Συνεντευξη με τον Τασο Σδρολια

Σκηνοθέτη της μικρού μήκους "Affinity" που θα διαγωνιστεί στις Νύχτες Πρεμιέρας

Μετά την ολοκλήρωση της συνέντευξης τύπου των φετινών Νυχτών Πρεμιέρας, και της ανακοίνωσης του αναλυτικού προγράμματος, βρέθηκα με το φίλο κινηματογραφιστή Τάσο Σδρόλια, ο οποίος θα δει να προβάλλεται για πρώτη φορά σε αίθουσα το μικρό μήκους ντεμπούτο του «Affinity«, στα πλαίσια του αντίστοιχου διαγωνιστικού τμήματος του φεστιβάλ. Πρόκειται για ένα καλειδοσκοπικό sci-fi δράμα, που προδίδει ένα ιδιαίτερο τρόπο αφήγησης μιας ιστορίας, σε μια παραγωγή που κόστισε 5 ευρώ.

k1

Γιάννης Καντέα-Παπαδόπουλος: Πώς ξεκίνησε η ενασχόλησή σου με το σινεμά;

Τάσος Σδρόλιας: Από εσωτερικές αναζητήσεις μάλλον.

Γ.Κ.Π.: Σε ποια ηλικία περίπου;

Τ.Σ.: Κάπου στο λύκειο. Ανακάλυψα το σινεμά, κι αυτό μου κρατούσε συντροφιά. Δε θα μπορούσα ίσως να την είχα βγάλει καθαρή χωρίς το σινεμά μέχρι τώρα. Με καταλαβαίνεις πιστεύω.. Όπως η καλή μουσική συνδυάζεται με τον κινηματογράφο, έτσι όπως σε κάνει να νιώσεις κάτι, μένει μαζί σου στις δύσκολες στιγμές. Γίνεται ο καλύτερός σου φίλος με λίγα λόγια. Το ‘χουμε βιώσει όλοι αυτό πιστεύω σ’ ένα βαθμό. Όμως στον καθένα είναι διαφορετικό.

Γ.Κ.Π.: Ποιες ταινίες θα μπορούσες να πεις ότι ήταν εκείνες που σε έκαναν να σκεφτείς «αυτό θέλω να κάνω»;

Τ.Σ.: Το «12 Angry Men» σίγουρα. Ήταν αριστουργηματικός ο τρόπος που γυρίστηκε.

Γ.Κ.Π.: Δεν περίμενα να μου πεις αυτήν την ταινία για κάποιο λόγο.

Τ.Σ.: Γιατί;

Γ.Κ.Π.: Δεν ξέρω, όπως σε γνωρίζω αυτή είναι η τελευταία ταινία που θα σκεφτόμουν πως θα έλεγες. Ενώ προφανώς πρόκειται για αριστούργημα.

Τ.Σ.: Ναι, όντως. Άλλη ταινία.. Ίσως εκείνες του Fincher πάρα πολύ, σ’ ένα βαθμό του Aronofsky, αλλά αρκετά και η κορεάτικη σχολή.

Γ.Κ.Π.: Ε να, αυτό περίμενα κι εγώ να ακούσω! Να μου λες για τον ασιατικό κινηματογράφο.

Τ.Σ.: Η κορεάτικη σχολή είναι σίγουρα ψυχρή, στυγνή, αλλά αυτή η ποιητική βία που αναδύει δεν τη βρίσκεις πουθενά αλλού. Είναι πραγματικά μοναδική.

1

Γ.Κ.Π.: Το «Affinity« πότε το γύρισες;

Τ.Σ.: Το 2014.

