#john_carpenter_week: Η φιλμογραφία ενός θρύλου

Με αφορμή την διπλή εμφάνιση του Carpenter στην χώρα μας, θυμόμαστε τις αγαπημένες μας κινηματογραφικές του στιγμές

Αδιαφιλονίκητος μετρ του horror σινεμά, σεναριογράφος, σκηνοθέτης, συνθέτης και αγαπημένη cult περσόνα, ο John Carpenter αποτελεί έναν από τους μεγαλύτερους δημιουργούς του παγκόσμιου κινηματογράφου, μετρώντας στο κουρμπέτι περισσότερες από πέντε δεκαετίες αγνού, πρωτόγονου τρόμου.

Μένοντας απόλυτα πιστός στο είδος που υπηρέτησε από τα πρώτα, κιόλας, χρόνια της καριέρας του, ο Carpenter δημιούργησε μεγαλειώδεις ταινίες που έστρωσαν τον δρόμο για πολλούς, μεταγενέστερους σκηνοθέτες, καθιστώντας τον φόβο κομμάτι μιας, άλλοτε περισσότερο και άλλοτε λιγότερο, μεταφυσικής καθημερινότητας, πάντα εκφρασμένης ως εξωτερίκευση των πιο μύχιων και απαγορευτικών, ανθρώπινων παθών.

Εκτός βέβαια από σπουδαίος σκηνοθέτης, ο Carpenter είναι και ένας εξαιρετικά ταλαντούχος μουσικός, έχοντας συνθέσει δεκάδες κομμάτια για δικές του ταινίες και όχι μόνο, μεταξύ των οποίων και το πασίγνωστο, ανατριχιαστικό μουσικό theme του Halloween.

Εν αναμονή λοιπόν του ερχομού του στην Ελλάδα για δυο μουσικές εμφανίσεις στο Piraeus 117 Academy, στις 27 και 28 Μαϊου, θυμόμαστε μερικές από τις καλύτερες/αγαπημένες κινηματογραφικές στιγμές ενός δημιουργού με όραμα και ανεξάντλητη αγάπη για ένα εντελώς προσωπικό, σκεπτόμενο και συνάμα ακομπλεξάριστο είδος σινεμά.

assault-on-precinct-13-3Assault on Precinct 13 (1976)

Βρισκόμαστε στο 1976, δύο χρόνια μετά το ντεμπούτο του John Carpenter, «Darkstar» και ο σκηνοθέτης θέλει διακαώς να αποτίσει φόρο τιμής στον αγαπημένο του σκηνοθέτη Howard Hawks. Πως, όμως, να γίνει κάτι τέτοιο, από τη στιγμή που o Hawks έγινε διάσημος μέσα από τα γουέστερν του, και ο Carpenter ήταν αδύνατον να συγκεντρώσει χρήματα για τέτοια παραγωγή;

Ένας εφευρετικός σκηνοθέτης σαν αυτόν, οπωσδήποτε θα έβρισκε τη λύση, όπερ και εγένετο. Με μόλις 150.000 δολάρια στη διάθεση του, θα μεταφέρει το κεντρικό θέμα της πολιορκίας σε ένα αστυνομικό τμήμα της Καλιφόρνια, το οποίο παύει τη λειτουργία του κι ετοιμάζεται να μεταφερθεί σε άλλη τοποθεσία. Την τελευταία νύκτα πριν τη «μετακόμιση», όλα θα πάνε στραβά και ένα κράμα αστυνομικών, φυλακισμένων και κατατρεγμένων, θα βρεθεί πολιορκημένο από μία πολυπληθή συμμορία που δεν πρόκειται να σταματήσει αν δε τους σκοτώσει, ή δεν πεθάνει η ίδια.

Σκηνοθεσία, σενάριο, (καταπληκτική) μουσική και μοντάζ (υπό το όνομα John T. Chance, δηλαδή τον χαρακτήρα του John Wayne στο Rio Bravo) από τον Carpenter, σε ένα άτυπο remake του Rio Bravo που δημιουργεί αγνή ασφυκτική ατμόσφαιρα τρόμου χάρη στον επηρεασμό των μελών της συμμορίας, από το “Night of the Living Dead”.  Άξιος αναφοράς, ο Darwin Johnston, που με το αβίαστα cool, λακωνικό στυλ του, έμεινε στις καρδιές μας ως μία από τις καλύτερες απεικονίσεις κατάδικων στον κινηματογράφο.

Bonus: Ο σοκαριστικός παιδικός θάνατος, που κατατάσσει το «Assault on Precinct 13» στη λίστα με τις ελάχιστες ταινίες που έχουν παρουσιάσει ανάλογη σκηνή.

