O Γιάννης Παπαδόπουλος, το αγόρι που τρώει το φαγητό του πουλιού, μιλάει στο reel.gr

...

Γράφει ο Δημήτρης Μπουτουρέλης – Γραμματικόπουλος

Λίγες μέρες μετά την πανελλαδική πρεμιέρα της ταινίας του Έκτορα Λυγίζου, «Το αγόρι τρώει το φαγητό του πουλιού», το reel.gr είχε την ευκαιρία να μιλήσει με τον πρωταγωνιστή της ταινίας, Γιάννη Παπαδόπουλο, ο οποίος μάλιστα απέσπασε το βραβείο Αντρικής Ερμηνείας από την κριτική επιτροπή του Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονικής, στα πλαίσια του οποίου έκανε πρεμιέρα η ταινία. Το βραβείο αυτό ήρθε να προστεθεί σε μια σειρά από επαίνους που έχουν απονεμηθεί στην ταινία, μεταξύ των οποίων και η Ειδική Μνεία που κέρδισε ο ηθοποιός στο Φεστιβάλ του Καρλόβι Βάρι καθώς και στο βραβείο ερμηνείας που απέσπασε στο Φεστιβάλ της Σεβίλλης, την ίδια βραδιά που βραβεύτηκε στη Θεσσαλονίκη.

Δεν χωράει αμφιβολία ότι «Tο αγόρι που τρώει το φαγητό του πουλιού» είναι μια σπουδαία και θαρραλέα ελληνική ταινία, και πως ο πρωταγωνιστής της, που οφείλεται σε τεράστιο βαθμό για την επιτυχία της,  είναι ένας από τους σημαντικότερους ανερχόμενους Έλληνες ηθοποιούς. Γεννημένος στη Θεσσαλονίκη, ο Γιάννης Παπαδόπουλος έφυγε από την γενέτηρά του στα 18 για να δώσει εξετάσεις στη Δραματική Σχολή του Εθνικού, όπου και πέρασε, ολοκληρώνοντας ουσιαστικά τις σπουδές του το 2010. Το βιογραφικό του είναι ήδη αρκετά πλούσιο: παραστάσεις με το Εθνικό Θεατρο, μέσα στις οποίες η «Τρισεύγενη» της Λυδίας Κονιόρδου και ο «Ηρακλής Μαινόμενος» του Μιχάλη Μαρμαρινού, δεν λείπουν και οι μικρού μήκους ταινίες «Mesecina» της Σοφίας Εξάρχου και «13 1/2» του Χάρη Βαφειάδη, ενώ μάλιστα θα συμμετέχει και στο «Before Midnight» του Richard Linklater!

«Στη «Mesecina» με είδε και ο Έκτορας» αναφέρει, μιλώντας για την γνωριμία του με τον σκηνοθέτη της πρώτης μεγάλου μήκους ταινίας του, τον Έκτορα Λυγίζο. «Το αγόρι τρώει το φαγητό του πουλιού» είναι η νούμερο ένα ελληνική ταινία της χρονιάς. Έκανε το πέρασμά της από πολλά διεθνή φεστιβάλ (μεταξύ των οποίων και αυτό του Τορόντο, του Λονδίνου και του Μόντρεαλ), βραβεύτηκε, εξίταρε το κοινό και μάγεψε με τη μοναδική, ειλικρινή, βαθιά συγκινητική ερμηνεία του πρωταγωνιστή της Γιάννη Παπαδόπουλου (την άποψή μας για την ταινία μπορείς να διαβάσεις εδώ). Όλοι στο Φεστιβάλ μιλούσαν για αυτόν. Οι θαμώνες της Αποθήκης Γ, είτε μίσησαν είτε αγάπησαν την ταινία του, όλοι μίλησαν με θαυμασμό για την ωμή, ρεαλιστική του ερμηνεία. Δεν θα ήταν υπερβολή αν έλεγε κανείς πως ο Παπαδόπουλος είναι η πιο δυνατή, νέα φωνή του ελληνικού σινεμά. Πράος, προσγειωμένος, πάντα χαμογελαστός και τρομερά ταλαντούχος, ο  23χρονος ηθοποιός μίλησε στο reel.gr για την εμπειρία του στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, για το «Αγόρι που τρώει το φαγητό του πουλιού» και για πολλά άλλα.