Γ.Κ.Π.: Με ποιον τρόπο επέλεξες αυτό το σενάριο;

Τ.Σ.: Με ποιον τρόπο το επέλεξα.. Καλή ερώτηση (γέλια). Θα έλεγα μάλλον μαζί με τα παιδιά (σ.σ.: τους ηθοποιούς της ταινίας Βασίλη Γκότση και Κώστα Αθανασόπουλο). Δεν το γράψαμε ακριβώς, προέκυψε θα έλεγα, από το ότι ξεκινήσαμε να εξερευνούμε την Αθήνα. Οι εσωτερικές αναζητήσεις που σου ‘λεγα και πριν, που θες να κάνεις κάτι, να βγεις λίγο πιο έξω από ‘σένα. Ψάχναμε ωραία μέρη, όμορφα, που να μας εκφράζουν. Το σινεμά είναι βρωμιά εξάλλου. Νομίζω σ’ ένα βαθμό το δείχνω στην ταινία. Όσο πιο βρώμικο τόσο το καλύτερο.

Γ.Κ.Π.: Με φιλμ έχεις γυρίσει ποτέ;

Τ.Σ.: Όχι, ποτέ. Αυτό το μετανιώνω πολύ, θα ήθελα να το χρησιμοποιήσω κάποια στιγμή.

Γ.Κ.Π.: Επιστρέφοντας στο σενάριο, το ότι ήθελες να βγεις παραέξω μπορεί να είναι η αφόρμηση, αλλά το τελικό που βλέπουμε και στην ταινία με ποιον τρόπο το σκέφτηκες;

Τ.Σ.: Θέλαμε να δείξουμε ότι όλοι ξεκινούν από ένα σημείο και καταλήγουν σε ένα τελικό στάδιο, όπου όμως μπορεί να βρουν τον εαυτό τους διαφορετικό. Δεν υπάρχει δηλαδή η εκδοχή πως μόνο ένας τρόπος αρκεί για να φτάσεις στο σκοπό σου. Όχι, υπάρχουν πολλοί διαφορετικοί. Ξεκινάς με κάτι, και στο τέλος ανακαλύπτεις κάτι άλλο, αναπάντεχο. Μέσα από τον τρόπο που πραγματώνεται η ίδια η διαδικασία.

Γ.Κ.Π.: Είναι καθαρά ψυχολογικά στημένη η ταινία έτσι κι αλλιώς.

Τ.Σ.: Ή πολύ απλά μπορείς να πεις ότι είδα πολλές ταινίες του Lynch μαζεμένες (γέλια).

Γ.Κ.Π.: Μπορεί, αλλά παρόλαυτα δε βγάζει κάτι προφανώς λυντσεϊκό. Δεν έχει δηλαδή ένα ύφος που αυτόματα το αναγνωρίζεις και το χαρακτηρίζεις έτσι. Η ταινία σου είναι περισσότερο sci-fi, παρά κάτι άλλο.

Τ.Σ.: Όντως, το sci-fi στοιχείο υπάρχει μέσα.

Γ.Κ.Π.: Φαίνεται και στα σκηνικά: το εγκαταλειμμένο τοπίο, τα graffiti, η ανυπαρξία ζωής.

Τ.Σ.: Περιμένεις να δεις μια δυστοπία κατά κάποιον τρόπο.

Γ.Κ.Π.: Είναι έμμεσα και ένα σχόλιο για τη σύγχρονη Αθήνα που έλεγες προηγουμένως.

Τ.Σ.: Δίκιο έχεις, με έμμεσο τρόπο είναι αυτό που λες ξεκάθαρα.

Γ.Κ.Π.: Έμμεσα επίσης είναι, κατά τη γνώμη μου μια πολιτική ταινία, ως προς τον τρόπο με τον οποίο δημιουργήθηκε. Δηλαδή, με τη λογική του αυθόρμητου «παίρνω μια κάμερα και βγαίνω για γύρισμα», που δεν περιμένει χρήματα ή χορηγίες για να πραγματοποιήσει αυτό που θέλει.

Τ.Σ.: Αυτό ισχύει σίγουρα, και θα συμφωνήσω. Αν είμαι για κάτι περήφανος που καταφέραμε με αυτήν την ταινία, είναι ο τρόπος με τον οποίο περάσαμε στο διαγωνιστικό των Νυχτών Πρεμιέρας. Δεν είχαμε ουσιαστικά καν παραγωγή με την κλασσική έννοια του όρου, ήμουν εγώ και οι δύο ηθοποιοί της ταινίας. Αλλά ακόμα κι έτσι καταφέραμε να δημιουργήσουμε τη μικρού μήκους που θέλαμε και να την προβάλλουμε σε αίθουσα. Ακόμα ούτε κι εμείς το πιστεύουμε.