Παναγιώτης Μήτσικας

37f1e-halloweenHalloween (1978)

Το original Halloween του 1978 αποτελεί μια εγγενώς τρομακτική, γουστόζικη, στιλάτη και πολύ προσεγμένη horror/slasher, κλασσική ταινία του John Carpenter – χωρίς να ξεχνάμε το, απόλυτα cult πλέον, soundtrack της από τον ίδιο φυσικά (το οποίο δημιούργησε και ολοκλήρωσε μέσα σε 3 μόνο μέρες). Ο σκηνοθέτης κάνει ο ίδιος συνήθως το μουσικό score για όλες του τις ταινίες, και το θέμα του “Halloween” προήλθε από μια πολύ απλή drumming άσκηση στα bongos που του είχε μάθει ο πατέρας του όταν ήταν παιδί.

Η υπόθεση, λίγο πολύ γνωστή σε όλους πλέον: το βράδυ του Halloween του 1963 o 6χρονος Michael δολοφονεί με κουζινομάχαιρο την μεγαλύτερη αδερφή του μέσα στο σπίτι τους, ενώ οι γονείς τους λείπανε. Δεκαπέντε χρόνια μετά, ο Michael το σκάει από την ψυχιατρική μονάδα στην οποία βρισκόταν, για να σκορπίσει τον τρόμο για τα καλά αυτή τη φορά στην παλιά του γειτονιά.

Ο Carpenter είχε ήδη δημιουργήσει δύο κλασσικές-to-be ταινίες πριν το Halloween (“Dark Star” και “Assault on Precinct 13”) και η εν λόγω low-budget ταινία απέκτησε σενάριο μέσα σε 10 μόνο μέρες (σε συνεργασία με την Debra Hill) και η παραγωγή της ολοκληρώθηκε μέσα σε 20. Είχε αρχικά την ονομασία “The Babysitter Murders” κι επινόησε πολλά από τα κλισέ των μετέπειτα slasher ταινιών, όπως έκαναν και άλλοι προκάτοχοι του σύγχρονου τρόμου στο σινεμά, όπως τα “The Night of The Living Dead”, “The Exorcist” και “The Texas Chainsaw Massacre”. Η επιρροή του φάνηκε σε πολλές άλλες ταινίες, από το “Friday the 13th” και το “Nightmare on Elm Street”, μέχρι τα “Scream” και το σχετικά πρόσφατο “It Follows”. Πρόκειται για μία από τις πιο επιτυχημένες indie ταινίες που έχουν φτιαχτεί ποτέ, μία από τις πέντε πιο τρομακτικές όλων των εποχών και το ξεκίνημα στο σινεμά για την, 20χρονη τότε soon-to-be-scream queen, Jamie Lee Curtis.

Μαρίνα Βερλέκη

the-fog-50570a2d80e07The Fog (1980)

Τον Φεβρουάριο του 1980, ο John Carpenter παρουσίασε την ταινία «The Fog».  Η υπόθεση αφορούσε ένα παραλιακό χωριό, που ξαφνικά καλύφθηκε από πυκνή ομίχλη, μέσα από την οποία βγήκαν φαντάσματα που ζητούσαν εκδίκηση για κάτι που είχε γίνει εις βάρος τους πριν 100 χρόνια.

Ερχόμενος απο την τεράστια επιτυχία της ταινίας «Halloween», ο Carpenter είχε υψηλές προσδοκίες για την «Ομίχλη», αλλά τελικά τα πράγματα δεν του πήγαν όπως ακριβώς τα ήθελε.

Γυρισμένο σε αναμορφικό 2.35:1 format για να καλύπτεται κάπως η low-budget παραγωγή, το film δεν κατάφερε να ενθουσιάσει τον δημιουργό, ο οποίος έκανε επιπλέον γυρίσματα και διορθώσεις σε σκηνές για να γίνει το story πιο κατανοητό στο ευρύ κοινό, αλλά και το film στο σύνολο του πιο τρομακτικό, καθώς «έπαιζε» στην κατηγορία ταινίες τρόμου, αλλά μόνο τρόμο δεν προσέφερε.

Τελικά η ταινία με κόστος 1,1 εκατομμύρια έβγαλε και με το παραπάνω τα χρήματα της παγκοσμίως, με εισπράξεις 21,3 εκατομμυρίων δολαρίων, μόνο εντός Αμερικής και Καναδά και θεωρείται εμπορική επιτυχία, αλλά όχι καλλιτεχνική, μιας και παρά τις επεμβάσεις του σκηνοθέτη, το αποτέλεσμα είναι μέτριο, γνώμη που χαρακτηρίζει και τον ίδιο, μιας κ την έχει κατατάξει στη λίστα με τις χειρότερες ταινίες που έχει γυρίσει.

