Αφιέρωμα σε τρεις σπουδαίους σκηνοθέτες κάνει το 53ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης

...

Γράφει η Συντακτική ομάδα του Reel.gr

Αρχίζουμε σιγά-σιγά να μαθαίνουμε ολοένα και περισσότερα για το 53ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Θεσσαλονίκης. Πριν λίγο καιρό είχε γίνει γνωστό πως θα εγκαινιάσει μια νέα ενότητα με τίτλο “Νυχτερινές Εικόνες”, ενώ σήμερα ανακοινώθηκαν τα πρώτα μεγάλα χαρτιά του Φεστιβάλ.

Τρεις σπουδαίοι δημιουργοί, από τους πιο αξιόλογους εκφραστές του σύγχρονου ανεξάρτητου κινηματογράφου, έχουν την τιμητική τους στο 53ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, μέσα από αφιερώματα στο έργο τους: Ο ιδιαίτερα αγαπητός στο ελληνικό σινεφίλ κοινό, Φιλανδός σκηνοθέτης Aki Kaurismäki, ο πολυβραβευμένος κουρδικής καταγωγής Bahman Ghobadi – από τους σημαντικότερους εκπροσώπους του νέου ιρανικού σινεμά, και ο Γερμανός Andreas Dresen, ο οποίος έχει προκαλέσει αίσθηση σε διεθνή φεστιβάλ για το ευαίσθητο κριτικό πνεύμα του, θα δώσουν το παρών στη φετινή διοργάνωση. Τα αφιερώματα στους δημιουργούς εντάσσονται στην ενότητα «Ανοιχτοί Ορίζοντες«.

ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΑΚΙ ΚΑΟΥΡΙΣΜΑΚΙ

Aki Kaurismäki

Βαθιά ουμανιστικό, ανεπιτήδευτο και γενναιόδωρο στο θεατή, το σινεμά του Άκι Καουρισμάκι υμνεί με μινιμαλισμό, χιούμορ και νοσταλγία τις ανθρώπινες αξίες, ισορροπώντας εύστροφα ανάμεσα στην κωμωδία και την τραγωδία. Στο 53ο ΦΚΘ θα προβληθούν οι πιο αντιπροσωπευτικές στιγμές της φιλμογραφίας του σκηνοθέτη, το έργο του οποίου αποκτά ξεχωριστή επικαιρότητα σήμερα. Η ανεργία, η ανέχεια και η οικονομική κρίση σφίγγουν τον κλοιό για τους ήρωες των ταινιών του Καουρισμάκι: όλοι καθημερινοί άνθρωποι, οι φτωχοί και αδύναμοι αυτού του κόσμου, οι οποίοι σε πείσμα των καιρών δεν εγκαταλείπουν ποτέ την ελπίδα.

Χαρακτηριστική είναι η τριλογία του προλεταριάτου – με τις ταινίες Shadows in Paradise (1986), Ariel (1988) και The Match Factory Girl (1990) -, όπου ο Καουρισμάκι εξερευνά με κωμικοτραγική διάθεση τη φινλανδική εργατική τάξη: καταδικασμένους αντιήρωες, σε αδιέξοδες δοκιμασίες, έρωτες μετ’ εμποδίων, αλλά και με όνειρα για ένα καλύτερο αύριο. Παρομοίως, στην τριλογία των χαμένων – Drifting Clouds (1996), The Man Without a Past (2002), Lights in the Dusk (2006) – ο δημιουργός φέρνει στο προσκήνιο τον άνθρωπο του περιθωρίου ο οποίος παρά τις κακοτυχίες του, διαθέτει απρόσμενα αποθέματα θάρρους και αλληλεγγύης.