Βγήκαμε έξω με την κάμερά μας και ξεκινήσαμε να γυρίζουμε μια «απλή ταινία», μόνο και μόνο επειδή γουστάραμε να καθόμαστε και να βλέπουμε όλη μέρα σινεμά, κι έτσι στήσαμε το υλικό και τη φτιάξαμε. Και γι’ αυτό είμαστε πάρα πολύ χαρούμενοι για αυτήν την ευκαιρία που μας δόθηκε.

Γ.Κ.Π.:  Ένα από τα δυνατά σημεία της ταινίας, είναι η απόλυτα κινηματογραφική αφήγησή της.

Τ.Σ.: Θα τη χαρακτήριζες έτσι;

Γ.Κ.Π.: Ναι, γιατί δε βασίζεται στους διαλόγους όπως πολλές νέες ταινίες μικρού και μεγάλου μήκους, όπου όλη τους η αφηγηματική ισχύς πηγάζει από εκεί και όχι την εικόνα. Εδώ όμως, η δράση κινητοποιείται αποκλειστικά από ό,τι απεικονίζεται.

Τ.Σ.: Χαίρομαι ειλικρινά που σε κράτησε η εικόνα, αλλά φαντάσου ότι γυρίσαμε με μία απλή handycam μην έχοντας καν μικρόφωνο. Δηλαδή και να ήθελα, δεν μπορούσα να έχω διαλόγους (γέλια). Οπότε αναγκαστικά έπρεπε να σκεφτώ κάτι άλλο, και να προσαρμοστώ. Ένας καλός σκηνοθέτης μπορεί να κάνει μια ταινία με 500 και βάλε χιλιάρικα, αλλά θα φανεί πραγματικά όταν θα έχει στα χέρια πέντε πράματα και του πεις: «Κάνε μου μια ταινία.» Αυτό λέει κι ο Rodriguez εξάλλου.

Kwstas

Γ.Κ.Π.: Πώς ήταν η διαδικασία των γυρισμάτων; Έκανες κάποιο ρεπεράζ πρώτα ή εξαρχής είχες το συγκεκριμένο μέρος στο νου σου;

Τ.Σ.: Στο μυαλό μου σίγουρα υπήρχε το μέρος σ’ ένα βαθμό, γιατί όταν φτάνεις εκεί προφανώς βλέπεις κάποια πράματα που δεν υπολόγιζες, και πρέπει πάλι να προσαρμοστείς. Αλλά έγινε ρεπεράζ, τρέξαμε και σ’ ένα άλλο εγκαταλειμμένο κτήριο προτού καταλήξουμε σε αυτό της ταινίας, που βρίσκεται στον Περισσό.

Γ.Κ.Π.: Πόσο διήρκησαν τα γυρίσματα;

Τ.Σ.: Σύνολο 8-10 ώρες, που σπάσαμε σε 2 μέρες. Γιατί χρειαζόμασταν το φυσικό φως, και πηγαίναμε για γύρισμα όποτε μπορούσαν και οι ηθοποιοί.

Γ.Κ.Π.: Τους ηθοποιούς με ποια κριτήρια τους επέλεξες (σ.σ.: και οι δύο είναι ερασιτέχνες);

Τ.Σ.: Όλοι έχουμε κάποιους φίλους που θέλουν να ασχοληθούν με την ηθοποιία  (γέλια). Έτσι επιλέγεις από αυτούς εκείνους που θεωρείς ότι είναι οι ικανότεροι. Κι εγώ με τους δικούς μου φίλους αυτό έκανα, και ελπίζω οι επιλογές μου να ήταν σωστές.

Γ.Κ.Π.: Λαμβάνοντας υπόψη ότι η παραγωγή ήταν μηδενική, η επιλογή ερασιτεχνών ηθοποιών ήταν μονόδρομος.

Τ.Σ.: Ναι, τα μόνα χρήματα που δώσαμε ουσιαστικά ήταν πέντε ευρώ για τα χρώματα ζαχαροπλαστικής. Μέχρι εκεί, τις ρόμπες τις βρήκαμε δωρεάν (γέλια).