Παρ’ όλ’ αυτά, «η Ομίχλη» έχει φανατικό κοινό που της έχει χαρίσει μια θέση στο πάνθεον των πιο cult δημιουργημάτων της 7ης τέχνης. Το 2005, ο Carpenter μαζί με την Debra Hill (που έγραψε μαζί του το σενάριο της «Ομίχλης») ήταν παραγωγοί στο remake της ταινίας, το οποίο απέτυχε πανηγυρικά παρά το πολύ δημοφιλές cast για τα δεδομένα της εποχής. Ο μόνος λόγος που ενδιαφέρθηκε ο Carpenter να βγει remake ήταν για να διορθωθούν τα λάθη της πρώτης ταινίας, κάτι που απ’ ότι φάνηκε απ’ το αποτέλεσμα όχι μόνο δεν έγινε, αλλά προστέθηκαν κι άλλα…

Χρήστος Σφιάτκος

large_escape_from_new_york_blu-ray5Escape from New York (1981)

Ένα χρόνο πριν ο Kurt Russell πρωταγωνιστήσει στο ultra cult ανατριχιαστικό “The Thing” του John Carpenter, ο τελευταίος τον επέλεξε για την δυστοπική sci-fi ταινία δράσης “Escape from New York”.

Επρόκειτο για την απόλυτη ευκαιρία για τον Russell να ξεφύγει λίγο από τις κωμωδίες της Disney με τις οποίες άρχισε να συνδέεται το όνομά του. Έτσι, έκανε σκληρή γυμναστική, έβαλε ένα eye patch και το πιο badass attitude του και έγινε ο Snake Plissken, ένας πρώην Αμερικάνος στρατιώτης και νυν καταδικασμένος κλέφτης, που ανέλαβε τη διάσωση του Προέδρου των ΗΠΑ σε ένα δυστοπικό, απόκοσμο και φουτουριστικό Manhattan (του 1997!)- το οποίο έχει μετατραπεί σε νησί-φυλακή υψίστης ασφαλείας, μέσα στο οποίο όλοι οι κατάδικοι εκτίουν ποινή ισόβιας κάθειρξης.

Φυσικά και η πλοκή γίνεται προβλέψιμη από ένα σημείο και μετά, αλλά δεν παύει να είναι διασκεδαστική ούτε στο ελάχιστο. Πολλά περίεργα συμβαίνουν, το soundtrack απόλυτα ‘80s και απόλυτα ταιριαστό με τη φωτογραφία, η Νέα Υόρκη σχεδόν αγνώριστη. Δυστυχώς ακολούθησε όχι και τόσο πετυχημένο sequel το 1996 με τίτλο «Escape from L.A.».

Μαρίνα Βερλέκη

mwbw-thingThe Thing (1982)

Μετά την »Ομίχλη» και την »Απόδραση απο την Νέα Υόρκη» και λίγο πριν το »Κριστίν» ο John Carpenter μετέφερε τον τρόμο σε μια ερευνητική βάση της Ανταρκτικής κάνοντας ένα remake της ταινίας του 1951, »The Thing from another world». Κράτησε για τίτλο το »The Thing» και έπεισε την Universal να επενδύσει 10 εκατομμύρια δολάρια.

Η περίεργη εξωγήινη μορφή που θα ξυπνήσει και θα σκορπίσει τον τρόμο, δεν ήταν ικανή να πείσει κοινό και κριτικούς της περιόδου. Σε μία χρονιά που το »Blade Runner» και ο »Ε.Τ» εγκωμιάστηκαν, η ταινία ορόσημο για το sci-fi σινεμά του Carpenter, όχι μόνο παραγκωνίστηκε αλλά αποτέλεσε μια τεράστια εισπρακτική αποτυχία με κριτικούς να μιλάνε για άσκοπα λουτρά αίματος και τον σκηνοθέτη της πρώτης ταινίας να χλευάζει την ταινία.

Η κινηματογραφική ιστορία όμως και ο χρόνος τελικά είχαν άλλη άποψη.  Διότι η »Απειλή» του John Carpenter είναι ένα εξαιρετικό δείγμα ταινίας sci fi horror που μαζί με το »Alien» όρισαν το συγκεκριμένο είδος. Ο ψυχολογικός τρόμος απέναντι στο άγνωστο και ένα »τέρας» που είναι αδύνατον να νικηθεί έδωσαν στον Carpenter την ευκαιρία να ξεδιπλώσει το σκηνοθετικό του ταλέντο σε μια ταινία μεγάλου προυπολογισμού.