Πως ξεκίνησε το πάθος σου με την υποκριτική; Πως ανακάλυψες ότι αυτό που θέλεις να κάνεις στη ζωή σου είναι να είσαι ηθοποιός;

Όταν ήμουν μικρός, και ενώ η οικογένεια μου δεν είχε κάποια θεατρική παιδεία, δηλαδή δεν πηγαίναμε θέατρο ούτε βλέπαμε ταινίες με την έννοια του σινεφίλ, θυμάμαι να είμαι στη γειτονιά μου στη Θεσσαλονίκη και να παίζουμε παραστάσεις με τα παιδιά στη γειτονιά, να οργανώνουμε και να παίζουμε θέατρο για να μας βλέπουν οι γονείς μας. Μετά, όταν ήμουν στο δήμο Συκεών για την εκπαίδευση στο γυμνάσιο και στο λύκειο, ο δήμος διοργάνωνε μαθητικές θεατρικές συναντήσεις, όπου κάθε χρόνο, κάθε σχολείο προετοιμάζει μία παράσταση, όχι με δασκάλους και καθηγητές αλλά με ανθρώπους του θεάτρου. Η όλη διαδικασία γινόταν εξωσχολικά, το οποίο είναι πάρα πολύ σημαντικό, γιατί δεν γινόταν με τους όρους του σχολείου αλλά με άλλη όρεξη και αυτό κάπως με βοήθησε να συνειδητοποιήσω ότι μου αρέσει πολύ. Έπειτα έδωσα εξετάσεις στο Εθνικό, πέρασα, ήρθαν κάπως ομαλά τα πράγματα!

Στην ταινία «Το αγόρι τρώει το φαγητό του πουλιού», ο χαρακτήρας που υποδύεσαι, παρότι αντιμετωπίζει ακραίες καταστάσεις δεν ζητάει βοήθεια από κανέναν. Δικαιολογείς την επιλογή του; Εσύ πως θα λειτουργούσες σε αντίστοιχες συνθήκες;

Το βασικό του πρόβλημα είναι ότι δεν μοιράζεται τη δυσκολία του, δεν επικοινωνεί την αδυναμία του. Δεν είναι τόσο η πείνα, ούτε η φτώχεια. Αυτά είναι αφορμή στην ουσία για να συνειδητοποιήσει άλλα προβλήματα που έχει. Έχει να κάνει με το πείσμα του, με τη λάθος ερμηνεία της αξιοπρέπειας, μιας αξιοπρέπειας που σε κάποια σημεία φτάνει σε κάποια όρια που μόνο δυσκολεύουν παρά βοηθάνε. Αυτό είναι το κύριο πρόβλημά του. Φαντάζομαι ότι σίγουρα είναι δύσκολο πολύ να φτάσεις σε αυτή την κατάσταση αλλά προσωπικά έχω την οικογένειά μου και κάποιους φίλους από τους οποίους θα μπορούσα να ζητήσω κάποια βοήθεια. Σίγουρα όμως, φαντάζομαι ότι από ένα σημείο και μετά που πλέον δεν θα είχα όριο, θα ήμουν αναγκασμένος να γυρίσω πίσω. Δηλαδή, η τελευταία λύση στη ζωή μου, αν έφτανα ποτέ σε μία τόσο δύσκολη κατάσταση, θα ήταν να αναγκαστώ να γυρίσω πίσω στη Θεσσαλονίκη. Όσο και αν αγαπάω τη Θεσσαλονίκη, θα σημαίνει ένα πολύ κακό βήμα προς τα πίσω, σε σχέση με το πώς οργανώνω και φαντάζομαι τη ζωή μου και θα ήταν πολύ δύσκολο για μένα να το αποδεχτώ. Φαντάζομαι πως και ο ήρωας είναι σε αυτό το σημείο, η αποδοχή των δυσκολιών του είναι το τελευταίο επίπεδο. Σημαίνει ότι θα πρέπει να αφήσει το όνειρό του να τραγουδάει, θα πρέπει να γειωθεί πολύ απότομα.