Παρά την ειρωνική, κυνική όψη του, το σύμπαν του Καουρισμάκι είναι διαποτισμένο από ανθρωπιά και ρομαντισμό. Με καμβά του τον κοινωνικό ρεαλισμό, αφηγείται ιστορίες με χρώματα τολμηρά, ρετρό αναφορές που «σφραγίζουν» τα στυλιζαρισμένα πλάνα του και υπόγεια αίσθηση του χιούμορ. Έτσι, με φόντο την υποβαθμισμένη πλευρά του Ελσίνκι, στο Crime and Punishment (1983) ο δημιουργός φιλτράρει με τη δική του οπτική το ομώνυμο έργο του Ντοστογιέφσκι, ενώ στο La Vie De Bohème (1992) διασκευάζει τη νουβέλα «Scènes de la vie de bohème» που ενέπνευσε την όπερα του Πουτσίνι. Στην ταινία Leningrad Cowboys Go America (1989) χτίζει ένα φαρσικό, σουρεαλιστικό road movie με πρωταγωνιστές τα μέλη της πιο ανορθόδοξης μπάντας του κόσμου, ενώ στο χωρίς διάλογους ασπρόμαυρο Juha (1999) επιστρέφει στην αθωότητα μιας από τις μεγαλύτερες εμμονές του, το βωβό σινεμά. Η πιο πρόσφατη ταινία του Le Havre (2011), μια λυτρωτική ιστορία διάσωσης ενός παράνομου έφηβου Αφρικανού μετανάστη, είναι ίσως η πιο αισιόδοξη στιγμή της καριέρας του δημιουργού. Όπως σημειώνει χαρακτηριστικά και ο ίδιος, μιλώντας εξ ονόματος των ηρώων του: «Όταν πλέον δεν υπάρχει ελπίδα, δεν υπάρχει και λόγος για να είμαστε απαισιόδοξοι».

ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΜΠΑΧΜΑΝ ΓΚΟΜΠΑΝΤΙ

Bahman Ghobadi

Ο Μπαχμάν Γκομπαντί υφαίνει έναν κινηματογράφο που τολμά και θίγει ζητήματα ιστορίας, κουλτούρας, κοινωνικής διαστρωμάτωσης, πολιτικών πεποιθήσεων. Το σινεμά του αποτελεί μια κραυγή για δικαιοσύνη και ελευθερία. Ρεαλισμός και ημιντοκιμαντερίστικα στοιχεία από τη μια πλευρά κι ένα παιχνίδι με το μύθο και το φανταστικό από την άλλη, συνθέτουν έναν πολυεπίπεδο κινηματογράφο, στον οποίον έννοιες όπως ο θάνατος, η ζωή και ο έρωτας αναμετριούνται ταυτόχρονα, όπως συμβαίνει στην ίδια τη ζωή.

Γεννημένος το 1968 στο Μπάνε του Ιρανικού Κουρδιστάν, εργάστηκε στο πλευρό του Αμπάς Κιαροστάμι, ως πρώτος βοηθός του στην ταινία Ο άνεμος θα μας πάρει και το 2000 πραγματοποίησε το ντεμπούτο του μεγάλου μήκους με την ταινία A Time for Drunken Horses, την πρώτη κουρδική ταινία στην ιστορία του ιρανικού σινεμά, η οποία απέσπασε την Χρυσή Κάμερα στο Φεστιβάλ των Καννών. Το 2004, διείσδυσε στην καθημερινότητα μιας ομάδας παιδιών που ζουν σε έναν καταυλισμό Κούρδων προσφύγων, στα σύνορα με το Ιράκ και συλλέγουν νάρκες, παίζοντας μια διαρκή ρώσικη ρουλέτα με το θάνατο ή τον ακρωτηριασμό στην πολυβραβευμένη ταινία Turtles Can Fly. Η μουσική, απ’ τις μεγάλες αγάπες του Γκομπαντί, πρωταγωνιστεί στην ταινία του Half Moon (2006), στην οποία ο Μάμο, ένας θρυλικός κούρδος μουσικός που ζει στο Ιράν σχεδιάζει μια τελευταία συναυλία στο ιρανικό Κουρδιστάν. Ο Γκομπαντί στήνει ένα διαφορετικό road movie, ένα οδοιπορικό στο σύγχρονο Ιράν, με οδηγό του την ευαισθησία και ονειρική διάθεση. Μουσική ψυχή έχει και η ταινία του No One Knows About Persian Cats (2009), με φόντο το σημερινό Ιράν, όπου η δυτική μουσική είναι απαγορευμένη. Δυο νέοι παράνομοι μουσικοί που προσπαθούν να φτιάξουν μια μπάντα και να παίξουν στο Λονδίνο, είναι οι ήρωες μιας ταινίας, που αντιμετώπισε την οργή του ιρανικού καθεστώτος, με τη φυλάκιση συντελεστών της ταινίας. Αυτοεξόριστος ο ίδιος ο Γκομπαντί από το 2009, αρχικά στο Ιράκ και στη συνέχεια στην Τουρκία, φέτος επέστρεψε στη μεγάλη οθόνη, με την πρώτη του ταινία στην περίοδο της εξορίας του, το Rhino’s Season. Με πρωταγωνιστές τους Μόνικα Μπελούτσι και Μπεχρούζ Μποσουγκί, η – βασισμένη σε αληθινά γεγονότα – ταινία αφηγείται την ιστορία ενός κούρδου ποιητή που παρέμεινε φυλακισμένος από το ιρανικό καθεστώς για 27 χρόνια, στη διάρκεια των οποίων η οικογένειά του είχε πληροφορηθεί ότι ήταν νεκρός.

ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΑΝΤΡΕΑΣ ΝΤΡΕΖΕΝ

Andreas Dresen

Από τους πιο ξεχωριστούς εκπροσώπους της νέας γενιάς γερμανών κινηματογραφιστών, o Αντρέας Ντρέζεν επιτυγχάνει στις ταινίες του μια ιδανική σύμπραξη ευφυΐας, ρεαλισμού αλλά και λυρισμού. Στο 53ο ΦΚΘ θα προβληθούν αντιπροσωπευτικές στιγμές της πορείας του, καθώς και σε πρεμιέρα η τελευταία ταινία του Stopped on Track, που απέσπασε πέρυσι το βραβείο του τμήματος Ένα Κάποιο Βλέμμα στο φεστιβάλ Καννών.

Γεννημένος το 1963 στην Ανατολική Γερμανία, έχοντας ήδη κάνει μια σειρά ταινιών για τη DEFA, ο Ντρέζεν από το 1992 εργάζεται αδιάλειπτα ως σκηνοθέτης και σεναριογράφος στον κινηματογράφο, την τηλεόραση, το θέατρο και την όπερα. Η «καρδιά» στο σινεμά του είναι δίχως αμφιβολία ο άνθρωπος, μέσα από μικρές καθημερινές ιστορίες διαπροσωπικών σχέσεων που ξαφνιάζουν με τη δύναμη και την ευαισθησία τους. Ο σκηνοθέτης τις καταγράφει από απόσταση, αλλά ταυτόχρονα διεισδύει στον πυρήνα τους, χάρη σε ένα ισορροπημένο μείγμα ακρίβειας και αυτοσχεδιασμού, στοιχείο που ο ίδιος χρησιμοποιεί σταθερά στο ντοκιμαντερίστικης φύσης έργο του. Ο ανθρωποκεντρικός θεματικός άξονας του Ντρέζεν δίνει εν τέλει και το σκηνοθετικό του στίγμα, καθώς ο δημιουργός προσεγγίζει τους χαρακτήρες του με αμέριστη αγάπη, συμπάθεια και ευθύτητα. Οι ήρωές του, άνθρωποι της μεσαίας ή κατώτερης τάξης, βρίσκονται συνήθως σε σημεία-ορόσημα της ζωής τους: ο καρκινοπαθής οικογενειάρχης της ταινίας Stopped on Track (2011), η ηλικιωμένη γυναίκα που διχάζεται ανάμεσα στον προβλέψιμο γάμο της κι ένα νέο έρωτα στην ταινία Cloud 9 (2008, βραβείο τμήματος Ένα Κάποιο Βλέμμα στο φεστιβάλ Καννών), η παλιά και νέα γενιά ηθοποιών που συγκρούεται και συμφιλιώνεται στο Whisky Mit Vodka (2009, βραβείο σκηνοθεσίας στο φεστιβάλ Κάρλοβι Βάρι), αλλά και δυο φίλες σε υπαρξιακό και ερωτικό αδιέξοδο στο Summer in Berlin (2005). Αντιστοίχως, τόσο οι ονειροπόλοι άνθρωποι του περιθωρίου στο φιλμ Night Shapes (1999) όσο και τα παντρεμένα ζευγάρια που βλέπουν τους γάμους τους να καταρρέουν στο Grill Point (2002), όλοι έχουν ένα βασικό κοινό σημείο επαφής: ζώντας μέσα σε ένα εχθρικό αστικό περιβάλλον, αναζητούν με πάθος την ευτυχία.

Το 53ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης θα διεξαχθεί από τις 2 έως τις 11 Νοεμβρίου.

Δεν υπάρχουν σχόλια

ΑΠΑΝΤΗΣΕ

*

*

ΣΧΕΤΙΚΑ