Τζέιν Έιρ (2011)

...






 

[typography font=»Calibri» size=»12″]Γράφει ο Δημήτρης Μπουτουρέλης-Γραμματικόπουλος[/typography]

 

[typography font=»Calibri» size=»11″ size_format=»px»]Σκηνοθεσία: Cary Fukunaga[/typography]
[typography font=»Calibri» size=»11″ size_format=»px»]
Σενάριο: Moira Buffini. Από το βιβλίο της Charlotte Bronte[/typography]
[typography font=»Calibri» size=»11″ size_format=»px»]
Πρωταγωνιστούν: Mia Wasikowska, Michael Fassbender, Sally Hawkins[/typography]

 

[typography font=»Calibri» size=»11″ size_format=»px»]Διάρκεια :120′[/typography]

[typography font=»Calibri» size=»11″ size_format=»px»]Χώρα: Η.Π.Α., Αγγλία[/typography]

 

[/sixcol_one] [sixcol_five_last][tabs style=»boxed»] [tab title=»Κριτικη«]

Ορφανή, ασυμβίβαστη και μεγαλωμένη σε ένα περιβάλλον μίσους και δεισιδαιμονίας, η Τζέιν Έιρ μεταφέρεται από την στρυφνή θεία της (που την υποδύεται η Σάλι Χόκινς, πάντα παρούσα στις μεγαλύτερες βρετανικές παραγωγές) σε ένα οικοτροφείο για να ρθει αντιμέτωπη με ένα ακόμα πιο σκληρό περιβάλλον. Μετά το τέλος της εκπαίδευσης της, η πλέον συμμορφωμένη με τις υποδείξεις τις κοινωνίας Jane αναλαμβάνει την δουλειά της γκουβερνάντας στην οικία του Έντουαρτ (Μάικλ Φασμπέντερ), άρχοντα του Thornfield Hall. Και μαντέψτε τι συμβαίνει μετά… Ερωτεύονται!

Βασισμένο στο ομότιτλο και πολυδιασκευασμένο μυθιστόρημα της Σαρλότ Μπρoντέ, η τελευταία αναπαράσταση της ιστορίας της Τζέιν Έιρ είναι μάλλον περισσότερο χαμηλών τόνων απ’ ότι θα πρεπε. Ο Κάρι Φουκουνάγκα κάνει ένα μεγάλο άλμα στην καριέρα του και μετά το ανεξάρτητο μεξικάνικο Sin Nombre αναλαμβάνει στη δεύτερη κιόλας σκηνοθετική του προσπάθεια κάτι εκ διαμέτρου αντίθετο με το ντεμπούτο του: δράμα εποχής βασισμένο σε κλασσικό μυθιστόρημα, με το βάρος στις πλάτες του Φουκουνάγκα να είναι αυτή τη φορά μεγαλύτερο καθώς πρέπει να παραμείνει πιστός σε ένα ιστορικό μυθιστόρημα του 1847, να αποδείξει ότι η δικιά του εκδοχή έχει κάτι ξεχωριστό απ’ όλες τις προηγούμενες και φυσικά να πείσει ότι δεν είναι ένα ακόμα one hit wonder.

Αντίθετα με τις προσδοκίες, το Τζέιν Έιρ είναι κάπως άνοστο. Ο Φουκουνάγκα αποδεικνύεται απογοητευτικός πίσω από την κάμερα γιατί μπορεί να καταφέρνει μεν να δημιουργήσει μια επιβλητική, γοτθική ατμόσφαιρα αλλά αδυνατεί να σε συνεπάρει, κινηματογραφώντας την ιστορία μονοδιάστατα και νωχελικά. Σε αυτό βέβαια δεν βοηθά ιδιαίτερα και το άνευρο σενάριο της Μόιρα Μπουφίνι που κουράζει με την στομφώδη γραφή του, ασχολείται επιφανειακά με τα ηθικά, θρησκευτικά και κοινωνικά ζητήματα που θέτει το βιβλίο και δείχνει να αδιαφορεί σχεδόν ολοκληρωτικά για τους υπόλοιπους χαρακτήρες πέραν από αυτόν της πρωταγωνίστριας. Εδώ βρίσκεται και άλλη μια χαμένη ευκαιρία, αυτή της Μία Ουασικόουσκα να αποδείξει το πόσο καλή ηθοποιός είναι, αναλαμβάνοντας τον πρωταγωνιστικό ρόλο σε μια ταινία που βασίζεται σχεδόν αποκλειστικά πάνω της. Η Ουασικόουσκα είναι αξιοπρεπής στο ρόλο της αλλά δεν κάνει την υπέρβαση. Της λείπει αυτό το κάτι που θα σε μαγνητίσει, θα σε κερδίσει και θα σε κάνει να κατανοήσεις τις επιλογές και τις ενέργειές της. Δεν φταίει βέβαια μόνο αυτή αφού η έλλειψη χημείας με τον συμπρωταγωνιστή της οδηγεί σε ένα ειδύλλιο, η αποτύπωσή του οποίου στο πανί είναι τόσο πρόχειρη που αναρωτιέσαι γιατί και πώς προέκυψε να ερωτευτούν αυτοί οι δύο άνθρωποι. Άσε που σε παραξενεύει το πώς μια τόσο άγευστη και απλοϊκή παρουσία καταφέρνει να μαγέψει και τα δύο αρσενικά της ταινίας (με τον δεύτερο να είναι ο Τζέιμι Μπελ, στον ρόλο του ιερέα που περιθάλπει την Τζέιν αφότου αυτή φύγει από το οικοτροφείο).

