Η σκηνοθέτης της ταινίας “Το δέντρο και η κούνια”, Μαρία Ντούζα μιλάει στο Reel.gr

...

DouzasΣυνέντευξη στον Δημήτρη Ασπρολούπο

Με αφορμή την κυκλοφορία της ταινίας Το δέντρο και η κούνια, την Πέμπτη 6 Φεβρουαρίου 2014 στους κινηματογράφους από την Strada Films είμαστε στην ευχάριστη θέση να φιλοξενήσουμε μια συζήτηση με την σκηνοθέτη της ταινίας, Μαρία Ντούζα. Το Δέντρο και η Κούνια είναι μια ταινία εμπνευσμένη από ένα πραγματικό περιστατικό και αφηγείται πως τα μέλη μιας οικογένειας για χρόνια χωρισμένα ξαναβρίσκονται ένα Πάσχα, κάτω από την πατρογονική στέγη, σε μια συνάντηση η οποία θα έχει, για τον καθένα, απροσδόκητες συνέπειες. Μιλάει για τους οικογενειακούς δεσμούς, την πατρίδα και τη συμφιλίωση με τις αλλαγές που η ζωή φέρνει στο δρόμο μας και μας δείχνει τον τρόπο να επανεκτιμήσουμε την παρελθόν και τα σημάδια που αφήνει πάνω στον καθένα μας.

Πόσο αυτοβιογραφικό είναι το σενάριο, δεδομένου ότι κατάγεσαι από Ελλάδα και σπούδασες σκηνοθεσία στο  National Film & Television School της Αγγλίας;
Δεν θα το έλεγα αυτοβιογραφικό διότι δεν υπάρχει αντίστοιχη ιστορία στη ζωή μου, αλλά επηρεασμένο από τη δική μου εμπειρία μετακίνησης.

Η ταινία πραγματεύεται το πως οι μεταναστεύσεις επηρεάζουν τις οικογενειακές δομές. Θα έλεγες ότι το πως ορίζουμε το σπίτι και την πατρίδα αφορά περισσότερο τους ανθρώπους από το τοπίο;
Απολύτως. Και κυρίως τις σχέσεις μεταξύ τους. Πατρίδα είναι εκεί που μας αγαπούν και μας δέχονται, όπου κι αν είναι αυτό.

Είδαμε μια πολύ καλή παραγωγή με ιδιαίτερα προσεγμένο cast που περιλαμβάνει εκτός από  τη Μυρτώ Αλικάκη και τον Ηλία Λογοθέτη, την Σέρβα ηθοποιός Μιριάννα Καράνοβιτς που γνωρίζουμε από τις τις ταινίες του Κουστουρίτσα και προσωπικά μου άρεσε πολύ η ερμηνεία της. Μίλησε μου λίγο για τη συνεργασία σας.
Με την Μυρτώ Αλικάκη γνωρίζομαι χρόνια και εκτιμώ πάρα πολύ τη δουλειά της. Εδώ μού άρεσε η ιδέα ότι θα έπαιζε και έναν χαρακτήρα κόντρα σε αυτούς που συνήθως υποδύεται στον κινηματογράφο και την TV. Ο Ηλίας Λογοθέτης ήταν στο νου μου εξ αρχής, αφ’ότου έγραφα το σενάριο. Τον θαυμάζω απεριόριστα. Και η Μιριάννα Καράνοβιτς ήταν η αναπάντεχη πραγματοποίηση ενός όνειρου. Η συνεργασία μας προέκυψε μέσω των Σέρβων συμπαραγωγών μας (Intermedianetwork Serbia) που της έδωσαν το σενάριο, εκείνη το διάβασε, της άρεσε και εμφανίστηκε σε audition στο Βελιγράδι! Είναι εξαιρετική ηθοποιός και ευτύχησα να την έχω στην ταινία, για την οποία έμαθε τους ελληνικούς διαλόγους χωρίς να ξέρει «γρι» ελληνικά.

