Με Λένε Ερνέστο – Infancia Clandestina (2012)

Το «Infancia Clandestina» είναι ένα μείγμα βιογραφικών και καθαρά μυθοπλαστικών στοιχείων, όμορφο στην απόδοσή του και με στιγμές εξαιρετικού στιλιζαρίσματος.







Σκηνοθεσία: Benjamín Ávila
Σενάριο: Benjamín Ávila, Marcelo Müller
Πρωταγωνιστούν: Natalia Oreiro, Ernesto Alterio, César Troncoso
Διάρκεια: 112’
Χώρα: Αργεντινή, Ισπανία, Βραζιλία
Διανομή: Odeon

 

Στην τεταμένη πολιτικά σκηνή, της Αργεντινής της δεκαετίας του ’70, και ενώ η στρατιωτική χούντα καλά κρατεί, ένα ζευγάρι εξορισμένων ακτιβιστών, αποφασίζει να επιστρέψει από την Κούβα στην πατρίδα του, φέρνοντας μαζί και τα δυο τους παιδιά: την μόλις μηνών Vicky, και τον ξύπνιο πιτσιρικά Juan.

Διατηρώντας ως επιχειρησιακό προπύργιο για τις οργανωμένες επιθέσεις κατά της στρατιωτικής εξουσίας, το σπίτι του θείου του Juan, Beto (Alterio), και σαν πρώτης τάξεως βιτρίνα, την παραγωγή…σοκολατένιων φιστικιών, το ζευγάρι θα συνεχίσει την υπόγεια δράση του, παρέα με τους έτερους companeros.

Όπως είναι φυσικό, όλη αυτή η κατάσταση θα επιφέρει το δικό της πλήγμα στον παιδικό ψυχισμό του Juan, ο οποίος θα κληθεί να αλλάξει το όνομά του σε Ernesto (από τον Ernesto Che Guevara φυσικά), και να ακολουθήσει μια κατά τα άλλα φυσιολογική καθημερινότητα, πηγαίνοντας στο σχολείο της γειτονιάς. Μέχρι την στιγμή δηλαδή που τα πρώτα αθώα, παιδικά σκιρτήματα, θα κάνουν την εμφάνισή τους, σωματοποιημένα στην όμορφη Maria…

Το «Infancia Clandenstina», αποτελεί την πρώτη, μεγάλου μήκους ταινία του Αργεντινού σκηνοθέτη Benjamin Avila, ο οποίος μετράει στο ενεργητικό του, δυο ακόμη short φιλμάκια, καθώς και ένα ντοκιμαντέρ. Άμεσα επηρεασμένος καθώς ήταν, από τα γεγονότα της εποχής, γνωστής και ως “Dirty War”, o Avila, δημιουργεί μια ημι-βιογραφική ταινία, αποκαλύπτοντας πτυχές της δικής του παιδικής ζωής και του τρόπου με τον οποίο ο ίδιος έπρεπε να αντιμετωπίσει τον θάνατο της μητέρας του από τον στρατό (επειδή είχε θεωρήθηκε πως ανήκε στους Montoneros), καθώς και όλη την περιρρέουσα και επίπονα εύθραυστη κατάσταση, όπως αυτή βιωνόταν από χιλιάδες Αργεντινούς πολίτες.

Χωρίς να υπάρχει μια απόλυτα ταυτόσημη βάση, ανάμεσα στα προσωπικά του βιώματα, και αυτά του ήρωα Juan, εντούτοις ο Avila, μοιάζει να υφαίνει την ιστορία του με χρώματα απλά και κατανοητά, στοχεύοντας ξεκάθαρα στην δημιουργία ενός coming of age film, με πρωταρχική σκέψη, την παρουσίαση των συνεπειών ενός πολέμου, μέσα από τα παιδικά μάτια. Το γεγονός οτι ο πόλεμος αυτός μαίνεται εκτός οθόνης και αφηγηματικού χρόνου, κάθε άλλο παρά να αποδυναμώνει την ιστορία του, μιας που η οπτική της απουσία, εξαργυρώνεται ως μια μόνιμη μορφή απειλής που καιροφυλαχτεί πάνω από τα κεφάλια της πρωταγωνιστικής οικογένειας, περιμένοντας να ξεσπάσει σε κάθε ουρλιαχτό αστυνομικής σειρήνας ή ελέγχου στοιχείων, από τους ακροβολισμένους στους δρόμους στρατιώτες.

