Η συνέντευξη του σκηνοθέτη του «Ο Επιφανής Άγνωστος» Matthieu Delaporte, στο Reel.gr

Η ταινία κυκλοφορεί από την Weird Wave.

«The Double», «Starred Up» και «Blue Ruin», είναι μερικές μόνο από τις ταινίες τις οποίες μας έχει συστήσει στην Ελλάδα, η Weird Wave, μια εταιρεία διανομής που έχει καταφέρει να συνδέσει το όνομά της, μόνο με αξιόλογες ταινίες.

Μια τέτοια περίπτωση είναι και το «Ο Επιφανής Άγνωστος», η νέα ταινία του Matthieu Delaporte («22 Bullets», «What’s in a Name?»), ο οποίος παραχώρησε μια άκρως ενδιαφέρουσα συνέντευξη για την νέα του ταινία, με πρωταγωνιστή τον Matthieu Kassovitz, την οποία σας παρουσιάζουμε κατ’αποκλειστικότητα, μέσα από το Reel.gr.

Συνέντευξη με τον Ματιέ Ντελαπόρτ

Πώς φτάσατε από το ΓΙΑ ΟΛΑ ΦΤΑΙΕΙ ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΣΟΥ στο ΕΠΙΦΑΝΗΣ ΑΓΝΩΣΤΟΣ;

Με τον Αλεξάντρ Ντε Λα Πατελιέρ συνεργαζόμαστε εδώ και δώδεκα χρόνια – όταν μας έρθει μια ιδέα για ταινία, είναι κάτι σαν δούναι και λαβείν.  Μιλάμε για πολιτική, πηδάμε απ’ το ένα θέμα στο άλλο, σκεφτόμαστε ένα έργο και το παρατάμε, ώσπου να βρούμε αυτό που μας κάνει. Δεν έχει να κάνει με κάποια στρατηγική για να κάνουμε καριέρα.

Η ιδέα του ΕΠΙΦΑΝΗΣ ΑΓΝΩΣΤΟΣ υπήρχε πριν από το ΓΙΑ ΟΛΑ ΦΤΑΙΕΙ ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΣΟΥ. Η επιτυχία αυτής της παράστασης – και έπειτα της ταινίας – μας επέτρεψε να πάρουμε αυτό το νέο έργο από τη σκηνή. Θέλαμε πραγματικά να εξερευνήσουμε έναν διαφορετικό κόσμο – γράφουμε με τον ίδιο τρόπο που πηγαίνουμε στον κινηματογράφο, τα γούστα μας, τα οποία πηγάζουν από πολύ διαφορετικές πηγές, καλύπτουν διάφορα είδη ταινιών. Είμαστε αρκετά τυχεροί που έχουμε παραγωγό τον Ντιμίτρι Ρασσάμ και την υποστήριξη του στούντιο Pathé, που μας επιτρέπουν να κάνουμε αυτές τις ταινίες. Κάπως σαν τους αδελφούς Κοέν, ο Αλεξάντρ και εγώ κάνουμε μαζί όλες μας τις ταινίες, αλλά οι ρόλοι μας αλλάζουν ανάλογα με το έργο. Σκηνοθετήσαμε μαζί το ΓΙΑ ΟΛΑ ΦΤΑΙΕΙ ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΣΟΥ αλλά για το ΕΠΙΦΑΝΗΣ ΑΓΝΩΣΤΟΣ αποφασίσαμε εξ αρχής ότι θα το σκηνοθετήσω εγώ και ότι εκείνος με τον Ντιμίτρι θα είναι παραγωγοί και μάλιστα ότι θα είναι ο στενός συνεργάτης του Ντιμίτρι σε καθημερινή βάση. Πέρασα πολύ χρόνο στο πλατό και εκείνος στο μοντάζ με τη συντάκτριά μας Σίλια Λαφιτντιπόντ, φέρνοντας μία νέα ματιά σε ό,τι γυρίζαμε.

