Matching Jack (2010)

...






 

Γράφει η Βαρβάρα Κοντονή


Σκηνοθεσία: Nadia Tass
Σενάριο: Lynne Renew, David Parker
Πρωταγωνιστούν: Jacinda Barrett, James Nesbitt, Kodi Smit-McPhee, Richard Roxburgh
Διάρκεια: 99’
Χώρα: Αυστραλία

 

Υπάρχει μια ταινία εκεί έξω που λέγεται «A Little Bit Of Heaven» και στην οποία πρωταγωνιστεί μια καρκινοπαθής Kate Hudson. Ε λοιπόν, σου προτείνω να δεις αυτή (και το κάνω με πόνο καρδιάς, γιατί η αταλαντοσύνη της Hudson έχει φτάσει σε νέα επίπεδα ρεκόρ), και να αφήσεις κατά μέρος την αυστραλιανή παραγωγή, «Matching Jack» η οποία πραγματεύεται επίσης το θέμα της τρισκατάρατης ασθένειας. Με μια βασική διαφορά: προκειμένου να σε συγκινήσει στο έπακρο, ρίχνει στην αρένα ένα μάτσο πιτσιρίκια που πεθαίνουν από λευχαιμία και σου εύχεται καλή προβολή. Δε το συζητώ. Δαγκωτό A Little Bit Of Heaven. Εκεί θα δεις τουλάχιστον και τη Whoopi Goldbergh στον ρόλο του Θεού (κλασικά). Λίγο είναι αυτό;

Η Marissa (Barrett) είναι μια όμορφη μητέρα της οποίας ο κόσμος γκρεμίζεται μέσα σε δυο μέρες (και εκείνη εξακολουθεί να παραμένει φρέσκια και ατσαλάκωτη): αρχικά μαθαίνει ότι ο γιος της Jack (Tom Russell) πάσχει από λευχαιμία, και στη συνέχεια πως ο σύζυγός της David (Roxburgh) την έχει κάνει περικοκλάδα από τις πάμπολλες απιστίες. Όταν τελικά ο Jack εισαχθεί στο νοσοκομείο, θα γνωρίσει ένα άλλο πιτσιρίκι, τον Finn (McPhee), ενώ η μαμά-Marissa θα γνωρίσει τον μπαμπά του Finn, Connor (Nesbitt) στον οποίο-οποία έκπληξης;-θα αναζητήσει συντροφιά. Και το καλύτερο δε σας το είπα ακόμα. Η Marissa οχι μόνο θα ανακαλύψει πως ο David είχε τελικά περισσότερες γκόμενες από τον Rod Stewart και τον Λευτέρη Πανταζή μαζί, αλλά θα αρχίσει να επισκέπτεται μια-μια τις πόρτες των σπιτιών τους, σε αναζήτηση νόθων παιδιών του άντρα της, προκειμένου να βρει δότη μυελού των οστών, που να ταιριάζει με αυτόν του Jack(!).

Ναι, δε μας έφταναν όλες οι άλλες δικαιολογίες για την απιστία, θα έχουμε τώρα και την περίπτωση εξωσυζυγικής σχέσης για τη διατήρηση του υγιούς μέλλοντος του παιδιού. Δε πάμε καλά… Η ελληνικής καταγωγής σκηνοθέτης, Nadia Tass (Tassopoulos), κάνει πραγματικά τα πάντα, προκειμένου το δάκρυ να πάει κορόμηλο στα μάγουλά σου και εσύ να μη μπορείς να βρεις καμία διέξοδο μέσα από αυτό βαρύ και ασήκωτο σενάριο της ταινίας. Μπορεί εγώ, να μην έχω τη παραμικρή διάθεση να εθελοτυφλήσω απέναντι στη μάστιγα της σύγχρονης εποχής, δεν είμαι όμως και τόσο σίγουρη πως η Tass και οι σεναριογράφοι της ταινίας, κρατούν την ίδια στάση απέναντι σε ένα τόσο δύσκολο, επίπονο και τραγικά καθημερινό πλέον, θέμα.

Η αίσθηση που δίνεται είναι πως στον βωμό της εύκολης συγκίνησης και της δραματίζουσας δράσης, ο καθένας μπορεί να χρησιμοποιήσει οτιδήποτε. Στην προκειμένη περίπτωση αδύναμα πιτσιρίκια χωρίς μαλλιά και με μια προοδευτική παγωμάρα στα πρόσωπα (που η Tass φροντίζει να τη καταστήσει και αυτή απροκάλυπτα αισχρή, με διαρκή close ups), ενώ στο χορό μπαίνει και μια απιστιάρα ΝΑ από τον μπαμπά, καθώς και η ήδη πεθαμένη μητέρα του έτερου πιτσιρικά. Enough is enough.
Το μόνο που μπορείς να πεις για τη συγκεκριμένη ταινία, είναι η ειλικρινώς όμορφη κινηματογράφησή της, δια χειρός David Parker (συζύγου της σκηνοθέτιδας) ο οποίος έχει αποδώσει τα μέγιστα, παρουσιάζοντας τις πιο όμορφες και γοητευτικές γωνιές της άλλοτε βροχερής και άλλοτε ηλιόλουστης Μελβούρνης. Επίσης στα θετικά, μπορείτε να βάλετε και τις προσπάθειες των ηθοποιών να αποδώσουν όσο πιστότερα γίνεται το ζοφερό κλίμα της αρρώστιας, αλλά μέχρι εκεί. Τι περισσότερο μπορείς να κάνεις τελικά, όταν το σενάριο που έχεις στα χέρια σου είναι μια μεγάλη, χειραγωγηκή πατάτα;

Το story έχει ένα σωρό κενά που δεν εξηγούνται ποτέ, οι σκηνές δεν έχουν καμία σύνδεση μεταξύ τους τις περισσότερες φορές, ενώ και οι διάλογοι των ηρώων μοιάζουν βεβιασμένοι, και σε στιγμές υπερβολικοί, πράγμα διόλου τυχαίο αν δει κανείς, πως αυτή, είναι και η πρώτη δουλειά της σεναριογράφου, Lynne Renew.

Το «Matching Jack» είναι μια ταινία που θα μπορούσε να είναι καλή, αν σεβόταν πραγματικά, το λεπτό ζήτημα με το οποίο καταπιάνεται. Η ζωή είναι εξάλλου από μόνη της δύσκολη, και συνεπώς ο κάθε δημιουργός που επιλέγει την απόσπαση δακρύων και ψυχοπλακώματος με έναν τόσο πασιφανή, εύκολο και απροκάλυπτο τρόπο, είναι τουλάχιστον τεμπέλης. Ακόμα και το wannabe tagline της ταινίας (“laughter is the best medicine”) δεν βοηθάει σε τίποτα, αλλά μάλλον καταβαραθρώνει ακόμα περισσότερο αυτή την ιστορία μέσα σε έναν εξυπηρετικό κλαυθμό και οδυρμό, χωρίς-στη τελική-κανένα νόημα.

 

 

 

Δεν υπάρχουν σχόλια

ΑΠΑΝΤΗΣΕ

*

*

ΣΧΕΤΙΚΑ