Παρόλα αυτά, αν και στο επίκεντρο της ταινίας τίθεται από νωρίς η οντότητα του Juan, και παρά το γεγονός ότι η σκηνοθεσία αποτελεί σίγουρα το δυνατό της χαρτί, εντούτοις το σενάριο μοιάζει μάλλον βεβιασμένο και ανολοκλήρωτο, χωρίς να δίνει την δυνατότητα τόσο στις καταστάσεις, όσο και στους ήρωες αυτών, να αναπτυχθούν και να ανάγουν το φιλμ σε κάτι το πραγματικά διαφορετικό.

Το «Infancia Clandestina» είναι ένα μείγμα βιογραφικών και καθαρά μυθοπλαστικών στοιχείων, όμορφο στην απόδοσή του και με στιγμές εξαιρετικού στιλιζαρίσματος, οι οποίες προκύπτουν αφενός, από το σφηνάτο animation με το οποίο επιλέγει ο σκηνοθέτης να αναπαραστήσει τις βιωμένες από τα μάτια του Juan, στιγμές βίας και αφετέρου από τα ξεθωριασμένα, σχεδόν Wes Anderson-ικά χρώματα της φωτογραφίας του. Κατασκευάζοντας επί της ουσίας μια ξεκάθαρη, κομικίστικη θέαση των πραγμάτων από την πλευρά του παιδιού, καταφέρνει αρχικά να μειώσει την ρεαλιστική ένταση της στιγμής, κρατώντας όμως παράλληλα το κινηματογραφικό ενδιαφέρον αμείωτο (σε αυτές τις στιγμές μάλιστα θα λέγαμε, ότι βρίσκεται στο ζενίθ), χωρίς μάλιστα αυτή η ανιματζίδικη αναπαράσταση να κλέβει στο ελάχιστο τον πραγματικό αντίκτυπο του χαμού, στην παιδική καρδιά. Το ενδιαφέρον κομμάτι της ταινίας εξάλλου, αφορά τόσο την επιλογή χρήσης του παραδοσιακού animation, όσο και του τρόπου απόδοσης των ταραγμένων ονείρων του Juan, τα οποία είναι θαρρείς βουτηγμένα μέσα σε μια καθαρά σουρεαλιστική, μπουνιουελική θάλασσα, στις αποχρώσεις ενός πρασινωπού, νέον φωτός, το οποίο προσδίδει μια αρρωστημένη εσάνς στα έτσι κι αλλιώς, εφιαλτικά όνειρα. Μια εσσάνς, που παραπέμπει πολύ, στην επιλογή του ίδιου χρώματος, στην ταινία του Oliver Stone, «Natural Born Killers», στην οποία είχε χρησιμοποιηθεί για τους ίδιους λόγους.

Κατά τα άλλα, το χαριεντίστικο ρομάντζο του μικρού πρωταγωνιστή, δεν προσδίδει και πολλά στο story, αποτελεί απλώς μια έξοδο διαφυγής από την σκληρή πραγματικότητα των ενηλίκων, παραπέμποντας σε παρόμοιες, γνωστές χαριτωμενιές. Όσον αφορά τις ερμηνείες, αυτή της Natalia Oreiro ξεχωρίζει, αν και πάλι δεν μιλάμε για απτά ολοκληρωμένους χαρακτήρες, γεγονός που φαίνεται ακόμα και από την προχειροδουλεμένη, καμουφλαρίστικη δράση τους (π.χ γεμίζουν τα κουτάκια σοκολάτας με σφαίρες, αδυνατώντας να υποθέσουν ότι το αυτοκίνητο που τα μεταφέρει μπορεί εύκολα να ελεγχθεί από τους ανθρώπους του στρατού).

Στο σύνολό του, το ντεμπουτάρισμα του Avila, είναι μια ταινία που αξίζει της προσοχής σου, αν μη τι άλλο για τον μικρό της πρωταγωνιστή και την όμορφη σκηνοθεσία της.

 

 

 

Βαρβάρα Κοντονή

Ερωτευμένη με τον κινηματογράφο από μικρή, παθιασμένη με τις εικόνες, τους ήχους, τις ιστορίες και την ομορφιά της 7ης Τέχνης, απολαμβάνω να γράφω με ένταση για αυτά που αγαπώ.
Δεν υπάρχουν σχόλια

ΑΠΑΝΤΗΣΕ

*

*