Πώς προέκυψε το σενάριο;

Το σενάριο του ΕΠΙΦΑΝΗΣ ΑΓΝΩΣΤΟΣ ξεκίνησε με κάποιες σκέψεις σχετικά με την ταυτότητα. Η τρανσεξουαλικότητα είναι, για μένα, ένα πραγματικά ενδιαφέρον θέμα, όχι τόσο για τη σεξουαλική διάσταση αυτή καθαυτή, αλλά λόγω της διάστασης μεταξύ της εσωτερικής και της εξωτερικής ύπαρξης ενός ατόμου. Πώς μπορείς να εξηγήσεις ότι είσαι πεπεισμένος, ότι δεν είσαι αυτό που δείχνεις στον κόσμο; Επομένως, το ΕΠΙΦΑΝΗΣ ΑΓΝΩΣΤΟΣ άρχισε με τη σκέψη του πόσο μοναχικό είναι όλο αυτό, δηλαδή, με το ερώτημα: «Τι σημαίνει να είσαι ο εαυτός σου με άλλους ανθρώπους;». Οι άνθρωποι σήμερα ζουν σε έναν κόσμο μοναξιάς και φαντασίας – παρακολουθούμε συνεχώς τις ζωές άλλων ανθρώπων και γίνεται όλο και πιο δύσκολο να διάκρινουμε μεταξύ του τι είναι πραγματικό και τι δεν είναι. Στην τελική, αυτό που πραγματικά μου τραβάει την προσοχή στον Σεμπαστιάν Νικολά, ο ήρωας της ταινίας τον οποίο υποδύεται ο Ματιέ Κασσοβίτς, είναι ότι όλοι έχουμε αυτές τις παρορμήσεις, τις επιθυμίες και τις ευχές – σε διάφορους βαθμούς, φυσικά.

560_308495

Και πώς ακριβώς το γράψατε;

Η συγγραφή πραγματοποιήθηκε σε στάδια. Ο Αλεξάντρ και εγώ ξεκινήσαμε με τον πρωταγωνιστή – είχαμε περίπου πενήντα σελίδες voice over αφήγησης, για την ιστορία και το παρελθόν του χαρακτήρα. Σιγά-σιγά, απέρριψα εκείνο το υλικό διότι άρχισα να αισθάνομαι ότι υπήρχαν δύο ταινίες – μία για την παιδική του ηλικία και μία σχετικά με εκείνον ως ενηλικιωμένο πλέον άτομο. Όμως, όταν αφαίρεσα την παιδική ηλικία, είδα ότι ο χαρακτήρας έγινε πιο μυστηριώδης και, ταυτόχρονα, ενίσχυσε την ταυτότητά του. Η βιογραφία δεν εξηγεί τα πάντα, οπότε σκέφτηκα ότι ήταν καλύτερα η αφήγηση να αγκυστρωθεί σε ορισμένα λιγότερο βαριά και πιο συνοπτικά στοιχεία. Μας απασχόλησε πολύ το θέμα αυτό – θα έπρεπε να φανταστούμε κάποιο μεγάλο αρχικό τραύμα το οποίο υπέφερε ο ήρωας; Όχι ακριβώς.  Συχνά σερβίρεται στο κοινό ένα παλιό τραύμα ώστε να δώσει μια λογική εξήγηση για τη διαφορά ή την ανωμαλία, όμως αυτό είναι αρκετά απλό. Ακόμα και αν είμαστε όπως μας έχει φτιάξει το παρελθόν, δεν είμαστε μόνο αυτό. Θεώρησα ότι ήταν καλύτερο να αφήσουμε κάθε άτομο να έχει τη δική του εξέλιξη.

Αποφασίσατε από την αρχή, να αφηγηθείτε την ιστορία του από την οπτική γωνία του Σεμπάστιαν;

Η αρχική ιδέα ήταν να χρησιμοποιηθεί το «εγώ» σε όλη την ιστορία, μιλώντας σε πρώτο πρόσωπο με τη φωνή κάποιου που νομίζει ότι δεν είναι κανένας! Οι άνθρωποι που πάσχουν από αυτή τη διαταραχή – αποπροσωποποίηση – δεν έχουν φανταστικό σύμπαν και ζουν σε μια διαρκή κατάσταση αυτο-ανάλυσης. Θα σας πουν ότι αισθάνονται ότι ο κόσμος έχει γίνει εξωπραγματικός και ότι «απογειώνονται». Στην πραγματικότητα, το λεξιλόγιό τους είναι πολύ κοντά στη λεξικογραφία ενός κινηματογραφιστή. Μιλούν με όρους χαρακτήρων, πρόσθετων σκηνών, ονειρικών σεκάνς, κ.λπ. Έτσι, ήθελα να πω αυτή την ιστορία για έναν τύπο που αισθάνεται ότι δεν υπάρχει, ότι δεν είναι μέρος αυτού του κόσμου, αλλά ο οποίος έχει αυτό το απίστευτο ταλέντο αντιγραφής, δεδομένου ότι δεν μπορεί να φανταστεί, και καθώς προχωρά, αναζητά τον εαυτό του σε άλλους ανθρώπους. Ήθελα να χρησιμοποιήσω την αφήγηση και τη φαντασία για να πω κάτι για αυτήν την αναζήτηση της ταυτότητας, που είναι ένα θέμα εσωτερικό και ψυχαναλυτικής φύσης. Οι άνθρωποι που πάσχουν από αυτή τη διαταραχή είναι στην πραγματικότητα απόλυτα πλασματικοί χαρακτήρες, δεδομένου ότι φιλοδοξούν να κάνουν τα όνειρά τους πραγματικότητα. Σε γενικές γραμμές, όταν ονειρευόμαστε, είμαστε κάποιος άλλος, κατά τη διάρκεια αυτού του ονείρου.