Με μια εξαιρετική δουλειά στα ειδικά εφέ και με ένα φινάλε που δημιουργεί μεγαλύτερη φοβία, η »Απειλή» αποτέλεσε την αρχή μιας άτυπης τριλογίας του κακού, όπως δήλωσε ο σκηνοθέτης, που θα συνεχιζόταν με τον »Πρίγκηπα του Σκότους» και θα τελείωνε με το »Στο Στόμα της Τρέλας».

Αξεπέραστο, κλασσικό και με μουσική υπόκρουση Ennio Morricone, αποτελεί την αγαπημένη ταινία του σκηνοθέτη και όλων εμάς που αγαπάμε το αυθεντικό σινεμά του τρόμου. Πόσο μάλλον όταν αυτό προέρχεται απο τον πρώτο διδάξαντα. Τον μεγάλο John Carpenter.

Αχιλλέας Βασιλείου

christineChristine (1983)

Μεταφέροντας στην μεγάλη οθόνη το ομότιτλο βιβλίο του Stephen King, ο Carpenter πέτυχε διάνα, σκηνοθετώντας ένα, φαινομενικά, μη προσαρμοζόμενο για το σινεμά, σενάριο, το οποίο θέλει μια κόκκινη Plymouth Fury του ’58 να σκοτώνει όποιον τολμήσει να δυσαρεστήσει τον geeky ιδιοκτήτη της.

Θα ήταν πολύ εύκολο, το εν λόγω concept, να πέσει σε λάθος χέρια, καθιστώντας την ιστορία του King, μια camp καρικατούρα δίχως περιεχόμενο και ψυχή.  Ευτυχώς για εμάς η σκηνοθεσία του Carpenter δικαιώνει απόλυτα το πρωταρχικό υλικό, με τον ίδιο να κατασκευάζει μια σινεματική ιστορία εκδίκησης, φετιχιστικού πάθους και πολυεπίπεδης ανάγνωσης.

Η απόδοση ανθρώπινων χαρακτηριστικών στο αυτοκίνητο (την λένε Christine, είναι κτητική, ζηλιάρα, ανταγωνιστική και όμορφη) και η σταδιακή μεταστροφή του πρωταγωνιστή από αδύναμο πρωτάρη που υπομένει στωικά τα πειράγματα, σε ματαιόδοξο, περήφανο αρσενικό, είναι ενδεικτική του ιδιότυπου δεσίματος που αναπτύσσεται μεταξύ τους, αντικειμενοποιώντας στο μέγιστο την σχέση τους, καθιστώντας τους έτσι έρμαια των πιο επικίνδυνων ενστίκτων τους.  Με την Christine να κρατάει τον ρόλο του θηλυκού σε αυτή την σχέση αλληλεξάρτησης, ο King σε πρώτη φάση και κατόπιν και ο Carpenter, αποτυπώνουν το χρονικό μιας αρρωστημένης ύπαρξης, που εκτός από την καταφανή b-movie διάσταση, σκιαγραφεί τον τρόπο με τον οποίο και οι ίδιες, οι ανθρώπινες σχέσεις περιέρχονται πολλές φορές σε «θανάσιμα» τέλματα.

Μια ιστορία εμμονής και μηχανοκίνητης τρέλας, το Christine συγκαταλέγεται δικαίως στο πάνθεον των cult στιγμών των δυο δημιουργών, με την ταινία του Carpenter να αποτυπώνει μοναδικά την λογοτεχνική έμπνευση του King.

Βαρβάρα Κοντονή

36_starman_stills_04Starman (1984)

Η ταινία που άργησε να γίνει πραγματικότητα, λόγω της ομοιότητας της με το “Ε.Τ.”, είναι και η μοναδική ταινία του Κάρπεντερ που κέρδισε ποτέ υποψηφιότητα για Όσκαρ, για την εκπληκτική «ρομποτική» ερμηνεία του Jeff Bridges, στο ρόλο ενός εξωγήινου.

Ο Starman του τίτλου έρχεται στη Γη, όπου παίρνει τη μορφή του πεθαμένου άντρα μιας γυναίκας (Karen Allen) και στη συνέχεια την πείθει να τον πάει στο σημείο συνάντησης με τους υπόλοιπους του είδους του, γιατί σε τρεις μέρες θα πρέπει να αποχωρήσει για τον πλανήτη του. Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού, οι δυο τους θα έρθουν πιο κοντά και τελικά θα ερωτευτούν.