Τι συμβολίζει για σένα το καναρίνι του ήρωα; Ποιος νομίζεις ότι είναι ο κύριος λόγος που ο συγκεκριμένος χαρακτήρας είχε ένα καναρίνι δίπλα του και ήθελε να το φροντίζει;

Αυτό προέκυψε από τη σχέση που έχω εγώ με τα καναρίνια. Από μικρός είχα καναρίνια, είναι ένα ζώο που μου αρέσει πάρα πολύ. H ζωή του, ο θάνατός του, όλα. Είναι σίγουρα ένα πολύ ενδιαφέρον κατοικίδιο, από την άποψη ότι δεν είναι ένα χρήσιμο κατοικίδιο. Tο μόνο που κάνει είναι να κελαηδάει! Είναι όμως ένα ζώο που σε έχει απόλυτη ανάγκη. Δηλαδή, ο ήρωας αυτή τη στιγμή δεν μπορεί να το αφήσει ελεύθερο, δεν μπορεί να το παρατήσει κάπου, γιατί θα είναι καταδικασμένο να πεθάνει. Είναι αναγκασμένος να το φροντίζει. Οπότε είναι λίγο περίεργο, γιατί από εκεί που χρειάζεται ο ίδιος φροντίδα πρέπει να φροντίσει και το καναρίνι. Δεν ξέρω αν συμβολίζει κάτι, αλλά σίγουρα στο μυαλό μου μοιάζει να ταυτίζεται με τον ήρωα που επίσης τραγουδάει και επίσης νιώθει άχρηστος, όπως φαντάζομαι πολύ νέοι, πόσο μάλλον άνθρωποι που ασχολούνται με το θέατρο ή με την τέχνη γενικότερα, που πάντα θεωρούταν πολυτέλεια και που αυτές τις μέρες λόγω της οικονομικής κρίσης είναι, δυστυχώς, σε μια σύγκρουση με τον εαυτό τους για το αν αυτό που κάνουν πραγματικά προσφέρει στην κοινωνία ή όχι.

Μια συγκεκριμένη σκηνή της ταινίας, αυτή του αυνανισμού, έχει βρεθεί στο επίκεντρο πολλών συζητήσεων. Ήταν μεγάλη πρόκληση για σένα η δημιουργία αυτής της σκηνής;

Όχι. Υπήρχαν άλλες σκηνές στην ταινία οι οποίες ήταν πιο δύσκολες για μένα. Σίγουρα είναι μια άβολη σκηνή, κυρίως κατά τη διάρκεια του γυρίσματος, αλλά πιστεύω ότι είναι πολύ καλά αφομοιωμένη μέσα στην ταινία, λειτουργεί πολύ βοηθητικά. Δεν θα την έβγαζα δηλαδή από την ταινία σε καμία περίπτωση. Είναι μια σκηνή που λειτουργεί σε ένα πολύ ωραίο σημείο στην ταινία και ενεργοποιεί τον θεατή με κάποιον τρόπο. Αν είσαι μέσα στον κινηματογράφο εκείνη τη στιγμή, όλοι οι θεατές ενεργοποιούνται, σηκώνονται να φύγουν, ανασηκώνονται στη θέση τους, κλείνουν τα μάτια τους. Με ενδιαφέρει πάρα πολύ η ταινία να βρίσκεται σε επικοινωνία με τον θεατή, ο θεατής να κινείται, να μην είναι αραχτός στην πολυθρόνα του και να τρώει ποπ κορν, αλλά να τον αφορά αυτό που συμβαίνει, να επηρεάζεται από αυτό.

Υπάρχει κάποια συγκεκριμένη σκηνή μέσα στην ταινία που να ξεχώρισες, που να σε εξίταρε τόσο πολύ ώστε να θέλεις να αναλάβεις τον ρόλο, ή ήταν όλο το σύνολο που σε τράβηξε;

Δεν ήταν κάποια σκηνή, ήταν όλη η ιστορία. Ήταν το πιο καλογραμμένο σενάριο που είχα διαβάσει ποτέ μου μέχρι τότε, και μάλιστα μέσα σε 4-5 μήνες άλλαξε μορφή πολλές φορές. Το σενάριο που τελικά ακολουθήθηκε στα γυρίσματα ήταν σε πολύ μεγάλο βαθμό διαφορετικό από το αρχικό. Ήτανε για μένα όλο μια πρόκληση πολύ ωραία, ήθελα πάρα πολύ να το κάνω.