Όμως, οι άνθρωποι που προσπαθούν να γίνουν κάποιος άλλος αλλάζοντας την ταυτότητά τους στην πραγματικότητα προσπαθούν να παρατείνουν τα όνειρά τους. Ήθελα να αποφύγω κάποιον που θα είναι απατεώνας, ο οποίος θα καταλάβει την ταυτότητα κάποιου άλλου, προκειμένου να πλουτίσει ή να επωφεληθεί από αυτήν. Προτίμησα κάποιον που θα το κάνει για τον εαυτό του. Η ταινία αφορά μία προσωπική αναζήτηση. Ο Σεμπαστιάν Νικολά θέλει να γίνει κάποιος άλλος, για να γίνει ο εαυτός του.

Είχατε απ’ την αρχή την ιδέα να ξεκινήσετε με την αυτοκτονία του ήρωα;

Ναι, τα πρώτα 15 λεπτά ήταν διαρκώς αυτό. Με τον Αλεξάντρ μιλάμε πολύ για τις ταινίες, έπειτα, όταν έχουμε καταλήξει σε μία πλοκή, ξεκινάμε να γράφουμε. Ξεκινάμε σκιαγραφώντας κάποιους μονολόγους, περιγράφωντας κάποιες σκηνές, καταρτίζοντας τη δομή της ιστορία – μόνο τότε ξεκινάμε πραγματικά να γράφουμε. Τότε εμπλεκόμαστε με τα εσωτετικά και εξωτερικά στοιχεία της αφήγησης και αρχίζουμε να αναρωτιόμαστε για πράγματα όπως «Μήπως το κάνει αυτό γιατί κοροϊδεύει τους άλλους ανθρώπους ή πρόκειται για μία ιδιωτική, εσωτερική ευχαρίστηση;» Θυμήθηκα τη φιγούρα ενός τραβεστί ανθρώπου, ο οποίος αισθάνεται ζωντανός μόνο όταν είναι ντυμένος σαν γυναίκα. Με το να ντύνεται σαν γυναίκα, πειραματίζεται με τους ανθρώπους που δεν τον γνωρίζουν και που πιστεύουν ότι είναι στ’ αλήθεια γυναίκα. Τότε περνάει στο επόμενο επίπεδο, υποβάλλεται σε πλήρη μεταμόρφωση, σαν να βάζει πλώρη για το τελικό ταξίδι. Όπως και ένας άνθρωπος τρανσέξουαλ, ο οποίος έχει συμφιλιωθεί με τον εσωτερικό του εαυτό. Έχει συμφιλιωθεί με τον καθρέφτη. Προσαρμόζει το σώμα του σε αυτό που ήταν πάντα. Αυτό ήταν ανέκαθεν το σημείο εκκίνησης για αυτήν την ιστορία.

un-illustre-inconnu_7b614f05dac439e3180ad32b632dba4a

Ο πρωταγωνιστής συμπεριφέρεται σαν ένας κατά συρροή δολοφόνος – ψυχαναγκαστικός, σχολαστικός και ακριβής. Ωστόσο, ποτέ δεν σκοτώνει κανέναν.

