Νύχτες Πρεμιέρας – Κυριακή 23/9: Το REEL ήταν εκεί

...

To Reel.gr δίνει το παρόν στις προβολές του μεγαλύτερου κινηματογραφικού φεστιβάλ της Αθήνας με ανταποκρίσεις από τις προβολές, κριτικές των ταινιών που παρακαολούθησε και προτάσεις για την επόμενη μέρα.

Το πρόγραμμα των προβολών μπορείς να το δεις εδώ ή να το κατεβάσεις σε PDF εδώ.

Τι είδαμε χτές

Damsels in Distress

Ξεκινώντας από ένα γυναικείο πηγαδάκι με ιδιαιτέρως “ενδιαφέρουσες” προσωπικότητες, έτοιμο να σώσει τον κόσμο (χωρίς φυσικά εκείνος να ζητάει βοήθεια…), μαζί με τις δεσποινίδες έφυγα και γω εν συγχύσει… Ο Whit Stillman, στην τελευταία του δουλειά, τοποθετεί την Greta Gerwig επικεφαλής μιας πανεπιστημιακής ομάδας πρόληψης αυτοκτονιών. Ο σουρεαλισμός συναντά τον κυνισμό. Θα μπορούσες να την πεις φλύαρη, αν ολόκληρη η ταινία δεν στηριζότανε εξ’ ολοκλήρου στους διαλόγους της. Μα και πάλι οι πολυδουλεμένες στιχομυθίες έδειχναν να φτάνουν σε κάποιο αδιέξοδο, εκεί που το όποιο μήνυμα παραδίδεται και το κάτι παραπάνω φαντάζει περιττό. Υπάρχει ο mainstream χαρακτήρας, ο ψυχαναγκαστικός, ο ηλίθιος, ο αλαζονικός (με έμφαση βέβαια στην ηλιθιότητα και στην παρακμή), ο καθένας με τη δική του ιδιομορφία. Υπάρχει η ανάλυση της λεπτομέρειας σε υπερθετικό βαθμό και η είσπραξη απαντήσεων που σε καμία περίπτωση δε θα ανήκαν σε νορμάλ νου. Το σενάριο μπερδεμένο, η ουσία κάπου χάνεται και αυτό στο οποίο στέκεσαι είναι αρκετές καλές ερμηνείες. Η σύγχυση υπάρχει ακόμα και στο γεγονός ότι -εκουσίως ή μη- δεν μπορείς εύκολα να προσδιορίσεις την εποχή στην οποία αναφέρεται. Ίσως ο τίτλος θα έπρεπε να μας έχει προϊδεάσει.
Η συζήτηση με το σκηνοθέτη μετά το τέλος της ταινίας μας αποκάλυψε περισσότερα για το καστ και τον τρόπο δουλειάς του, το χαμηλό προϋπολογισμό της παραγωγής και το δούλεμα των σκηνών, παρά για την έμπνευση αυτής καθ’ εαυτής της ιστορίας. Ο Δημήτρης Ασπρολούπος μάλιστα ζήτησε το λόγο και έκανε στο Stillman την εξής ερώτηση:
“H κεντρική ηρωίδα, φαίνεται από την ιστορία της ότι έχει κάποιους ψυχαναγκασμούς. Θεωρείτε ότι η υπερανάλυση που κάνει μετέπειτα είναι και αυτή ένας ψυχαναγκασμός;”
Για να πάρει την απάντηση: “Ναι έχεις δίκιο, υπάρχει ψυχαναγκασμός και αυτό παίζει ρόλο” ή κάτι τέτοιο. Σύγχυση…

Βαθμολογία : 2/5

Bάσω Γκαγκά

Gimme the Loot

Ο Μάλκολμ (Τάϊ Χίκσον) και η Σοφία (Τασιάνα Γουάσινγκτον) είναι δυο νεαροί φίλοι, που αποφασίζουν να βρουν πάση θυσία τα 500 δολάρια που θα τους ανοίξουν τις πόρτες του γηπέδου των Mets, με στόχο να βάλουν τη δική τους, γκραφιτική υπογραφή πάνω στο σύμβολο της ομάδας: ένα τεράστιο, πλαστικό…μήλο! Και ενώ οι συμμορίες της πόλης επιμένουν να ‘χτυπούν’ τα δικά τους ονόματα, πάνω στη ‘δουλειά’ ων πρωταγωνιστών, οι ίδιοι θα προσπαθήσουν να εξασφαλίσουν χρήματα πουλώντας κλεμμένα κινητά και χρησιμοποιημένα, αθλητικά παπούτσια, προκειμένου με την ενέργειά τους να γίνουν οι τοπικοί θρύλοι αυτής της “τέχνης του δρόμου”.

