Η σημασία του χώρου στην κινηματογραφική τέχνη

...

Γράφει ο Γιώργος Κόκουβας

Αν έκανες μια ταινία, πού θα τοποθετούσες την δράση; Αν δεν έχεις ακόμη συγκεκριμένη σεναριακή κατεύθυνση, τα πράγματα είναι εντελώς ελεύθερα: Μπορεί να είναι σε άλλον πλανήτη, για να πάρουμε ένα ακραίο παράδειγμα. Μπορεί να είναι σε ένα χωριό του Ολύμπου, σε μια μητρόπολη της Δύσης, στην μεσαιωνική Ιταλία, στην Αθήνα του Περικλή, σε μια ταράτσα της Θεσσαλονίκης, σε μια αιγαιοπελαγίτικη παραλία. Το ποιο από όλα αυτά θα επιλέξεις εξαρτάται από πολλούς παράγοντες. Πέρα από τους σεναριακούς, παρακάτω παραθέτουμε και τους αισθητικούς/ψυχολογικούς/τεχνικούς παράγοντες που πρέπει να λαμβάνονται υπ’ όψη.

Στην προηγούμενη ανάρτηση, σχετικά με τον χρόνο, τους περιορισμούς και τις δυνατότητες που προσφέρει στην κινηματογραφική εμπειρία, αναφέραμε μία από τις βασικές αρετές του, η οποία εντείνει το δράμα: Την αντίστροφη μέτρηση. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι ο ήρωας έχει συγκεκριμένο χρόνο για να κινηθεί. Αν πάρουμε ολόκληρη αυτή τη συνθήκη και την μεταφέρουμε από την έννοια του χρόνου σε αυτή του χώρου, έχουμε το εξής: Όταν ο ήρωας τοποθετείται σε οριοθετημένο χώρο, αφενός βοηθάμε τον προσανατολισμό του θεατή και αφετέρου αυξάνουμε την δραματική ένταση.

Πώς συμβαίνει αυτό; Αρχικά, αν σκεφτούμε σαν θεατές, θα διαπιστώσουμε ότι κάθε φορά που ξεκινά με νέα σκηνή σε μια ταινία που παρακολουθούμε, το πρώτο πράγμα που κάνουμε αυθόρμητα είναι να χαρτογραφήσουμε νοητά τον χώρο. Να έχουμε δηλαδή υπόψη μας καθ’ όλη την διάρκεια της σκηνής ποιος είναι μαζί με τον ήρωα στο δωμάτιο, ποιος κρύβεται πίσω από τον καναπέ, πού υπάρχει πόρτα ώστε να έχει ο ήρωας έξοδο διαφυγής κλπ. Γι’ αυτό άλλωστε έχουν «εφευρεθεί» τα establishing shots και χρησιμοποιούνται κατά κόρον στην αρχή των σεκάνς. Και γι’ αυτό επίσης έχει «εφευρεθεί» και η απόκρυψη, η συνήθεια του σκηνοθέτη να κρατά μερικά «μυστικά» του χώρου για να έχει άσσους στο μανίκι του για τη συνέχεια.

Πώς όμως βοηθά η οριοθέτηση του σκηνικού χώρου στην αύξηση της δραματικής έντασης; Τα θρίλερ είναι σε αυτή την περίπτωση το καλύτερο παράδειγμα. Τα περισσότερα αρχίζουν κάπως έτσι: Μια παρέα αποφασίζει να επισκεφθεί το απομονωμένο σπιτάκι ενός θείου/ένα καταφύγιο στο βουνό/μια ερημική παραλία κ.ο.κ. Σε όλες τις παραπάνω περιπτώσεις, γνωρίζουμε ήδη πως έχει στηθεί το ιδανικό σκηνικό για να δεχθούν επίθεση από οποιαδήποτε απειλή και θα είναι ευάλωτοι ακριβώς επειδή δεν θα υπάρχει κανείς τριγύρω. Φοβόμαστε ήδη, μόνο και μόνο χάρη στον παράγοντα «χώρος». Άλλωστε στην απόλυτη απομόνωση, εκεί που δεν μπορείς να στηριχθείς στη βοήθεια κανενός, είναι που πρέπει να στηριχθείς στις δικές σου δυνάμεις και να δείξεις τον πραγματικό χαρακτήρα σου. Η συναισθηματική και ψυχολογική ένταση έχει ήδη γιγαντωθεί.

Ο χώρος είναι ένας από τους χαρακτήρες

Ο σκηνικός χώρος, όπως θα συμφωνούσε μαζί μας και ο Αντονιόνι, αποτελεί καθρέφτισμα της ψυχολογίας των ηρώων. Στην ταινία του «Κόκκινη Έρημος», δεν είναι καθόλου τυχαία η επιλογή της ερήμου ως σκηνικό. Δεν είναι καθόλου τυχαία η ύπαρξη μούχλας στους τοίχους, σε μια ταινία που παρουσιάζει την ζωή μιας διαλυμένης οικογένειας. Γενικότερα, στην σημειολογία της τέχνης, τίποτα δεν είναι τυχαίο. Και κάθε στοιχείο που υπάρχει στον χώρο στον οποίο πρόκειται να στήσουμε την κάμερα οφείλουμε να ελέγχουμε πως γνωρίζουμε γιατί υπάρχει και κατά πόσο πρέπει να υπάρχει. Ο χώρος όχι απλώς συμπάσχει, αλλά αντανακλά την αλήθεια που βιώνουν οι χαρακτήρες.