Μία από τις προτάσεις που έκανα στον Ματιέ Κασοβίτς για το ρόλο, ήταν να θεωρήσει τον εαυτό του ως ένα κατά συρροή δολοφόνο, ο οποίος ποτέ δεν ενεργεί παρορμητικά. Ήθελα να χρησιμοποιήσω όλα τα στοιχεία ενός κατά συρροή δολοφόνου, αν και η ιστορία αφορά έναν άνθρωπο που δεν θα μπορούσε να πειράξει ούτε μύγα. Είναι πολύ πιο ικανός να πληγώσει τον εαυτό του παρά κάποιον άλλο – και μάλιστα φοβάται πραγματικά να φύγει μακριά από την οικογένειά του. Πολύ συχνά, οι άνθρωποι που πάσχουν από διαταραχή αποπροσωποποίησης έχουν περάσει τόσο πολύ χρόνο για να μάθουν τι πρέπει να κάνουν, που πλέον δεν γνωρίζουν τι θέλουν να κάνουν. Ξέρουν πώς να κάνουν τους άλλους ευτυχισμένους – κάτι το οποίο τους καθιστά ως τα ιδανικά κοινωνικά όντα – αλλά έχουν ξεχάσει τις δικές τους επιθυμίες. Αν το καλοσκεφτείς, αυτή είναι και η ιστορία πολλών συγγραφέων όπως ο Ρομέν Γκαρί και ο Φερνάντο Πεσσόα, οι οποίοι ήταν σημαντικές πηγές έμπνευσης για την ταινία μας. Ο Γκαρί, για παράδειγμα, δημιούργησε ένα alter-ego, προκειμένου να απελευθερώσει τον εαυτό του από ορισμένους περιορισμούς. Ήταν συγγραφέας, πρέσβης όπως πάντα ονειρευόταν η μητέρα του- και έφτιαξε ένα ψευδώνυμο, ώστε να γίνει ο εαυτός του. Ο Πεσσόα δημιούργησε ετερώνυμα προκειμένου να διαφοροποιήσει το αίσθημα της ανυπαρξίας και της εξαφάνισης. Αυτό που μου αρέσει στον Σεμπαστιάν Νικολά είναι ότι η αίσθηση του ως απατεώνας είναι, παραδόξως, ένα είδος αναζήτησης για το γνήσιο. Όπως ο Μισίμα, ο οποίος βρισκόταν «σε ταξίδι μέσα στο σώμα του.» Εξηγεί ότι περπάτησε τριγύρω προσποιούμενος όλη την ημέρα, τόσο πολύ έτσι ώστε όταν ντυνόταν σαν γυναίκα, γινόταν πραγματικά ο εαυτός του. Αυτό που είδαν οι άλλοι ως παραφροσύνη ήταν ακριβώς το φυσικό του. Ο ήρωας του ΕΠΙΦΑΝΗΣ ΑΓΝΩΣΤΟΣ ενεργεί σε κατάσταση αυτοάμυνας. Δεν κάνει τίποτα εναντίον άλλων ανθρώπων και ποτέ δεν θα έπαιρνε τη θέση αυτού του ανθρώπου, εάν δεν του είχε δώσει αυτή τη δυνατότητα.

Θυμίζει επίσης ορισμένες μυθικές μορφές σε ταινίες φαντασίας.

Αποτελεί τον δικό του Δρ. Φρανκενστάιν. Ακριβώς όπως ο ίδιος ξυπνά έναν κατά συρροή δολοφόνο, χωρίς στην πραγματικότητα να είναι, μοιάζει ταυτόχρονα με ένα σούπερ ήρωα με τη μαγική του σπηλιά, ή τον Φαντομά ή τον Δρ Μπαμπούζ. Ήθελα να βρίσκομαι ακριβώς σ’ αυτό το σημείο μεταξύ του ρεαλιστικού και τουφανταστικού. Βρισκόμαστε μέσα σε αυτόν τον κόσμο, αλλά και όχι εντελώς. Με άλλα λόγια, οι χαρακτήρες δεν κινούνται μέσω ενός πλήρως νατουραλιστικού σύμπαντος. Είμαστε ακριβώς στα πρόθυρα κάτι του απίστευτου, αλλά ποτέ δεν το διασχίζουμε ακριβώς. Για παράδειγμα, δουλέψαμε πολύ σκληρά στο σκηνικό για το μεσιτικό γραφείο. Δεν ήθελα να μοιάζει με ένα πραγματικό γραφείο, διότι, χωρίς να θέλω να φανώ υπερβολικός, δεν ενδιαφέρονται για την πραγματικότητα.