17Η ταινία έχει συμμετάσχει ήδη σε αρκετά φεστιβάλ από το Μόντρεαλ μέχρι τις Νύχτες Πρεμιέρας και απ’ ότι ξέρουμε θα συμμετάσχει σε αρκετά ακόμα. Πως νιώθεις για αυτή της την πορεία;
Χαίρομαι φυσικά και παρακολουθώ όσο μπορώ το τι γράφεται, το πώς αντιδρούν τα διαφορετικά κοινά.. Επίσης είναι συγκινητικό να λαμβάνεις μηνύματα – μέσω facebook – από ανθρώπους που δεν ξέρεις αλλά η ταινία σου συγκίνησε στην άλλη άκρη της γης. Το πιο σημαντικό όμως ήταν ότι χάρη στα φεστιβάλ, βρήκαμε διεθνή διανομή. Αυτό έγινε στην αγορά του Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, όπου η ταινία πουλήθηκε στην αυστριακή εταιρεία EastWest Filmdistribution Gmbh και αυτή τη στιγμή μεταγλωττίζεται σε τρεις γλώσσες.

Διάσπαρτα μέσα στην ταινία βλέπουμε τις αναμνήσεις να παρεμβάλλονται σαν φαντάσματα του παρελθόντος για να βοηθήσουν το θεατή να καταλάβει το συναισθηματικό υπόβαθρο των χαρακτήρων. Κάποιοι λένε ότι η νοσταλγία είναι αχρείαστο συναίσθημα. Πόσο σημαντικό για σένα είναι να θυμάται κανείς το παρελθόν;
Άλλο η μνήμη και άλλο η νοσταλγία. Στην ταινία δεν υπάρχει νοσταλγία. Η ηρωίδα δεν νοσταλγεί μια επιστροφή, κανένας εκ των ηρώων δεν τυραννιέται από νοσταλγία – γιατί αυτά που έζησαν δεν τα νοσταλγούν. Αλλά το παρελθόν βαρύνει πάνω στις επιλογές του παρόντος. Οι χαρακτήρες της ταινίας υφίστανται τις συνέπειες των επιλογών και των αποφάσεών που πήραν στο παρελθόν. Για αυτό και υπάροχυν αυτές οι σκηνές – είναι μνήμες και όνειρα.

Σε μια σκηνή βλέπουμε τη πρωταγωνίστρια σου, Μυρτώ Αλικάκη να τραγουδά το τραγούδι “Του μικρού βοριά” του Μίκη Θεοδωράκη. Έχει κάποια ιδιαίτερη σημασία για σένα αυτό το τραγούδι;
Όχι πέραν του ότι το τραγουδώ κι εγώ συχνά. Πολύ συχνά…

20Η κόρη της Μίνα αντιμετωπίζεται με ρατσισμό από τα άλλα παιδιά του χωριού, κάτι που είναι συχνό φαινόμενο στην ελληνική κοινωνία πλέον. Θεωρείς ότι η ξενοφοβία είναι κάτι που θα ξεπεράσουμε αν “τελειώσει” η κρίση;
Το ελπίζω και το εύχομαι, αλλά παλεύω να κάνω ότι μπορώ να ξεπεραστεί πολύ πριν τελειώσει η κρίση. Κι αυτή η ταινία είναι μια προσπάθεια προς αυτήν την κατεύθυνση. Δεν πρέπει να ανεχτούμε ούτε στιγμή, με το πρόσχημα της απόγνωσης, τη μισαλλοδοξία, την ξενοφοβία και τον ρατσισμό. Είναι ένας σκοτεινός μονόδρομος που οδηγεί στο χάος.