Μακριά από τις ταινίες τρόμου που τον καθιέρωσαν, ο Κάρπεντερ δοκίμασε τις δυνάμεις του σε αυτό το περίεργο μείγμα sci fi- road movie και έδωσε πνοή στο όραμα των Bruce A. Evans και Raynold Gideon, καθώς έφτιαξε μια ταινία με συνοχή και καλό ρυθμό. Πρόκειται για μια ταινία που όταν τη βλέπει κανείς στη σημερινή εποχή σε κάποια της σημεία μοιάζει αφελής, αλλά δεν παύει να έχει κάτι από το ρομαντισμό των 80’s, ενώ παράλληλα δίνει μαθήματα απλότητας και εντυπωσιάζει με την ωμή συναισθηματική της ειλικρίνεια.

Αν και η ταινία δεν είναι από τις εμπορικότερες του Κάρπεντερ, δυο χρόνια μετά την προβολή της προβλήθηκε το sequel της, με τη μορφή σειράς 22 επεισοδίων, με διαφορετικούς όμως συντελεστές. Τέλος, πρόσφατα ανακοινώθηκε ότι ο σκηνοθέτης του “Real Steel”, Shawn Levy ανέλαβε να σκηνοθετήσει το remake της ταινίας.

Σοφία Κυριλλίδου

kcmixx16apvbh5fgrf7mBig Trouble in Little China (1986)

Αμέσως μετά το «Starman» με τον Jeff Bridges, μία από τις καλύτερες ταινίες του, ο John Carpenter αναλαμβάνει το πιο μεγάλο budget της καριέρας του: 25 εκατομμύρια δολάρια. Αποστολή του, ένα action fantasy φιλμ με πρωταγωνιστή –ποιον άλλον;- τον Kurt Russel για λογαριασμό της 20th Century Fox: το «Big Trouble in Little China».

Αρχικά προορισμένο για western, ο Carpenter μετέφερε τη δράση στο San Francisco των 80s και συγκεκριμένα την Chinatown της πόλης. Πολεμικές τέχνες, αρχαίοι κινέζοι πολεμιστές με μαγικές δυνάμεις κι ο παντού-και-πάντοτε-uber-cool Russel που παλεύει τις ορδές των μαχητών ωστέ να σώσει την Kim Catrall, όλα συνομωτούν για να δημιουργήσουν ένα έντονα ατακαδόρικο, υπέρ-κιτς action φιλμ που χαράκτηκε στο μυαλό μας κι άντεξε στο χρόνο. Αρκετά ώστε να έχει ήδη δρομολογηθεί remake με πρωταγωνιστή τον Dwayne Johnson.

Παρά τον cult “θρύλο” που γέννησε, με τρομερή πορεία στα βίντεοκλαμπ, το «Big Trouble in Little China» ήταν μεγάλη εισπρακτική αποτυχία στα κινηματογραφικά ταμεία, κυρίως χάρη στο ανύπαρκτο promotion από τη Sony, και οδήγησε τον Carpenter στη διακοπή των συνεργασιών του με τα στούντιο και την (επι)στροφή στις ανεξάρτητες παραγωγές.

Παναγιώτης Μήτσικας

Prince_Of_Darkness_Blu_Cover_6_4_13Prince of Darkness (1987)

Μια ομάδα απόφοιτων Φυσικής καλείται να μελετήσει ένα περίεργο, πράσινο υγρό που βρίσκεται κλεισμένο σε μια φιάλη, στο υπόγειο μιας εκκλησίας.  Όταν όλα αρχίσουν να πηγαίνουν κατά διαβόλου, θα συνειδητοποιήσουν ότι ο Πρίγκιπας του Σκότους έχει ξυπνήσει για τα καλά και δεν θα ησυχάσει αν δεν συστήσει στον κόσμο τον πολυαγαπημένο του…Πατέρα.

Κρατώντας περίοπτη θέση στο καρπεντερικό cult-όμετρο, το Prince of Darkness αποτελεί, ίσως, την πιο χαρακτηριστική, κινηματογραφική σύλληψη του John Carpenter, ο οποίος εδώ υπογράφει το σενάριο ως Martin Quatermass, μια εύφημος μνεία στον χαρακτήρα του Καθηγητή Bernard Quatermass του τηλεοπτικού The Quatermass Experiment (1953).