Θα μπορούσε να είναι ο Σεμπαστιάν Νικολά μια αλληγορία για τον συγγραφέα ή τον σκηνοθέτη που τρέφεται κυριολεκτικά από άλλους ανθρώπους, προκειμένου να φανταστεί μια ιστορία ή ένα πεπρωμένο για τους χαρακτήρες του;

Απολύτως. Έχω διαβάσει πολύ για τους συγγραφείς και το ενδιαφέρον τους για το alter-ego. Για τον πρωταγωνιστή υπάρχει επίσης η μεταφορά του ηθοποιού, ο οποίος δεν θέλει να αφήσει το ρόλο του διότι νιώθει ζωντανός μονάχα όταν υποδύεται ένα χαρακτήρα. Αυτό που βρίσκω ενδιαφέρον για το όλο θέμα του σφετερισμού είναι ότι πηγαίνει στην καρδιά του τι ακριβώς σημαίνει φαντασία. Και οι άνθρωποι που πάσχουν από διαταραχή αποπροσωποποίησης θέλουν τη φαντασία τους – το ιδιωτικό τους «μυθιστόρημα» – να πάρει τη θέση της πραγματικότητας.

Στην ταινία, η φαντασία θριαμβεύει της πραγματικότητας.

Ναι, είναι μια πραγματική νίκη για τη μυθοποίηση. Βασικά, είχα γράψει μια off-screen πρόζα – την οποία έκοψα στο τέλος – όπου ο Σεμπαστιάν λέει, «I don’t counterfeit, I pro-feit».  Ο Σεμπαστιάν δεν είναι κάποιος που θα χρησιμοποιήσει την ταυτότητα κάποιου άλλου για δικό του όφελος – χρησιμοποιεί το μέρος που έχει απομείνει. Παίρνει τη ζωή ενός ανθρώπου που δεν θέλει πια. Από τη μία πλευρά έχεις αυτόν τον μεγάλο, αλλά απελπισμένο μουσικό που έρχεται πρόσωπο με πρόσωπο με τον εαυτό του και δεν θέλει πλέον να έχει καμία σχέση μαζί του. Από την άλλη πλευρά έχεις το Σεμπαστιάν Νικολά που αισθάνεται σαν να είναι ο κανένας και που θέλει να πάρει μια ζωή. Η απάτη λειτουργεί μόνο εάν ικανοποιήσει την επιθυμία – δεν μπορείς να πάρεις τη ζωή κάποιου άλλου, εκτός εάν το περιβάλλον του θελήσει να το πιστέψει. Στη συνέχεια, τα γεγονότα προφταίνουν τον Σεμπαστιάν Νικολά. Διότι δεν μπορείς να αλλάξεις τη ζωή σου χωρίς να κάνεις ζημιά και να πληγώσεις άλλους ανθρώπους.

Η ταινία έχει να κάνει επίσης με την οικογενειακή καταγωγή, ή μια έλλειψη αυτής στην περίπτωση του χαρακτήρα του Κασοβίτς, ο οποίος είναι τρομακτικά μόνος.

Η πατρική φιγούρα έχει εξεταστεί από πολλές διαφορετικές πλευρές: ο απόντας πατέρας, ο θρησκευόμενος πατέρας στον οποίο εκμυστηρεύεται ο Σεμπαστιάν, και ο πατέρας που γίνεται για τον εαυτό του, διότι κατά κάποιο τρόπο ο ίδιος καλεί τον εαυτό του. Με τον τρόπο αυτό, γίνεται επίσης ο πατέρας ενός παιδιού που έχει ανάγκη από μια γονική φιγούρα. Με την αποδοχή αυτής της νέας ταυτότητας, γίνεται πατέρας του εαυτού του. Είναι η αγάπη του παιδιού, που τον οδηγεί σε αυτό ή είναι ο ίδιος ο οποίος βυθίζει τον εαυτό του σε μια άλλη ταυτότητα η οποία του επιτρέπει να γίνει πατέρας; Για μένα, αυτά τα δύο πράγματα είναι άρρηκτα συνυφασμένα. Νομίζω ότι ξαφνικά αισθάνεται ότι μπορεί να υπάρξει, κάτι που ποτέ δεν φανταζόταν ότι ήταν δυνατό. Έτσι διασχίζει τον Ρουβίκωνα και αντιμετωπίζει όλες τις συνέπειες.

