Κινηματογραφικό λεξικό: Χρήσιμοι όροι για το γύρισμα (μέρος α’)

Μετά από τα γλωσσάρια μας για το στάδιο του σεναρίου και του μοντάζ πριν από λίγες εβδομάδες, συνεχίζουμε σήμερα με ένα μίνι λεξικό, με όρους που θα συναντήσεις σε κάθε γύρισμα ή θα φανούν χρήσιμοι στην προετοιμασία ενός σκηνοθέτη πριν πει το πρώτο «πάμε».

Μετά από τα γλωσσάρια μας για το στάδιο του σεναρίου και του μοντάζ πριν από λίγες εβδομάδες, συνεχίζουμε σήμερα με ένα μίνι λεξικό, με όρους που θα συναντήσεις σε κάθε γύρισμα ή θα φανούν χρήσιμοι στην προετοιμασία ενός σκηνοθέτη πριν πει το πρώτο «πάμε». Όλοι οι όροι που εξηγήσαμε σε παλιότερες αναρτήσεις της στήλης αναλυτικά, αλλά και άλλοι, που δεν έχουμε αναφέρει ως τώρα, βρίσκονται εδώ, βολικότατα συγκεντρωμένοι για όποιον χρειάζεται σημείο αναφοράς όταν επιχειρήσει να περάσει στην πράξη του filmmaking.

Γωνίες λήψης: Είναι η «άποψη» του φακού και η τοποθέτησή του έτσι ώστε το πλάνο να εμπίπτει σε κάποια από τις παρακάτω κατηγορίες

  • Νορμάλ: Η κάμερα κοιτάζει το θέμα/τον ήρωα στο ύψος του προσώπου του (αφόρτιστο συναισθηματικά πλάνο)
  • Πλονζέ: Η κάμερα κοιτάζει από ψηλά το θέμα/τον ήρωα, «ταπεινώνοντάς τον»
  • Κοντρ-πλονζέ: Η κάμερα κοιτάζει από κάτω προς τα πάνω το θέμα, ανυψώνοντάς το σημασιολογικά

Φακός: Είναι το αποσπώμενο εξάρτημα της κάμερας με το οποίο αλλάζει κάθε φορά το εστιακό μήκος και αντίστοιχα ο τρόπος με τον οποίο αποτυπώνεται το θέμα και με βάση αυτό το χαρακτηριστικό διακρίνονται σε:

  • Ευρυγώνιοι: Είναι οι φακοί με μικρό εστιακό μήκος που δημιουργούν εσφαλμένη εντύπωση σχετικά με τις εις βάθος αποστάσεις των αντικειμένων (ελαφριά παραμόρφωση στα άκρα και ελαφρώς μακρύτερα τα αντικείμενα)
  • Νορμάλ: Οι φακοί όπου το θέμα αποτυπώνεται «αντικειμενικά», όπως θα το βλέπαμε με τα μάτια μας
  • Τηλεφακοί: Οι φακοί με μεγάλο εστιακό μήκος που φέρνουν το θέμα πιο κοντά στον θεατή και επομένως μικραίνουν το κάδρο
  • Ζουμ: Οι φακοί με μεταβαλλόμενο εστιακό μήκος, που μπορούν να μετατρέπονται κατά βούληση από ευρυγώνιοι σε νορμάλ και σε τηλεφακούς

Blocking: Ο καθορισμός από τον σκηνοθέτη των θέσεων που θα πάρουν οι ηθοποιοί στο σκηνικό, και της θέσης της κάμερας στην πρώτη λήψη.

Γκρουπάρισμα: Η ομαδοποίηση των πλάνων που μπορούν να γυριστούν μαζί/το ένα μετά το άλλο, ακόμη κι αν δεν θα προβληθούν το ένα μετά το άλλο στην ταινία – αλλά εξυπηρετούν έτσι πρακτικά ζητήματα του γυρίσματος (π.χ. όλα τα εξωτερικά πλάνα να γυριστούν την ίδια ημέρα)

Κάλυψη (coverage): Είναι το υλικό που στο τέλος του γυρίσματος μιας σκηνής μπορεί να κινηματογραφήσει ο σκηνοθέτης για να είναι «καλυμμένος» – π.χ. μικρές αντιδράσεις και κοντινά πλάνα των ηρώων σε περίπτωση που χρειαστούν ως «σφήνες» σε αδύναμα ή λανθασμένα σημεία