Μετά από μια πολύ επιτυχημένη πορεία στο εξωτερικό, το «Αγόρι» έκανε την πρεμιέρα του και σε πάτρια εδάφη, στο 53ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, όπου και απέσπασε δύο βραβεία. Πως ήταν για σένα η εμπειρία του Φεστιβάλ της Θεσσαλονίκης;  Ήταν διαφορετική από τα ξένα φεστιβάλ;

Ήταν περισσότερο άβολο για μένα, είχα και μεγαλύτερη αγωνία εκ των προτέρων αλλά και κατά τη διάρκεια των προβολών ήταν πιο δύσκολο. Αυτό έχει να κάνει και με το ότι ήταν η Θεσσαλονίκη η πόλη στην οποία έγινε η πρεμιέρα, δεδομένου ότι ήταν η οικογένειά μου, φίλοι μου από το σχολείο, παρέες από τα παλιά. Δυσκολεύτηκα περισσότερο και επειδή ήταν ελληνικό το κοινό. Το ξένο κοινό είναι κάπως πιο ανοιχτό στο να δει τι συμβαίνει στην Ελλάδα. Δεν μπορώ να το εξηγήσω ακριβώς, αλλά με το ελληνικό κοινό μου ήταν κάπως δύσκολο. Στην πρώτη προβολή τουλάχιστον, στη δεύτερη ήμουν πιο άνετα. Νομίζω ότι θα το συνηθίσω απλά ήταν πολύ δύσκολο για μένα.

Ποια είναι η άποψή σου για το σύγχρονο ελληνικό κινηματογράφο;

Πιστεύω ότι αυτή τη στιγμή, αν υπάρχει κάτι που αναπτύσσεται στην Ελλάδα περισσότερο από οτιδήποτε άλλο, αυτό είναι ο κινηματογράφος της. Είναι οι άνθρωποι που έχουν πάρα πολύ όρεξη να το κάνουνε, άνθρωποι που πάντα είχαν όρεξη να το κάνουν απλά τυχαίνει τελευταία να υπάρχουν και πολύ ωραία σενάρια. Είναι τρομερά συγκινητικό να βλέπεις ολόκληρα συνεργεία να δουλεύουν δωρεάν και να δουλεύουν σα να πληρώνονται διπλάσια απ’ ότι παλαιότερα. Εμείς ήμασταν 10-15 άτομα οι οποίοι δουλεύαμε όλοι τρομερά συγχρονισμένα, με πολύ σεβασμό ο ένας στη δουλειά του άλλου, και επειδή από τότε δούλεψα και σε άλλες 2-3 ταινίες, παρατήρησα ότι ενώ δουλεύουν δωρεάν επί της ουσίας, το κάνουν με πολύ μεγάλη όρεξη, σχεδόν με αυταπάρνηση! Έχω απλά μια φοβία και ανησυχία ότι όσο πίστη και αν έχουν στη δουλειά που κάνουν, αυτό δεν θα μπορέσει να συνεχιστεί έτσι για πολύ καιρό ακόμα. Κάποια στιγμή ο κόσμος αυτός πρέπει να αρχίσει να αμείβεται, πρέπει η κοινωνία να δει τι συμβαίνει, να δει ότι το ελληνικό σινεμά είναι ένας τρόπος προβολής της χώρας μας στο εξωτερικό, ένας τρόπος ανάπτυξης. Διαφορετικά θα είναι άλλη μια χαμένη ευκαιρία.

Κάποια μελλοντικά σου σχέδια;

Αυτή τη στιγμή είμαι στο Μέγαρο Μουσικής με τον Θωμά Μοσχόπουλο που σκηνοθετεί το «Νησί των Θησαυρών», το οποίο είναι βασισμένο σε ένα μυθιστόρημα του Ρόμπερτ Λούις Στίβενσον. Είναι παιδική παράσταση και ξεκινάει στις 14 Δεκέμβρη. Επίσης είμαι σε μια θεατρική ομάδα, την Kursk, που ανεβάσαμε πέρυσι το «Βόυτσεκ», σε δική μας παραγωγή και με σκηνοθέτη τον Χάρη Φραγκούλη, και σίγουρα θα ξανακάνουμε κάτι φέτος την περίοδο του Πάσχα. Κινηματογραφικά έκανα το καλοκαίρι δύο ταινίες μεγάλου μήκους, η πρώτη είναι το «Runaway Day» του Δημήτρη Μπαβέλλα,  πλάι στην Μαρία Σκουλά και τον Ερρίκο Λίτση και η δεύτερη είναι μια ελληνοαμερικανική παραγωγή, το «Before Midnight», το τελευταίο μέρος της τριλογίας του Richard Linklater με τη Julie Delpy και τον Ethan Hawke.

 

Συντακτική ομάδα του Reel.gr

Αγαπάμε τον κινηματογράφο και όλα του τα είδη χωρίς διακρίσεις και κουλτουριάρικες αγκυλώσεις.
Δεν υπάρχουν σχόλια

ΑΠΑΝΤΗΣΕ

*

*

ΣΧΕΤΙΚΑ