Το σύγχρονο ελληνικό σινεμά ασχολείται πολύ με την οικογένεια, κυρίως με τρόπο που σχεδόν μηδενίζει τη αξία της. Εσύ επέλεξες έναν άλλο δρόμο. Γιατί πιστεύεις ότι υπάρχει αυτή η εμμονή των νέων Ελλήνων σκηνοθετών και θεωρείς ότι μπορούμε να συμφιλιωθούμε εύκολα με μια αξία που παίζει τόσο κυρίαρχο ρόλο στην ελληνική κοινωνία;
Μού κάνει λίγο εντύπωση αυτή η εμμονή του ελληνικού σινεμά με την άρνηση και καταδίκη της οικογένειας. Εγώ ξέρω πολλούς ανθρώπους που χάρη στις οικογένειές του κάνουν ταινίες, τέχνη, το κέφι τους. Δεν αρνούμαι την ύπαρξη προβληματικών και δυσλειτουργικών οικογενειών, δεν αρνούμαι την ύπαρξη βίας στην κοινωνία – την οποία οι ταινίες αυτές αποτυπώνουν μέσω της οικογένειας – και δεν αρνούμαι την ύπαρξη ενδοοικογενειακής βίας. Όμως υπάρχει – και είναι τεράστιος ο ρόλος της – και η οικογένεια που περιθάλπτει, που αγαπάει και που στηρίζει κι αυτή η οικογένεια σήμερα στην Ελλάδα κρατάει ακόμα τα παιδιά της «πάνω από το νερό» και δεν έχουν πνιγεί. Προτιμώ να κοιτώ αυτή της την πλευρά – την πιο συνηθισμένη και πάρα πολύ αληθινή – και δεν νομίζω ότι χρειάζεται να συμφιλιωθούμε με αυτήν. Για τον περισσότερο κόσμο αυτό είναι η οικογένεια.

13Οι τοπικοί πολιτικοί στην ταινία δείχνουν να μην καταλαβαίνουν το όραμα του Κυριάκου και να επηρεάζονται από τις απόψεις των ψηφοφόρων τους. Δεν υπάρχει κανένας πολιτικός με όραμα όπως λέει και ο  Ηλία Λογοθέτης σε μια σκηνή. Επιχείρησες μ’ αυτό τον τρόπο να κάνεις μια κριτική στην ελληνική πολιτική πραγματικότητα;
Δεν θα έλεγα ότι αυτή η μικρή νύξη αποτελεί κριτική. Προσπαθώ να πω μια ιστορία που μοιάζει αληθινή και επειδή μέρος της ιστορίας είναι και η διαμάχη του Δημάρχου με τους δημοτικούς συμβούλους, επόμενο ήταν να ακουστούν τέτοιου τύπου σχόλια. Εάν στόχος ήταν να κάνω κριτική στην πολιτική θα έκανα μια διαφορετική ταινία.

Ως σκηνοθέτης που μεγάλωσε στην Ελλάδα και σπούδασε στην Αγγλία  από που θεωρείς ότι έχει τις περισσότερες επιρροές στο σινεμά που κάνεις;
Από παντού. Μεγάλωσα βλέποντας Ευρωπαϊκό κινηματογράφο (δυτικό και ανατολικό), λάτρεψα τον Μπέργκμαν, αλλά αγάπησα και πάρα πολύ το καλό αμερικάνικο σινεμά, τον Χίτσκοκ, τον Κόπολλα, τον Κιούμπρικ… και φυσικά τους άγγλους Κεν Λόουτς, Στήβεν Φρήαρς, Μάικ Λη (που τον είχα και δάσκαλο). Αδύνατον να ξέρω ποιος με έχει επηρεάσει περισσότερο. Φαντάζομαι όλοι.

Δημήτρης Ασπρολούπος

Αγαπώ τον Χίτσκοκ, τον Φιντσερ, τον Χάνεκε, τον αγγλικό ρεαλισμό και το σκανδιναβικό σινεμά αλλά παράλληλα έχω και ένα soft spot για τον Γουές Αντερσον.
Δεν υπάρχουν σχόλια

ΑΠΑΝΤΗΣΕ

*

*

ΣΧΕΤΙΚΑ