Hasta la Vista – Come as You Are (2011)

...






 

Γράφει ο Παύλος Σηφάκης


Σκηνοθεσία: Geoffrey Enthoven
Σενάριο: Pierre De Clercq, Asta Philpot, Mariano Vanhoof
Πρωταγωνιστούν: Charlotte Timmers, Roos Van Vlaenderen, Robrecht Vanden Thoren
Διάρκεια: 115’
Χώρα: Βέλγιο
Διανομή: Amafilms

 

Η αρχική σκηνή του Hasta La Vista, μοιάζει ελαφρώς σαν μία ευρωπαϊκή, indie εκδοχή της σκηνής τίτλων του Baywatch! Δύο νεαρές γυναίκες κάνουν τζόκινγκ στη συννεφιασμένη παραλία, ενώ η κάμερα επικεντρώνεται στα στήθη τους, η χάρη των οποίων μεγεθύνεται μέσω του slow motion. Σιγά, σιγά, η κάμερα εγκαταλείπει τις δύο γυναίκες και με ένα παν, μας αποκαλύπτει τον νεαρό (παραπληγικό) πρωταγωνιστή της ταινίας, να τις κοιτάει από το μπαλκόνι του σπιτιού του με μία έκφραση γεμάτη προσμονή.

Το Hasta La Vista είναι μια ταινία του 2011, αλλά μόλις τώρα βρήκε το δρόμο προς τις ελληνικές αίθουσες. Και όπως λέει ο σοφός λαός: κάλλιο αργά παρά ποτέ. Η ταινία από το Βέλγιο (σκηνοθεσία του Τζέφρι Εντχόφεν, σενάριο των Άστα Φιλποτ, Μαριάνο Βάνχοφ, Πιερ Ντε Κλερκ) ανήκει στο πολύπαθο είδος της «γλυκόπικρης κομεντί» και είναι από τις ελάχιστες ταινίες που δικαιώνουν το είδος. Η ιστορία ξεκινάει όταν τρεις φίλοι, ο Φιλιπ, ο Λαρς και ο Τζόσεφ, αποφασίζουν να κάνουν για πρώτη φορά ένα μεγάλο ταξίδι κρυφά από τους (λογικά) υπερπροστατευτικούς γονείς τους. Ένα ταξίδι, το οποίο θα τους πάει από το Βέλγιο στην Ισπανία, σε έναν οίκο ανοχής «ειδικό» για ανθρώπους με αναπηρία, με σκοπό να χάσουν την παρθενιά τους Ο Φιλιπ είναι παραπληγικός, ο Λαρς έχει καθηλωθεί σε αναπηρικό καροτσάκι λόγω καρκίνου (σε τερματικό στάδιο) και ο Τζόσεφ είναι τυφλός, συνεπώς το ταξίδι Βέλγιο-Ισπανία δεν είναι και η πιο εύκολη υπόθεση. Για να τα καταφέρουν, προσλαμβάνουν την Κλοντέ, μια νοσοκόμα η οποία αναλαμβάνει να τους μεταφέρει με το βανάκι της στη νότια Ισπανία.

Η ταινία χρησιμοποιεί το κλασικό μοτίβο των αγοριών που θέλουν να χάσουν την παρθενιά τους αλλά, όπως είθισται, είναι η πορεία μέχρι το στόχο που έχει τη μεγαλύτερη σημασία και το περισσότερο ενδιαφέρον. Χωρίς χιλιοειπωμένα κλισέ, χωρίς μελοδραματισμούς, αλλά με χιούμορ, αυτοσυγκράτηση και ολοκληρωμένους χαρακτήρες, το Hasta La Vista καταφέρνει όχι μόνο να σε βάλει μέσα στο βανάκι όπου ταξιδεύουν οι ήρωες αλλά να σε κάνει να ενδιαφερθείς γι’ αυτούς και τις τύχες τους. Στην διάρκεια του ταξιδιού, οι τρεις φίλοι διαφωνούν, μαλώνουν, οργίζονται με τους ανθρώπους γύρω τους, κάνουν κάμπινγκ στο δάσος, διανυκτερεύουν σε μικρά μοτέλ και πολυτελείς βίλες και φλερτάρουν με κορίτσια τα οποία αδιαφορούν. Το σημαντικό όμως είναι ότι περνάνε μια εβδομάδα μόνοι τους, μακριά από την «ασφάλεια» αλλά και την καταπίεση των γονιών τους. Παρά την παρουσία της Κλοντέ, το ταξίδι αυτό, σε συνδυασμό με την αναπηρία τους, τους φέρνει αντιμέτωπους με πρακτικές δυσκολίες που ούτε καν μπορεί να φανταστεί κανείς αν δε βρίσκεται στη θέση τους (κορυφαίο παράδειγμα, η σκηνή στο πρώτο ξενοδοχείο όπου ο σκηνοθέτης σχεδόν σε προκαλεί να γελάσεις με τις καταστάσεις). Μία από τις μεγαλύτερες επιτυχίες της ταινίας, άλλωστε, είναι το πώς ακριβώς σε κάνει να νιώσεις σχεδόν τις διάφορες δυσκολίες στην καθημερινότητα αυτών των παιδιών, χωρίς μελοδραματικές επικλήσεις στο συναίσθημα και χωρίς να μειώνει τους χαρακτήρες και να κάνει το θεατή να τους λυπηθεί. Είναι μία πολύ λεπτή γραμμή, πάνω στην οποία οι δημιουργοί της ταινίας ισορροπούν με επιτυχία.

Στον πυρήνα του, το έργο είναι μια κλασική coming of age ιστορία (αν και ο Τζόσεφ είναι αρκετά μεγαλύτερος σε ηλικία από τον Λαρς και τον Φίλιπ) αλλά αποφεύγει τους διδακτισμούς και τα «μαθήματα ζωής» κι αντί αυτών επικεντρώνεται στις πιο απλές, αλλά εξαιρετικά δυνατές στιγμές μεταξύ των βασικών χαρακτήρων. Το ταξίδι φέρνει τους τρεις φίλους αντιμέτωπους με την αναπηρία τους. Θα προσπαθήσουν να την ξεπεράσουν αλλά είναι αναπόφευκτο πως στο τέλος θα πρέπει να «συμβιβαστούν» με την αποδοχή. Ειλικρινά «γλυκόπικρο», το Hasta La Vista δεν είναι ρηξικέλευθο σινεμά, αλλά σε κερδίζει τη συγκίνηση του θεατή γιατί είναι σινεμά απλό, συγκρατημένο και, θα τολμήσω να πω, αληθινό.

 

 

 

Δημήτρης Ασπρολούπος

Αγαπώ τον Χίτσκοκ, τον Φιντσερ, τον Χάνεκε, τον αγγλικό ρεαλισμό και το σκανδιναβικό σινεμά αλλά παράλληλα έχω και ένα soft spot για τον Γουές Αντερσον.
Δεν υπάρχουν σχόλια

ΑΠΑΝΤΗΣΕ

*

*

ΣΧΕΤΙΚΑ