Γ.Κ.Π.: Η αισθητική και το ύφος μιας ταινίας, είναι δύο από τα βασικότερα χαρακτηριστικά γραφής ενός σκηνοθέτη. Στο κομμάτι του θέματος όμως, για εσένα ποιες είναι εκείνες οι προβληματικές που θα ήθελες να κινηματογραφήσεις;

Τ.Σ.: Ίσως να με ελκύει ο πεσιμισμός.. Το τι συμβαίνει με τους ανθρώπους πραγματικά, πώς αντιλαμβάνονται τον κόσμο, τον οποίο δεν μπορούμε με τίποτα να αλλάξουμε.

Γ.Κ.Π.: Πάντως, κάτι άλλο που μου άρεσε στην ταινία είναι ότι ο ήρωάς σου αφού συνειδητοποιήσει πού βρίσκεται, κάνει κάτι για να ξεφύγει από αυτό. Κι ακόμη ότι το τέλος της, δεν είναι απόλυτο, δε λυτρώνεται ο ίδιος, στοιχείο που εδώ δουλεύει.

Τ.Σ.: Αυτό το ήθελα και εγώ, γιατί είναι κάτι που μάλλον συμβαίνει και στην πραγματική ζωή. Για παράδειγμα άνθρωποι πεθαίνουν κάθε μέρα, δίχως να ολοκληρώνουν απαραίτητα το έργο που ήθελαν, ή να εκπληρώνουν τις φιλοδοξίες τους. Αλλά έχουμε τη ψευδαίσθηση πως θα γίνουν.

Γ.Κ.Π.: Δηλαδή, όπως όλα αυτά που συμβαίνουν στον ήρωα και μπορεί να βρίσκονται μόνο στο κεφάλι του, με κάποιον παρόμοιο τρόπο πορευόμαστε και εμείς στις ζωές μας;

Τ.Σ.: Θα μπορούσε να συμβαίνει, αλλά δε θα ήθελα να κατευθύνω το θεατή προς μια άποψη.

Γ.Κ.Π.: Έτσι όπως είναι η κατάσταση σήμερα, εσένα η άποψή σου ποια είναι: να σπουδάσει κανείς σινεμά ή να μη σπουδάσει;

Τ.Σ.: Ο κινηματογράφος, όπως και κάθε τέχνη, είναι ξεκάθαρα πάθος. Δεν υπάρχει περίπτωση μία σχολή να φτιάξει π.χ. τον Tarantino ή κάποιον άλλο.

Γ.Κ.Π.: Συμπτωματικά, ο Tarantino δεν έχει σπουδάσει σε κάποια σχολή κινηματογράφου.

Τ.Σ.: Ναι, όπως και πολλοί άλλοι. Μπορείς να ψαχτείς με το internet, ή να πας πίσω από έναν άλλο και να του πεις να σε μάθει στην πράξη, να βρεθείς σε γύρισμα κ.λπ. Μαθαίνεις, και φτιάχνεις αυτό που θες να φτιάξεις.

Γ.Κ.Π.: Σ’ ευχαριστώ πολύ Τάσο, και εύχομαι καλή επιτυχία στην ταινία!

Τ.Σ.: Να ‘σαι καλά!

 

Το «Affinity« θα προβληθεί την 1η Οκτώβρη στον κινηματογράφο Δαναός 1 στις 17:45, μαζί με τις ταινίες: «Euroman», «2015», «Postheimat», «L’ Atente», «e-Social» και «Σαρκοβόρος». Πληροφορίες για την αγορά εισιτηρίων θα βρείτε εδώ.

Ευχαριστούμε το καφέ-μπαρ «Strange Fruit» για τη φιλοξενία.

Γιάννης Καντέα-Παπαδόπουλος

Δυσκολεύεται πολύ να γράψει το βιογραφικό του, κι ελπίζει τα κείμενά του να είναι καλύτερα από αυτό.
Δεν υπάρχουν σχόλια

ΑΠΑΝΤΗΣΕ

*

*