Γιατί επιλέξατε έναν βιολιστή;

Έψαχνα για ένα επάγγελμα που δεν μπορείς να συνεχίσεις να κάνεις αν χάσεις μέρος του σώματός σου. Ο Ανρί Ντε Μοντάλτ είναι ένας παθιασμένος άνθρωπος, που κατοικείται από την τέχνη του και ζει για τη μουσική του, έτσι, χάνει τον λόγο του για να ζήσει. Το βιολί είναι τόσο ακριβές ώστε αν χάσεις δύο δάχτυλα, δεν μπορείς πλέον να παίξεις. Είναι επίσης ένα μουσικό όργανο το οποίο έρχεται στη ζωή του από τον μουσικό – η παραμικρή νότα σε ένα βιολί είναι μοναδική γι’ αυτόν που παίζει. Μόνο ένας βιολιστής μπορεί πραγματικά να πει ότι δεν μπορεί πλέον να ασκήσει την τέχνη του. Ο μουσικός τοποθετεί τη μουσική ανάμεσα στον εαυτό του και τον κόσμο, για να προστατεύσει τον εαυτό του. Όταν απομακρύνεις αυτήν την ασπίδα, είναι γυμνός και εκτεθειμένος στα μάτια των άλλων ανθρώπων. Και ο Σεμπαστιάν Νικολά, που ήταν γυμνός, επειδή δεν είχε φανταστική ζωή, παίρνει αυτή την ασπίδα που βρίσκει στο δρόμο του.

a340c3c41-1-620x350

Υπάρχουν μερικές μικροσκοπικές διαφορές μεταξύ  του Ανρί Ντε Μοντάλτ και του αντίγραφου του Σεμπαστιάν Νικολά.

Σίγουρα. Ήταν ένα τιτάνιο δημιούργημα επινόησης. Ο Πιέρ-Ολιβιέ εργάστηκε για ένα χρόνο πριν ξεκινήσουμε τα γυρίσματα. Υπάρχει, κατ ‘αρχάς, ο πραγματικός Μοντάλτ και, έπειτα, αυτός που αποκαλούμε μεταξύ μας «Σεμπαστιάν ντε Μοντάλτ», δηλαδή, το αντίγραφο. Και ύστερα υπάρχει η βαμπίρ έκδοση του Σεμπαστιάν ντε Μοντάλτ. Κάθε μία από αυτές τις ενσαρκώσεις έπρεπε να έχει μικρές διαφορές στην ενδυμασία, φακούς επαφής, μακιγιάζ. Στην πραγματικότητα, κατά τη διάρκεια των δοκιμαστικών προβολών, το κοινό ως επί το πλείστον δεν συνειδητοποίησε ότι ο Ματιέ είχε παίξει και τους δύο ρόλους και δεν πρόσεξε ότι φορούσε μακιγιάζ. Είμαι ενθουσιασμένος γι ‘αυτό, διότι, παρόλο που λατρεύω το μακιγιάζ και τις αλλαγές στην εμφάνιση, αυτό για μένα είναι μόνο και πάντα ένα μέσο για να φτάσεις στο αποτέλεσμα.

Πώς σας ήρθε η ιδέα της Μαρί-Ζοζέ Κροζ;

Ήθελα πολύ να αναλάβει αυτόν τον ρόλο, διότι νομίζω ότι κατέχει ένα σημαντικό μίγμα δύναμης, ανθρωπισμού και ευαισθησίας και όταν την βλέπεις, προβάλλεις πολλά πράγματα σε αυτήν. Ακριβώς όπως ο Ματιέ, αυτή είναι ένα πραγματικό Στραντιβάριους. Αυτό που μου αρέσει στον τρόπο που παίζει είναι ότι δεν ξέρουμε τι σκέφτεται. Μερικές φορές νομίζω ότι γνωρίζει ότι μιλάει σε έναν απατεώνα, αλλά, την ίδια στιγμή, επειδή μοιράστηκε τη ζωή της με αυτόν τον «ζωντανό θεό» τον οποίο έχει ειδωλοποιήσει, είναι διανοητικά αδύνατο για εκείνη να φανταστεί ένα τέτοιο άγριο κόλπο. Επιπλέον, δεδομένου ότι ο Μοντάλτ είχε ένα ατύχημα και είχε καεί άσχημα, θα μπορούσε κάλλιστα να αποδεχθεί ορισμένες ατέλειες στην εμφάνισή του.