Ξεφεύγοντας από τα υποθεσιακά στεγανά του Εωσφορικού κακού ως σεναριακού καταλύτη, ο Carpenter προχωρά την ιδέα του λίγο παραπέρα, καθιστώντας τους ήρωές του έρμαια ενός ακόμη μεγαλύτερου τρόμου, τόσο φρικιαστικού και τόσο απόλυτου (μιλάμε για τον Πατέρα του Σατανά, διάβολε!) ώστε ποτέ δεν τον βλέπουμε στην ολότητά του, παρά μόνο ως απλωμένο χέρι, μια ξεκάθαρη αναφορά στον πίνακα του Μιχαήλ Άγγελου, Η Γέννηση του Αδάμ.

Το Prince of Darkness δεν αποτελεί τυχαία ένα από τα πιο καθαρόαιμα δημιουργήματα του Carpenter, καθώς όπως έχει παραδεχτεί και ο ίδιος, πάντα ήθελε να κατασκευάσει μια ταινία, όπου θρησκεία και κβαντική μηχανική θα έπαιζαν, αμφότερες, σημαντικό ρόλο στην αποκρυπτογράφηση της εκάστοτε πλοκής.  Στην προκειμένη περίπτωση, η δεινή κατάσταση στην οποία περιέρχονται σταδιακά όλοι οι χαρακτήρες, καθώς και η αποπνικτική ατμόσφαιρα του φιλμ, είναι αποτέλεσμα αυτής ακριβώς της επιτυχημένης μίξης δυο εντελώς διαφορετικών συστατικών, που σύμφωνα τουλάχιστον με τον Carpenter, μπορούν να αποτελέσουν συνδυαστικά το «κλειδί» για την αντιμετώπιση του υπέρτατου Κακού.  Ή μήπως όχι;

Fun fact: O John Carpenter έδωσε στον Αlice Cooper έναν μικρό, αλλά ουσιαστικό ρόλο στην ταινία, μετά από αίτημα του διάσημου rock star να παρευρεθεί στο γύρισμα, αρχικά, προκειμένου να παρακολουθήσει τον μηχανισμό λειτουργίας ενός special effect.

Βαρβάρα Κοντονή

9381184.0They Live (1988)

Η δεκαετία του ’80 σηματοδοτεί την αρχή μιας σειράς πολιτικών αλλαγών που είναι πνιγηρά εμφανείς μέχρι και σήμερα. Οι χώρες στις οποίες αυτές γεννήθηκαν βρίσκονται αντικριστά η μία από την άλλη, με έναν ωκεανό να τις χωρίζει: οι Η. Π. Α. κι η Μ. Βρετανία.

Αν και με διαφορετική μεταπολεμική πορεία, η ιστορία τις ήθελε να συγχρονιστούν στην αυγή του 1980 αγκαλιάζοντας δύο πολιτικά πρόσωπα που επανέφεραν το φιλελευθερισμό ως κοινωνική πράξη με ένα νέο και αποφασιστικότερο χαρακτήρα: τον Ronald Reagan από τη μία και την Margaret Maggie για τους φίλους) Thatcher από την άλλη.

Η πολιτική τους ήταν πανομοιότυπη, συμπεριλαμβάνοντας ακραία μείωση των κρατικών δαπανών, απολύσεις δημοσίων υπαλλήλων και λοιπά μέτρα, που όλοι σήμερα αντιμετωπίζουμε ως απόρροια των «μεταρρυθμίσεων» για την «ανόρθωση» της οικονομίας. Στην πραγματικότητα εκείνο που δημιούργησαν ήταν μια αναρίθμητη μάζα ατόμων-καταναλωτών με κινητήριο δύναμη τις εγωιστικές τους επιθυμίες. Κατ’ επέκταση, ο εφαρμοσμένος καπιταλισμός παρουσιαζόταν ως ουτοπία.

Στο απόγειο της ριγκανικής περιόδου, έρχεται ο Carpenter να επαναπροσδιορίσει τη μονοδιάστατη πραγματικότητα που κυριαρχούσε. Για να το πετύχει αυτό, επιλέγει τον Roddy Piper στο ρόλο ενός εργάτη που πασχίζει να βγάλει ένα μεροκάματο. Εκείνος όμως ανακαλύπτει μια κούτα με γυαλιά που του επιτρέπουν να βλέπει τα κρυμμένα μηνύματα πίσω από διαφημιστικές πινακίδες, εφημερίδες, ακόμα και ανθρώπους.

Τα γυαλιά λειτουργούν ως ένας συμβολικός μηχανισμός εντοπισμού της ιδεολογίας στον κόσμο: οι διαφημίσεις αποσκοπούν στην κατανάλωση, οι εφημερίδες στην προπαγάνδα, και όλα μαζί στην εξυπηρέτηση της ελίτ που δεν είναι όσο καλοκάγαθη φαίνεται.

