Looper (2012)

...






 

Γράφει η Βαρβάρα Κοντονή


Σκηνοθεσία: Rian Johnson
Σενάριο: Rian Johnson
Πρωταγωνιστούν: Joseph Gordon-Levitt, Bruce Willis, Emily Blunt
Διάρκεια: 118’
Χώρα: Η.Π.Α., Κίνα

 

Βρισκόμαστε στο-μακρινό ακόμη για εμάς-2042, σε ένα μελλοντικό δηλαδή και αρκούντως πεσιμιστικό Κάνσας, όπου η πόλη όπως κάποτε την ξέραμε έχει φτάσει στο τέλος της, οι άστεγοι έχουν κατακλύσει τους δρόμους, οι άνθρωποι σκοτώνονται μεταξύ τους για λόγους μηδαμινούς, και ένα νέο ναρκωτικό υπό τη μορφή…κολλύριου βρίσκεται στη γύρα.

Εκεί ένα αφεντικό της μαφίας σταλμένο από το μέλλον, ο Abe (Ντάνιελς), λύνει και δένει από την κορυφή του συνδικάτου του εγκλήματος στην οποία έχει θρονιαστεί, έχοντας στη διάθεσή του μια ομάδα δολοφονικών επίλεκτων που ονομάζονται Loopers. Δουλειά τους είναι να εκτελούν με συνοπτικές διαδικασίες διάφορους τύπους που στέλνονται από τα έτερα συνδικάτα του ακόμη πιο μακρινού μέλλοντος και συγκεκριμένα του 2072. Ποιος καλύτερος τρόπος να εξαφανίσεις ένα πτώμα από προσώπου Γης, από το να το στείλεις 30 χρόνια πίσω στο παρελθόν, οπού ένας πληρωμένος εκτελεστής περιμένει να τον βγάλει από τη μέση με μια και μοναδική σοτγκανιδιά;

Την ίδια άποψη φαίνεται να συμμερίζεται και ο νεαρός Joe (Λέβιτ), ο οποίος από βρώμικο πιτσιρίκι του δρόμου, καταλήγει ένας από τους πιο αποτελεσματικούς ‘καθαριστές’ της μαφίας. Τι γίνεται όμως όταν έρχεται η αποφράδα ημέρα όπου του στέλνεται πακέτο ο μελλοντικός του εαυτός για εκτέλεση, υπό τη μορφή του Μπρους Γουίλις και πόσο έτοιμος είναι ο Joe να “κλείσει τη θηλιά”;

Ξέρεις, αυτό που λένε οτι ο χρόνος είναι μυστήριο πράγμα και καλύτερα να μη μπλέκεσαι μαζί του γιατί δε ξέρεις ποτέ τι συνέπειες θα υπάρξουν; Έχουν δίκιο τελικά…

Με τη τρίτη μόλις κινηματογραφική του δουλειά, ο σκηνοθέτης και σεναριογράφος Ρίαν Τζόνσον πετυχαίνει διάνα, καταφέρνοντας να ωθήσει τα όρια της σύγχρονης, sci-fi περιπέτειας, αρκετά πιο πέρα, σε αυτό το ατόφια σμιλεμένο δημιούργημα, εμπνευσμένο σαφώς από τις θεωρίες περί “loopholes (μικρά παραθυράκια) in time travel”.

Συνεργαζόμενος για μια ακόμη φορά με τον Λέβιτ (μετά το «Brick» και το μικρό πέρασμα του ηθοποιού από το «The Brothers Bloom»), ο Τζόνσον δημιουργεί ένα άρτιο neo-noir απογυμνωμένο από καπνούς και μυστήρια, εγκλωβισμένο όμως σε μια φουτουριστική, γκανγκστερική διάσταση, με turbo shotguns, ιπτάμενες μηχανές και τη δυνατότητα ταξιδιών στον χρόνο, γεγονός που όντας παράνομο, φροντίζουν να χρησιμοποιούν μόνο τα καλόπαιδα της νύχτας, προκειμένου να φέρνουν εις πέρας της βρωμοδουλειές τους.