Master shot: Το γύρισμα μιας σκηνής ολόκληρης, σε συνεχόμενη λήψη, συνήθως σε γενικό μέγεθος πλάνου, ακόμη κι αν προβλέπεται να «σπάει» σε περισσότερα πλάνα. Χρησιμεύει ως «οδηγός» στο μοντάζ ή σε περίπτωση που χρειαστεί επιπλέον coverage

Άξονας: Είναι η νοητή γραμμή στο γύρισμα που χωρίζει το σκηνικό σε δύο ημικύκλια. Η κάμερα, σύμφωνα με τον κανόνα του άξονα, επιτρέπεται να κινείται καθ’ όλη την διάρκεια της σκηνής μόνο στο ένα από τα δύο ημικύκλια, ώστε να μην αποπροσανατολίζεται ο θεατής σχετικά με τις θέσεις των ηθοποιών – εκτενέστερη ανάλυση εδώ.

Φίλτρα: Αποκαλούνται λεπτές χρωματιστές «φέτες» διαφανούς υλικού που χρησιμοποιούνται από τους εικονολήπτες, για να επηρεάζουν το τελικό αισθητικό αποτέλεσμα που αποτυπώνεται στην κάμερα (π.χ. μπορεί με την τοποθέτηση ενός φίλτρου στην κάμερα, ένα ημερήσιο εξωτερικό γύρισμα να αποτυπώνεται ως νυχτερινό)

Σκριπτ: Ο άνθρωπος που στο πλατό φροντίζει να κρατά «λογαριασμό» για τις λήψεις κάθε πλάνου που κινηματογραφούνται, μαζί με τα σχόλια του σκηνοθέτη για την κάθε λήψη, καθώς και να προσέχει τα ρακόρ, ήτοι να μην γίνονται λάθη ασυνέχειας από πλάνο σε πλάνο

Μπουμ: Το εξάρτημα (κοντάρι με μαξιλαράκι στην άκρη) στο οποίο τοποθετείται το μικρόφωνο ώστε να μπορεί ο χειριστής του να το κουμαντάρει από μακριά και να το φέρνει όσο το δυνατόν πιο κοντά στη δράση

Ντεκουπάζ: Η ανάλυση των σκηνών σε πλάνα, δουλειά που γίνεται από τον σκηνοθέτη πριν το γύρισμα. Στην ουσία, είναι η ταινία χωρισμένη στα τελικά της πλάνα, σε χαρτί

Κανόνας των τρίτων: Χρήσιμος σε ζητήματα σύνθεσης πλάνου, ο κανόνας των τριών ορίζει πως, αφού χωρίσουμε το κάδρο με δύο κάθετες και δύο οριζόντιες γραμμές σε εννιά «τετραγωνάκια», βρίσκουμε τις καταλληλότερες θέσεις για να τοποθετήσουμε το κυρίως θέμα του κάδρου, στα τέσσερα σημεία όπου συναντιούνται οι ευθείες

Βάθος πεδίου: Ο σκηνοθέτης φροντίζει να στήσει έτσι κάθε σκηνή του, ώστε να περιλαμβάνει πολλά οπτικά επίπεδα σε κάθε πλάνο, τα οποία είναι ταυτοχρόνως ευκρινή (κανένα οπτικά επίπεδο δεν είναι «φλου»). Έτσι, ο θεατής μπορεί να βλέπει πολλά επίπεδα δράσης ταυτόχρονα, χωρίς να χρειάζονται ‘cuts’. Μάθε περισσότερα εδώ.

Μονοπλάνο: Η ταινία που αποτελείται από ένα και μόνο πλάνο, δηλαδή δεν έχει υποστεί ντεκουπάζ ή μοντάζ, αλλά αποτελείται από μία και μόνο λήψη. Αντίστοιχα, υπάρχουν και σκηνές που αποτελούνται μόνο από ένα πλάνο – αυτές ονομάζονται «πλάνα-σεκάνς»

Μονοκάμερο/Τρικάμερο: Το γύρισμα με τη χρήση μίας κάμερας ή τριών καμερών που καταγράφουν αντίστοιχα. Το μονοκάμερο είναι η πλέον κινηματογραφική τεχνική, ενώ το τρικάμερο είναι διαδεδομένο σε τηλεοπτικές εκπομπές και σειρές

Δείτε όλα τα άρθρα του Filmmaking

Δεν υπάρχουν σχόλια

ΑΠΑΝΤΗΣΕ

*

*

ΣΧΕΤΙΚΑ

SAE Digital Film Making