Το σκηνοθετικό ντεμπούτο του Adam Leon, θυμίζει έντονα έναν πρώιμο Spike Lee, της εποχής των «Do the Right Thing» και «Clockers», με σαφέστατη την επίδραση πάνω του, τόσο θεματικά, όσο και κινηματογραφικά.

Το γκετοποιημένο Brooklyn, η κοινωνία του περιθωρίου, οι ανύπαρκτες ευκαιρίες ενός καλύτερου μέλλοντος και η βαλτοποίηση ενός κόσμου που πασχίζει να συνυπάρξει με τα δεδομένα των καιρών, πλάϊ σε πολυτελή λόφτς και λαμπερές βιτρίνες, συνθέτουν μια εικόνα τόσο αρχέγονα γοητευτική, αλλά ταυτόχρονα και επικίνδυνη.

Με μια σαφέστατα πιο ανάλαφρη διάθεση, νέγρικες, τζαζ νότες στα καλύτερά τους και ένα σκηνικό που το έχεις ξαναδεί, το «Gimme the Loot» σε κερδίζει χάρη στην απρόσμενη αθωότητά του (ακόμα και μέσα στη θάλασσα των εναλλασσόμενων “fuck”), αλλά και την αίσθηση της συνέχειας, της βιοπαλαιστικής καθημερινότητας των ηρώων. Ρεαλιστική σκηνοθεσία, φυσικές ερμηνείες από ερασιτέχνες και μια μεγαλουπολική, πολυπολιτισμική σφραγίδα, συνθέτουν αυτό το ανεξάρτητο φιλμάκι, το οποίο αξίζει της προσοχής σου.

Βαθμολογία : 3/5

Βαρβάρα Κοντονή

Fynbos

Στο Odeon Όπερα το βράδυ της Κυριακής όλοι συζητούσαν για το ποια θα ήταν η ταινία εκπληξη. Την προηγούμενη μέρα είχαν κυκλοφορήσει οι πληροφορίες ότι θα πρόκειται για μια ταινία πρωτοεμφανιζόμενου Έλληνα σκηνοθέτη που μιλάει άλλη γλώσσα. Κανείς δεν το υποψιάστηκε. Και καθώς τα όνειρα για να δούμε “το αγόρι που τρώει το φαγητό του πουλιού” εξανεμίζονταν, ξεκίνησε η πρώτη σκηνή του Fynbos που σύμφωνα με το σκηνοθέτη που προλόγισε την ταινία είναι οι πυκνοί θάμνοι που φυτρώνουν στη Νότιο Αφρική που διαδραματιζόταν η ταινία. Περιμέναμε κάτι εξωτικό, τόσο οπτικά όσο και κινηματογραφικά, εξάλλου όπως δήλωσε ο σκηνοθέτης περίχαρος, χρειάστηκε 10 χρόνια για ολοκληρώσει την ταινία που ήταν και όνειρο ζωής.

Η συνέχεια όμως δεν εκπλήρωσε τις προσδοκίες μας. Πρόκειται για μια αργόσυρτη σε βαθμό κακουργήματος ταινία (κι αυτό το λέει κάποιος που προτιμά τις αργές ταινίες), με ασαφές ή σχεδόν ανύπαρκτο σενάριο. Η μυστηριακή ατμόσφαιρα που προσπαθεί να πετύχει, δεν επαρκεί ούτε στο ελάχιστο για να κρατήσει το ενδιαφέρον του θεατή, αφού όλα δείχνουν αδιάφορα και στεγνά. Οι χαρακτήρες δεν εξελίσσονται και μερικοί δεν έχουν καν λόγο ύπαρξης. Ακόμα και η λύση του “μυστηρίου” που αναμένουμε στο τέλος, δεν έρχεται ή είναι πολύ συμβολική για το μη επιτηδευμένο κοινό.

Για να μην είμαι όμως απόλυτος θα της αναγνωρίσω την όμορφη και στρωτή κινηματογράφηση σε συνδυασμό με τις υπέροχες εικόνες της φύσης της Νοτίου Αφρικής και τις περιεκτικές εσωστρεφείς ερμηνείες των πρωταγωνιστών που πρόσδιδαν στην όποια ατμόσφαιρα μυστιρίου.

Φυσικά όπως συμβαίνει (και οφείλει να συμβαίνει) σε τέτοιες προβολές υπάρχουν και κάποιοι που λένε ότι τους άρεσε.