Και αν ο Τζόνσον δίνει εδώ τα φόντα ενός ικανού, εμπορικού σκηνοθέτη, που ξέρει να στήνει την ιστορία του και να την εκτελεί κοσμίως για χάρη του κοινού (κάτι σαν άλλος Nolan δηλαδή), μέσα από δυναμική σκηνοθεσία, γρήγορες εναλλαγές πλάνων, μετρημένα λόγια και μια βραδυφλεγή, ενδιάμεση πορεία που προετοιμάζει για το τελικό κρεσέντο της ταινίας, μοιάζει να έχει συλλάβει αντιστοίχως την ιδέα του χρόνου και της κυκλικότητάς του σε τέτοιο βαθμό, ώστε είναι αδύνατο να ξεφύγεις από την αναπόφευκτη λούπα στην οποία η καταραμένη η μοίρα σε υποβάλει. Ξανά, και ξανά, και ξανά…

Σε συνδυασμό με τη solid, στυλιζαρισμένη σκηνοθεσία και την τζαζάτη μουσική επένδυση που θυμίζει Κλίντ Μανσέλ, αλλά δεν είναι (είναι Νέϊθαν Τζόνσον, ξαδερφάκι του σκηνοθέτη), το πρωταγωνιστικό δίδυμο Γουίλις-Λέβιτ μοιράζει πόνο, αξιοπρεπέστατες ερμηνείες και μπόλικο ζωγραφιστό φρύδι (από πλευράς Γκόρντον τουλάχιστον), αποδεικνύοντας οτι οι καλογραμμένοι ρόλοι από μόνοι τους, τι να σου κάνουν; Ο Γουίλις ως άλλος John McClane δείχνει πως ακόμα το’χει, και ανταπεξέρχεται μια χαρά όταν οι καταστάσεις είναι ευνοϊκές και ο ρόλος δελεαστικός, ενώ η στορυ-κή σφήνα της Blunt και κάποιου άλλου που κλέβει τη παράσταση (no spoiler intended), εξηγούν και δίνουν συνοχή στην υπόθεση. Από την άλλη ο Λέβιτ (ο οποίος υπέστει το μαρτύριο του τρίωρου μακιγιάζ, αλλά και ολίγον από CGI για να μοιάζει σε μια νεότερη εκδοχή του Γουίλις) έχει κάνει master τις εκφράσεις, το στραβό χαμόγελο και τη σμυχτοφρίδικη γοητεία του Μπρους, υποδυόμενος έναν χαρακτήρα ελαφρόμυαλο, εγωιστικό και κρύο. Ακριβώς δηλαδή όπως και οι ασημιές πλάκες πληρωμής που συνοδεύουν των εκ του μέλλοντος απεσταλμένων, στο ταξίδι τους προς τον θάνατο.

Αν περιμένεις οτι ο Τζόνσον θα σε πιάσει από το χέρι και θα σου εξηγήσει όλο το πολύπλοκο σύστημα περί χρονικότητας, ταξιδιών στο παρελθόν και άλλων…δυνάμεων, μάλλον θα απογοητευθείς, μιας που πέρα από το introductory, επεξηγηματικό voice over, τα συμπεράσματα εναποθέτονται στη δική σου κρίση. Και αν ακόμη προβλέπεται οτι το τέλος της ταινίας θα σηζητηθεί, εσυ αντιμετώπισε την όπως ακριβώς είναι: ένα αμάλγαμα «Βlade Runner» και «Hobo with a Shotgun» αισθητικής, γερής, υποθεσιακής «Twelve Monkeys» δόσης και Χ-Men μετάλλαξης. Αναμφίβολα η sci-fi ταινίας της χρονιάς. Μπορεί και των τελευταίων ετών δηλαδή.

 

 

 

Δημήτρης Ασπρολούπος

Αγαπώ τον Χίτσκοκ, τον Φιντσερ, τον Χάνεκε, τον αγγλικό ρεαλισμό και το σκανδιναβικό σινεμά αλλά παράλληλα έχω και ένα soft spot για τον Γουές Αντερσον.
3 Σχόλια

ΑΠΑΝΤΗΣΕ

*

*

  • Sofia Gkika
    27 Σεπτεμβρίου 2012 at 8:39 μμ - Reply

    teleia prepei na einai!!! alla sygxarhtiria kai stin kopela pou egrapse to arthro! uperoxh perigrafi Barara! Parakolouthw to site kai grafeis polu omorfa! Congratulations!

  • Γιώργος
    7 Οκτωβρίου 2012 at 6:20 μμ - Reply

    Το είδα χθες και όντως ήταν πολύ δυνατό! Και όντως κάποιος άλλος κλέβει την παράσταση (no spoiler intended). Αλλά ρε παιδί μου το φρυδάκι, γιατί έτσι;; Και το κραγιονάκι; Ας είναι! Ωραία κριτική πάντως 😉

  • WinryRockbell
    WinryRockbell
    10 Οκτωβρίου 2012 at 2:44 μμ - Reply

    Σας ευχαριστούμε πολύ παιδιά, για τη ψήφο εμπιστοσύνης! Αναμένεται θερμή η φετινή, κινηματογραφική χρονιά, οπότε stay around για ακόμα περισσότερα, από τη συντακτική ομάδα του Reel 😀

  • ΣΧΕΤΙΚΑ