Σχετικά με τα σκηνικά, χρησιμοποιήσατε ένα εξαιρετικά λειτουργικό σπίτι για τον Σεμπαστιάν Νικολά ώστε να έρχεται σε αντίθεση με το διαμέρισμα τύπου «Κάμαρα με τα Μυστικά» για τον Ανρί ντε Μοντάλτ: αστικό, πολυτελές και ελαφρώς παρακμιακό.

Για μένα, ένα σπίτι αντιπροσωπεύει την εσωτερική ζωή ενός ατόμου. Πηγαίνοντας στο σπίτι κάποιου διαβάζουμε την προσωπική του ιστορία. Ο Ανρί ντε Μοντάλτ είναι απόλυτα θαμμένος στο παρελθόν του. Υπάρχουν κουτιά που δεν έχει μπει καν στον κόπο να ανοίξει, πίνακες ζωγραφικής σε όλο το χώρο, αγάλματα και διάφορα αντικείμενα. Είναι φορτωμένος με τη δική του ιστορία. Τα πάντα στο σπίτι του μιλάνε για έναν άνθρωπο ο οποίος έχει συγκεντρώσει αμέτρητα αντικείμενα και που είναι στραμμένα προς το παρελθόν του. Το σπίτι του Σεμπαστιάν Νικολά, από την άλλη πλευρά, είναι μονάχα λειτουργικό. Είναι σχεδόν σαν ένα διαμέρισμα μοντέλο, σαν να του άρεσε ο χώρος εξαιτίας του υπογείου και απλά κράτησε τα έπιπλα που είχαν απομείνει εκεί από τους προηγούμενους ενοικιαστές. Έτσι [η σκηνογράφος] Μαρί Σεμινάλ και εγώ αποφασίσαμε να αφαιρέσουμε όσα μπορούσαμε. Το πραγματικό του σπίτι – το φαντασμαγορικό του σύμπαν- είναι το υπόγειο. Εκεί κάτω, βρίσκεις είδη για τα μαλλιά, ρούχα, εκατοντάδες γραβάτες, μεταμφιέσεις και κινητά τηλέφωνα, όπως ένας φετιχιστής συλλέκτης κοστουμιών. Φυσικά, το σπίτι του Σεμπαστιάν Νικολά είναι σε εξαιρετικά έντονη αντίθεση με του Ανρί ντε Μοντάλτ. Η σχεδιάστρια κοστουμιών Αν Σότ εγώ και δουλέψαμε στις αντιθέσεις προφίλ, χρωμάτων και υλικών ώστε να διαφοροποιηθούν οι δύο χαρακτήρες.

Τι είδους μουσική θέλατε για την ταινία;

Ο συνθέτης μας Ζερόμ Ρεμποτιέ και εγώ θέλαμε η ορχηστρική μουσική και η όπερα να διατεθούν για τον Ντε Μοντάλτ. Με τον Σεμπαστιάν Νικολά ξεκίνησα με την ιδέα της ηλεκτρονικής μουσικής, με πολλούς συνθετικούς ήχους. Έπειτα, σιγά-σιγά, ο Ζερόμ συνέλαβε ένα μελωδικό θέμα που ταίριαζε με τον Σεμπαστιάν και εξέφρασε τις διαθέσεις του. Επειδή είναι ένας λιγομίλητος άνθρωπος με βαθύτερα συναισθήματα, η μουσική εκφράζει πολλά για την εσωτερική του ζωή. Όμως, έπρεπε να βεβαιωθούμε ότι τα μουσικά θέματά του δεν θα μπορούσαν να εκληφθούν ως συμφωνική μουσική. Έτσι δουλέψαμε πολύ αναμειγνύοντας διάφορα είδη – μεταξύ ηλεκτρονικής μουσικής, δειγματοληψίας ήχου, και μελωδικής μουσικής που συνθέτεται με ένα πιο παραδοσιακό τρόπο. Στο τέλος, καταλήξαμε σε ένα αρκετά οργανικό σύνολο που συνδυάζεται καλά με τον τρόπο σκέψης του Σεμπαστιάν Νικολά, μην τραβώντας ωστόσο την προσοχή πάνω του.

επιμέλεια μετάφρασης, Ελένη Δαμιανού

Συντακτική ομάδα του Reel.gr

Αγαπάμε τον κινηματογράφο και όλα του τα είδη χωρίς διακρίσεις και κουλτουριάρικες αγκυλώσεις.
Δεν υπάρχουν σχόλια

ΑΠΑΝΤΗΣΕ

*

*

ΣΧΕΤΙΚΑ