Με όλη τη δύναμη της ταινίας να περιορίζεται σε ορισμένες σκηνές (την πρόταση γάμου, το φινάλε) και στα τεχνικά χαρακτηριστικά (ωραία φωτογραφία, αξιόλογη αναπαράσταση εποχής, με τα κουστούμια έχουν μια σίγουρη θέση στις υποψηφιότητες των Όσκαρ και τη μουσική του Ντάριο Μαριανέλι να είναι όπως πάντα εντυπωσιακή), ο Φουκουνάγκα έχασε το στοίχημα για το κατά πόσο θα μπορούσε να σταθεί επάξια μπροστά στην μεγάλη αυτή πρόκληση, παραδίδοντας μια ταινία κάπως άνιση και ανιαρή. Ίσως τελικά, και κρίνοντας και από την αποτυχία και των προηγούμενων ταινιών να αποτυπώσουν ρεαλιστικά και επάξια το έργο της Μπροντέ στην μεγάλη οθόνη, ορισμένα διηγήματα δεν είναι προορισμένα για κάτι περισσότερο από την πατροπαράδοτη ανάγνωσης της ιστορίας τους τυπωμένης στο χαρτί.  [/tab] [tab title=»Trailer«][/tab] [tab title=»Εικονες«]

 

 

Σχόλιο

ΑΠΑΝΤΗΣΕ

*

*

  • Μαρίνα Μαθιουδάκη
    27 Νοεμβρίου 2011 at 5:28 μμ - Reply

    Χθες, χωρίς πολλές προσδοκίες, αποφάσισα στα γρήγορα να πάω να δω το «Jane Eyre». Είναι πολλές μέρες τώρα που σκέφτομαι να το δω και συνεχώς αμφιταλαντεύομαι λόγω των πολλών κριτικών που έχω διαβάσει. Εν ολίγοις, παρακολούθησα μια πάρα πολύ καλή ταινία. Έχοντας διαβάσει το έργο – όχι από ελληνικές μεταφράσεις που προσδίδουν σε πολύ μεγάλο βαθμό το στοιχείο της κατατρεγμένης που την έριξε η ζωή και η κοινωνία από τα ψηλά στα χαμηλά – και γνωρίζοντας πολύ καλά το είδος της γραφής που διαπερνούσε τις συγγραφείς της εποχής, μπορώ να πω ότι η συγκεκριμένη ταινία από κάθε άποψη πήγε το λογοτέχνημα πολύ μπροστά. Είδα μια Jane Eyre πολύ εκλεπτυσμένη, που ήταν της φιλοσοφημένης επικούρειας άποψης : «God grant me the serenity to accept the things I cannot change, courage to change the things I can, and wisdom to know the difference». Δεν είδα καμία κλαψομούνα οσία που υπέμεινε καρτερικά ό,τι της συνέβαινε. Τα συναισθήματα της ήταν απίστευτα διαφανή χωρίς να χρειάζεται να υστεριάσει για να μας τα μεταδώσει. Ο Michael Fassbender στο ρόλο του «αφέντη» Rochester εξαιρετικός επίσης, αφού ισορροπούσε με εκπληκτικό τρόπο ανάμεσα στον κυνισμό, την ειρωνεία και την ευαισθησία που διαρκώς σε έκανε να αναρωτιέσαι κι εσύ ο ίδιος: «βρε μπας και τη δουλεύει?». Δεν υπάρχει υπόνοια καταδυνάστευσης προς την Jane ενώ μαγευόταν από το εκπληκτικό μυαλό της που στο λογοτέχνημα δεν απολαμβάνουμε σε τέτοιο βαθμό. Η σκληρότητα και η υποτίμησή του από την άλλη, απευθύνεται στο σωστό άνθρωπο, την στιγμή που χρειάζεται με λακωνικές και αιχμηρές απαντήσεις. Με σκηνοθέτες ανέκαθεν δεν ασχολούμαι κι έτσι θα μιλήσω από την καρδιά και όχι από άποψη τεχνικής. Τόσο η gothic σκηνοθεσία όσο και η καταπληκτική φωτογραφία συνέθεσαν ένα σκηνικό που σε παρέπεμπε σε θρίλερ και όχι σε ένα γλυκανάλατο έργο εποχής. Επομένως, αποτύπωσε επακριβώς το κλίμα της εποχής που μόνο λίγοι γνωρίζουν πώς είχε τότε για το γυναικείο φύλο. Τέλος, όσον αφορά τους υπόλοιπους ήρωες, όπως η Judi Dench και η Sally Hawkins συνθέτουν με τους ρόλους τους την κατάλληλα περιρρέουσα ατμόσφαιρα που δένει με όλη την ιστορία γύρω από τη ζωή της Jane.
    Αυτό όμως που άφησα τελευταίο προς σχολιασμό δεν είναι το πιο ασήμαντο και ακούει στο όνομα Moira Buffini. Την Moira Buffini την γνωρίζω εδώ και πάρα πολλά χρόνια ως μια συγγραφέα που μπορεί να συνθέσει σε βάθος χαρακτήρες και σκηνικά σε ένα σενάριο. Ένα από τα καλύτερα επιτεύγματά της είναι το «Jordan» που εξιστορεί εκπληκτικά την ψυχοσύνθεση μιας γυναίκας που σκότωσε το μόλις λίγων μηνών βρέφος της. Δε μου κάνει επομένως καθόλου εντύπωση η απόδοση της Jane Eyre κατά τον τόσο διορατικό και διαφανή τρόπο.
    Πάθος, πόθος, τρόμος, θυμός, γόνιμη συγκίνηση και εκλεπτυσμένη πνευματικότητα διέπουν όλη την ταινία που τη θεωρώ μια από τις καλύτερες ταινίες εποχής για ένα έργο που έχει «καεί» κυριολεκτικά από τις επιεικώς πολλαπλές άθλιες version του.

  • ΣΧΕΤΙΚΑ