την είχα συναντήσει κιόλας μια φορά το ’93, και καθίσαμε για ουζάκι, ήταν λίγες ημέρες πριν «φύγει» – εγώ τότε σπούδαζα κινηματογράφο, και θυμάμαι πως μπήκαν μια μέρα οι καθηγητές και μας ανακοίνωσαν πως πέθανε η Κατερίνα, κι εγώ άρχισα να τους διηγούμαι αυτή τη συνάντηση.

»Πιστεύω, πάντως, ότι αν έκανα το ντοκιμαντέρ για τη Γώγου πέντε χρόνια πριν, όπως σχεδίαζα αρχικά, δεν θα είχε καμία απήχηση. Τώρα γίνεται αυτό που λένε «επίκαιρη» που δεν μου αρέσει καθόλου ως έκφραση, γιατί δεν είναι επίκαιρη, είναι διαχρονική. Η κοινωνία μας έχει γίνει τόσο φασιστική και χαώδης που όλο και περισσότεροι στρέφονται πάλι σε προσωπικότητες όπως η Γώγου, και στην αντισυμβατική ποίησή της. Τη Γώγου ως ποιήτρια άλλωστε ήθελα να παρουσιάσω. Και σήμερα βέβαια υπάρχουν άνθρωποι και καλλιτέχνες αντισυμβατικοί, προσωπικότητες αντίστοιχες με τη Γώγου, απλώς δεν τις ξέρουμε.

»Σίγουρα υπάρχει μια άνθηση στο ελληνικό ντοκιμαντέρ σήμερα, πολλοί συνάδελφοί μου και ιδιαίτερα της γενιάς μου, δημιουργούν. Παρ’ ότι πλέον το Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου είναι «παγωμένο» και δεν υπάρχουν χρήματα, η παραγωγή είναι ανθηρή.

»Δεν έχω μεγάλη εμπειρία για να γνωρίζω γιατί δεν παίρνουν διανομή περισσότερα ντοκιμαντέρ στην Ελλάδα, αλλά θα έλεγα πως φταίει το σύστημα διανομής, δεν φταίει το κοινό. Δεν θα έλεγα ότι το κοινό δεν θέλει να βλέπει την αλήθεια, κάθε άλλο. Και ξέρει επίσης, εφόσον δεν έχει αποκτήσει απόλυτα τηλεοπτική αντίληψη, να ξεχωρίσει τον κινηματογράφο από το ρεπορτάζ, ξέρει πότε βλέπει ένα αληθινό ντοκιμαντέρ.

»Στην περίπτωση της «Αποκατάστασης του Μαύρου», όταν το προβάλλαμε στις Νύχτες Πρεμιέρας είχε μεγάλη επιτυχία, αλλά αμέσως μετά, έπρεπε να κάνουμε έναν αγώνα μηνών μέχρι να βρούμε διανομή στον Δαναό. Από τη μία οι εταιρίες διανομής θα ήταν της λογικής «ντοκιμαντέρ για τη Γώγου τώρα, σιγά» και από την άλλη, όταν προσπαθούσαμε να κάνουμε συμφωνία με αιθουσάρχες, υπήρχε το τεχνολογικό πρόβλημα, ότι μπορούσαν να προβάλλουν μόνο φιλμ, ενώ η ταινία είναι ψηφιακή». Τελικά, η αίθουσα 2 του Δαναού και στην συνέχεια το Τριανόν φιλοξένησαν την «Αποκατάσταση του Μαύρου».

 

Πηγή: In2life.gr

Δημήτρης Ασπρολούπος

Αγαπώ τον Χίτσκοκ, τον Φιντσερ, τον Χάνεκε, τον αγγλικό ρεαλισμό και το σκανδιναβικό σινεμά αλλά παράλληλα έχω και ένα soft spot για τον Γουές Αντερσον.
Δεν υπάρχουν σχόλια

ΑΠΑΝΤΗΣΕ

*

*

ΣΧΕΤΙΚΑ