Βαθμολογία : 1/5
Δημήτρης Ασπρολούπος

Οι τελευταίες ημέρες της Σογκουνάτου

Ψηφισμένη ως η πέμπτη καλύτερη ιαπωνική ταινία όλων των εποχών, η «κωμωδία δωματίου» του Καουασίμα μπορεί να μην είχε την κλασική «ιαπωνικότητα» όπως την έχουμε συνηθίσει, αλλά έβγαλε το γέλιο της, χάρη στα σουρεαλιστικά αστεία και τις καρικατούρες ηρώων που στοιβάχτηκαν σε ένα πορνείο. Τα «Κόκκινα Φανάρια» συναντούν τον Ιάπωνα Βέγγο και όλα μπλέκουν σε ένα (ελαφρώς μακρόσυρτο) μωσαϊκό: Ξεπεσμένοι σαμουράι, χρήμα, επανάσταση, φαντάσματα και αυτοκτονίες ζευγαριών, ξεκατινιάσματα, ψέματα και ξεμαλλιάσματα. Παράξενο, αλλά παραδόξως ευχάριστο.

Βαθμολογία : 3/5

Sweet smell of success

Η έκπληξη της ημέρας ήρθε από το ασπρόμαυρο αμερικανικό 1957 και η νουάρ ατμόσφαιρα έφερε στον Δαναό κάτι από την αίσθηση επανέκδοσης σε θερινό σινεμά. Ο αστραφτερός διάλογος που σχεδόν βγάζει σπινθήρες από το πρώτο δευτερόλεπτο μέχρι το τελευταίο δεν σε αφήνει να πάρεις ανάσα. Η δημοσιογραφική διαφθορά, ο αμοραλισμός σε μία νουάρ «βρωμόπολη» και το τσιράκι ενός μεγαλοεκδότη, ο οποίος λύνει και δένει στήνουν ένα ομιχλώδες σκηνικό, στο οποίο δεν χωρά ο έρωτας του «παράνομου» ζευγαριού. Τελικά, το πρόγραμμα του Φεστιβάλ είχε δίκιο όταν μιλούσε για «ανεξερεύνητο διαμάντι» και η Αμερικανική Ακαδημία Κινηματογράφου είχε δίκιο να κατατάξει τον J.J. (τον μεγαλοεκδότη) στους κορυφαίους villains ever. Μοναδικό του όπλο, η γλώσσα του, κι όμως, καταφέρνει να γίνει πιο πρωταγωνιστής και από τον πρωταγωνιστή.

Βαθμολογία : 4/5

Γιώργος Κόκουβας

Τι να δεις σήμερα

Φυσικά το πολυαναμενόμενο “Amour” με τον αέρα του νικητή των Καννών και το “Charisma” από το αφιέρωμα στον Kiyoshi Kurosawa, ένα αλληγορικό θρίλερ γέννημα θρέμμα του γιαπωνέζικου κινηματογράφου.

Bάσω Γκαγκά

Ευκολάκι. Τι κάνει νιάου νιάου στο Odeon Opera 1; Η Αγάπη του Χάνεκε, που κατά πάσα πιθανότητα θα είναι το μεγαλύτερο hit του φετινού Φεστιβάλ.

Αν δεν είσαι από εκείνους που γκρεμοτσακίστηκαν να πιάσουν θέση στην ουρά της οδού Ακαδημίας την πρώτη ημέρα της προπώλησης, μάλλον χρειάζεσαι εναλλακτική – δώσε μια ευκαιρία στην επαναπροβολή του «Metropolitan» του Στίλμαν ή στο Gayby για τον επίλογο της ημέρας στο Ιντεάλ.

Γιώργος Κόκουβας

Εκτός από το  Amour του Χάνεκε που θα χαλάσει κόσμο, παίζεται επίσης (στο Δαναό στις 19.30) και το ντοκιμαντέρ για την πρώτη γυναίκα που έκανε ποτέ performance την Μαρινα Αμπραμοβιτς που όλοι όσοι το είδαν σε δημοσιογραφική προβολή έχουν να πουν τα καλύτερα.

Δημήτρης Ασπρολούπος

Δείτε εδώ τις ανταποκρίσεις από όλες τις προηγούμενες ημέρες ή διαβάστε το ημερολόγιο ενός φεστιβαλικού σινεπαρμένου

Δημήτρης Ασπρολούπος

Αγαπώ τον Χίτσκοκ, τον Φιντσερ, τον Χάνεκε, τον αγγλικό ρεαλισμό και το σκανδιναβικό σινεμά αλλά παράλληλα έχω και ένα soft spot για τον Γουές Αντερσον.
Δεν υπάρχουν σχόλια

ΑΠΑΝΤΗΣΕ

*

*