Την ταινία όμως δεν τη διέπει η σοβαροφάνεια ή ο διδακτισμός, αντιθέτως ο λόγος που πετυχαίνει είναι οι ειλικρινείς της προθέσεις, και φυσικά οι φοβερές ατάκες του Piper που έχουν γράψει ιστορία. Αποτελεί μία από τις καλύτερες ταινίες του Carpenter, και μία από τις ελάχιστες ταινίες του Hollywood των τελευταίων χρόνων που αμφισβητούσαν ανοιχτά την υφιστάμενη σχέση πραγμάτων.

Γιάννης Καντέα-Παπαδόπουλος

in-the-mouth-of-madnessIn the Mouth of Madness (1994)

Ακόμα κι αν δεν έπαιζε ποτέ ξανά πουθενά, ο Sam Neill θα είχε την αιώνια και απέραντη εκτίμησή μου για τον ρόλο του John Trent στο λαβκραφτικό In the Mouth of Madness, την πιο αγαπημένη μου ταινία, από την, ομολογουμένως, πληθωρική φιλμογραφία του John Carpenter.

Ένας ερευνητής ασφαλιστικής εταιρείας αναλαμβάνει να εντοπίσει τον διάσημο συγγραφέα τρόμου Sutter Cane, που έχει εξαφανιστεί μυστηριωδώς.  Κατά την διάρκεια της έρευνας, ο Trent θα αντιληφθεί πως όλα τα στοιχεία δείχνουν ένα και μόνο μέρος, την μικρή πόλη του Hobb’s End.  Υπάρχει όμως ένα πρόβλημα: το Hobb’s End αποτελεί ένα από τα πιο γνωστά μέρη για τους αναγνώστες του Sutter Cane, καθώς δεν αποτελεί τίποτα άλλο, πέρα από μια φανταστική τοποθεσία των βιβλίων του διάσημου συγγραφέα.  Κι όμως, γιατί όλα οδηγούν εκεί;  Μήπως τελικά ο κόσμος του Sutter Cane δεν είναι και τόσο φανταστικός όσο φαίνεται;

Μπλέκοντας τον μεγάλο μύθο του Κθούλου, με τις λοιπές τρομο-ιστορίες του H.P. Lovecraft για τους άχρονους Παλαιούς (ο Joss Whedon τους επανέφερε στο προσκήνιο με μεγάλη επιτυχία, στο παρεξηγημένο του αριστούργημα, Cabin in the Woods) και αντλώντας παράλληλα έμπνευση, από την συγγραφική πορεία του, υπαρκτού μετρ του λογοτεχνικού τρόμου – και στενού του φίλου – Stephen King, o John Carpenter σκηνοθετεί μια από τις καλύτερες ταινίες τρόμου στην ιστορία του σινεμά, ένα διαχρονικό ανοσιούργημα που δικαιώνει απόλυτα τον μοναδικά ερεβώδη κόσμο του Lovecraft.

Αξίζει να σημειώσουμε πως η αδιαμφισβήτητη αξία του In the Mouth of Madness ως αξιόλογο horror φιλμ, οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στην εξειδικευμένη χρήση special effects, προσθετικών και μακιγιάζ, που κατέστησαν την ταινία μια πραγματικά ανατριχιαστική, κινηματογραφική εμπειρία και ένα συνολικό αποτέλεσμα που θα έπρεπε να αποτελεί τεχνικό σημείο αναφοράς πολλών μεταγενέστερων ταινιών του εν λόγω είδους.

Βαρβάρα Κοντονή

ghosts-of-marsGhosts of Mars (2001)

To 2001 o John Carpenter παρουσίασε τη νέα του ταινία, «Ghosts of Mars», ένα film που ξεκίνησε ως sequel του «Escape from L.A.», με τον Kurt Russell και πάλι στον πρωταγωνιστικό ρόλο και τον τίτλο «Escape from Mars». Τελικά η αποτυχία του πρώτου στο box office έκανε τον σκηνοθέτη να το ξανασκεφτεί, άλλαξε πρωταγωνιστή και τίτλο και το έβγαλε ως αυτόνομη ταινία. Όχι ότι πήγε καλύτερα τελικά, αλλά προσπάθησε να το σώσει (θεωρητικά, αν και δεν κουράστηκε ιδιαίτερα για το ρεαλιστικό κομμάτι της ιστορίας όσον αφορά το κομμάτι του Άρη).