Η αρχιτεκτονική του σινεμά

«Πολύ σπάνια ασχολούνται οι αρχιτεκτονικοί κριτικοί με κάτι άλλο πέρα από πραγματικά κτίρια. Είναι πιο πιθανό ότι το κτίριο ενός νέου μουσείου, που υποδέχεται μόλις 100.000 επισκέπτες τη χρονιά, θα συζητηθεί, ενώ ένα κινηματογραφικό σκηνικό που στοιχίζει πολλά εκατομμύρια και θα το δουν εκατομμύρια άνθρωποι από όλο τον κόσμο απορρίπτεται ως “μη αρχιτεκτόνημα”», αναφέρει ο ειδικός σε θέματα αρχιτεκτονικής Geoff Manaugh στο blog του.  Και έχει δίκιο.

Η τεχνική πλευρά της δημιουργίας του κινηματογραφικού σύμπαντος μιας ταινίας περιλαμβάνει πολλή αρχιτεκτονική δουλειά, ακόμη και ασυνείδητα. Από το πώς θα διαμορφώσεις μια γκαρσονιέρα στην οποία θα διαδραματίζεται όλη η ταινία μέχρι τις τέλεια αρχιτεκτονημένες παράλληλες διαστάσεις του Inception, η αρχιτεκτονική διεκδικεί το δικό της μερίδιο στην κινηματογραφική δημιουργία.

Δείτε για παράδειγμα πως στο Truman Show οι δημιουργοί έχτισαν μια ολόκληρη πόλη για τον ήρωά τους, θέτοντας τα κατάλληλα όρια στην θάλασσα. Σκεφτείτε πόσους ορόφους και πόσους διαφορετικούς χώρους ενός και μόνο κτιρίου παρακολουθήσατε στο Die Hard. Αναλογιστείτε πως ο Lars von Trier αποτύπωσε με μινιμαλιστικό τρόπο την σημασία του χώρου μόνο με κιμωλίες στο έδαφος στο Dogville. Το «χτίσιμο» του δικού σου συνεπούς κόσμου αποτελεί σίγουρα ένα από τα πιο γοητευτικά και απαιτητικά κομμάτια στην δημιουργία μιας ταινίας.

Οι πόλεις στο σινεμά

Η τελειοποίηση της παραπάνω αρχής βρίσκεται στα απτά παραδείγματα των ταινιών που μας παρουσιάζουν ολόκληρες πόλεις τέλεια στημένες με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τους. Η μία πλευρά του νομίσματος είναι οι βγαλμένες από την φαντασία πόλεις, όπως οι Gotham του Batman, η Μίνας Τιρίθ του LOTR, η Μητρόπολη του Fritz Lang και η Αμαρτωλή Πόλη του Sin City. Φυσικά, ακόμη και αυτές έχουν αρχιτεκτονικές αναφορές και ύφος που βασίζεται σε πραγματικές πολιτείες – η Gotham για παράδειγμα παραπέμπει σαφώς στη Νέα Υόρκη ενώ η Μίνας Τιρίθ είναι εξ ολοκλήρου εμπνευσμένη από την γαλλική μεσαιωνική πόλη του Mont Saint Michel.

«Πολλές ταινίες που γυρίστηκαν την δεκαετία του ’20 προσπαθούν να αναπαραστήσουν όχι μόνο τους φόβους για το μέλλον αλλά και το σοκ που προκαλούσε το παρόν μέσα στην μεγαλούπολη της εποχής. Η πόλη εμφανίζεται ως βασική πρωταγωνίστρια ενός μέσου που αποτελεί μέρος της κουλτούρας της», αναφέρει η Αφροδίτη Νικολαΐδου στις «Κινηματογραφικές Ιστορίες των Πόλεων», κλείνοντας ουσιαστικά το μάτι στην εφιαλτική «Μητρόπολη» του Λανγκ.

Η πόλη στο σινεμά στην συνέχεια περνά στο επίπεδο της ετεροτοπίας, παράγοντας σημαινόμενα ξέχωρα από την ύπαρξή της, ενώ δεν σταματά να αποτελεί και φυσικό σκηνικό, ως φόρο τιμής των σκηνοθετών προς κάποια αγαπημένη τους πόλη: Αυτή είναι και η δεύτερη πλευρά του νομίσματος για το οποίο μιλούσαμε νωρίτερα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, ο Woody Allen που ξεκίνησε με το Μανχάταν και πρόσφατα αποφάσισε να θέσει ως πρωταγωνίστριες στις ταινίες του τις μεγαλύτερες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες. Το ίδιο συμβαίνει και με την τριλογία του Linklatter που ολοκληρώνεται φέτος με το Πριν τα Μεσάνυχτα. Πρώτα ήταν η Βιέννη, μετά το Παρίσι, τώρα η Ελλάδα και συγκεκριμένα η Μεσσηνιακή Μάνη, ένας τόπος γεμάτος μύθους όπως αναφέρει και η Delpi στο trailer της ταινίας.

Ας μην ξεχνάμε τέλος τις ενδιαφέρουσες «ετεροτοπίες της παρέκκλισης», όπως οι φυλακές, τα νοσοκομεία, τα ψυχιατρεία και τα γηροκομεία, που παρουσιάζουν ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, επειδή αντιπροσωπεύουν ανθρώπους και σχέσεις σε κρίση, γι’ αυτό άλλωστε είναι και τόσο πολυπαιγμένοι χώροι στην μεγάλη οθόνη.

Δείτε όλα τα άρθρα του Filmmaking

Δημήτρης Ασπρολούπος

Αγαπώ τον Χίτσκοκ, τον Φιντσερ, τον Χάνεκε, τον αγγλικό ρεαλισμό και το σκανδιναβικό σινεμά αλλά παράλληλα έχω και ένα soft spot για τον Γουές Αντερσον.
Δεν υπάρχουν σχόλια

ΑΠΑΝΤΗΣΕ

*

*

ΣΧΕΤΙΚΑ