Σύμφωνα με το σενάριο, σ’ένα ορυχείο στον κόκκινο πλανήτη, κατά την διάρκεια κάποιων εργασιών, απελευθερώθηκε ένα αρχαίο (κακό εννοείται) πνεύμα, το οποίο κατέλαβε τους κατοίκους της περιοχής και τους μετέτρεψε σε (κάτι σαν) ζόμπι που κυνηγούν τους νέους αποίκους του πλανήτη. Μέσα σ’αυτόν τον πανικό, ένας φυλακισμένος (Ice Cube) πρέπει να μεταφερθεί απο την φυλακή της περιοχής σε μια άλλη, με τρένο, απο μια ομάδα αστυνομικών (Jason Statham, Pam Grier, Clea DuVall κ.α.).

Παταγώδης καλλιτεχνική κι εμπορική αποτυχία, με τις συνολικές εισπράξεις της ταινίας να φτάνουν στα μισά του budget. Η Natasha Henstridge μπήκε τελευταία στιγμή στο cast και αυτήν ήταν η τρίτη ταινία που γύριζε back to back (ωραίες εποχές για τη Natasha) με αποτέλεσμα να σταματήσει η παραγωγή για κάποιες μέρες λόγω υπερκόπωσης. Ο Ice Cube δήλωσε προδομένος από τον Carpenter όσον αφορά το καλλιτεχνικό αποτέλεσμα και πως είναι η χειρότερη ταινία του. Δεν θα διαφωνήσουμε μαζί του.

Χρήστος Σφιάτκος

cigarette-burns

John Carpenter’s Cigarette Burns (2005)

Η βραχύβια σειρά του Showtime, “Masters of Horror”, δίχασε αρκετά το τηλεοπτικό κοινό όσον αφορά την ποιότητα της. Ενεργώντας ως ανθολογία και δίνοντας μας την ευκαιρία να δούμε νέες δουλειές από σκηνοθέτες-θρύλους όπως ο Dario Argento και ο Tobe Hooper, τελικώς μάλλον άξιζε περαιτέρω αναγνωρισιμότητα. Παρ’όλα αυτά, είναι απολύτως κατανοητό πως η «hit n’ miss” ροή των επεισοδίων ξένισε μεγάλη μερίδα των θεατών.

Ο σπουδαίος John Carpenter, άφησε τη σκηνοθετική του σφραγίδα σε δύο επεισόδια της σειράς: το Cigarette Burns και το Pro Life. Το πρώτο, απολύτως δίκαια, θεωρήθηκε ένα από τα καλύτερα –αν όχι το καλύτερο- ολόκληρου του σόου. Πρωταγωνιστής μας, ο Kirby Sweetman (ο γνωστός σε όλους πλέον Norman Reedus), ιδιοκτήτης ανεξάρτητου σινεμά και ειδικός στην ανακάλυψη σπάνιων φιλμ –με το κατάλληλο αντίτιμο φυσικά. Όταν ένας ζάπλουτος συλλέκτης (Udo Kier) του αναθέτει την αποστολή να εντοπίσει τη μοναδική υπάρχουσα κόπια του «La Fin Absolue Du Monde”, μίας ταινίας που φημολογείται πως προκάλεσε αυτοκτονική μανία στην μοναδική της προβολή, ο Kirby ιντριγκάρεται αφάνταστα από την ιστορία –όσο και από την αμοιβή του.

Με το κλιμακούμενο suspense, σήμα κατατεθέν του Κάρπεντερ, αλλά και άπλετο gore (με κάποιες τρομακτικά δυνατές στιγμές), ο Αμερικανός σημειώνει μία πολύ μεγάλη νίκη απέναντι σε όσους τον είχαν ξεγραμμένο εν έτει 2005. Η δύναμη του φιλμ έχει πρωταρχικό ρόλο εδώ κι είναι πραγματικά πολύ όμορφο να βλέπεις σκηνοθέτες που έχουν αφήσει ιστορία, σε σενάρια που περιστρέφονται εξ’ολοκλήρου γύρω από τη μαγεία του ίδιου του μέσου.

Κάποιες αστοχίες (ερμηνειών και ρυθμού κυρίως λόγω περιορισμένου τηλεοπτικού χρόνου) δεν αποφεύγονται, μα το «Cigarette Burns» μας δείχνει πως όταν ο μαέστρος Carpenter έχει όρεξη, κάνει τους νεόκοπους σκηνοθέτες του τρόμου να μοιάζουν παιδάκια που παλεύουν για την πτυχιακή τους εργασία.

Παναγιώτης Μήτσικας

Συντακτική ομάδα του Reel.gr

Αγαπάμε τον κινηματογράφο και όλα του τα είδη χωρίς διακρίσεις και κουλτουριάρικες αγκυλώσεις.
Δεν υπάρχουν σχόλια

ΑΠΑΝΤΗΣΕ

*

*

ΣΧΕΤΙΚΑ