No (2012)

Το «No» του Πάμπλο Λαρραϊν είναι ένα εξαιρετικό δείγμα πολιτικού σινεμά που ευτυχώς δεν έχει περάσει στα αζήτητα.






 


Σκηνοθεσία: Pablo Larraín
Σενάριο: Pablo Larraín, βασισμένο στο θεατρικό του Antonio Skármeta
Πρωταγωνιστούν: Gael García Bernal, Alfredo Castro, Antonia Zegers
Διάρκεια: 118’
Χώρα: Χιλή, Η.Π.Α., Γαλλία
Διανομή: Strada Films

 

24 χρόνια μετά το ιστορικό δημοψήφισμα κατά της δικτατορίας του Πινοσέτ στη Χιλή, ο χιλιανός σκηνοθέτης Πάμπλο Λαρραϊν, αφηγείται την ιστορία ενός νεαρού διαφημιστή, του Ρενέ Σααβέδρα, που αναλαμβάνει την διαφημιστική καμπάνια εναντίον του δικτατορικού καθεστώτος. Με 15 λεπτά τηλεοπτικό χρόνο στα χέρια του, ο Σααβέδρα προσπαθεί να δημιουργήσει μια ριζοσπαστική καμπάνια που θα οδηγήσει στην ανατροπή του Πινοσέτ, ξεφεύγοντας από κλισέ επιλογές και προσεγγίζοντας τη διαφήμιση του με όσο το δυνατόν πιο εύθυμο τρόπο γίνεται, ενώ παράλληλα βρίσκεται υπό τη διαρκή παρακολούθηση των φανατικών του Πινοσέτ που απειλούν τη ζωή του ιδίου και του γιου του. Εν τω μεταξύ, η πρώην γυναίκα του Σααβέδρα είναι μέλος του αντιστασιακού κινήματος ενώ το αφεντικό του στην διαφημιστική εταιρία που εργάζεται δουλεύει για την αντίθετη καμπάνια, υπέρ του Πινοσέτ.

Αν το «Amour» του Μάικλ Χάνεκε δεν συμμετείχε στην φετινή οσκαρική κούρσα, τότε ο Λαρραϊν και το «Νο» του θα ήταν οι βασικοί διεκδικητές του Όσκαρ Ξενόγλωσσης Ταινίας. Με τη λαμπρή του πορεία να ξεκινάει από το Φεστιβάλ των Καννών, όπου και απέσπασε βραβείο καλύτερης ταινίας του Δεκαπενθήμερου των Σκηνοθετών, τo «No» αποτελεί την δεύτερη απόπειρα του Λαρραϊν στο ιστορικό-πολιτικό σινεμά δύο χρόνια μετά το «Post Mortem», με θέμα για ακόμα μια φορά την δικτατορία του Πινοσέτ, αυτή τη φορά επικεντρώνοντας το ενδιαφέρον του στο τέλος της πολυετούς χιλιανής χούντας.

Μεγαλωμένος σε ένα συντηρητικό περιβάλλον με δύο γονείς πολιτικούς, ο Λαρραϊν, που το 1988, δηλαδή τη χρονιά του δημοψηφίσματος, ήταν μόλις 12 ετών, μοιάζει να έχει βάλει πολλά στοιχεία από την προσωπική του εμπειρία και τις παιδικές του αναμνήσεις στο έργο του. Τόσο η καλλιτεχνική διεύθυνση όσο και η (επίτηδες κακή) ποιότητα της εικόνας δίνουν μια έντονη 80s αισθητική στην ταινία του, που αποτυπώνει με ρεαλιστικότητα και τσαγανό τις συνθήκες της εποχής. Με καθοδηγητή του το θεατρικό έργο “Το δημοψήφισμα”, του Αντόνιο Σκάρμετα, ο Λαραϊν αφηγείται μια ιστορία που μοιάζει αρκετά επίκαιρη καθώς θίγει οικουμενικά ζητήματα όπως η λογοκρισία και η αστυνομική βία.

Χωρίς κάποια ιδιαίτερη πρωτοτυπία στην εξιστόρηση του, φέρνει τον πρωταγωνιστή αντιμέτωπο με τους πάντες (το αφεντικό του, που δουλεύει στην καμπάνια υπέρ του Πινοσέτ, τους συνεργάτες του, που θεωρούν ότι η καμπάνια δεν πρέπει να είναι βασισμένη πάνω στην “ευτυχία που έρχεται” αλλά στις κτηνωδίες του δικτάτορα τους, τη μητέρα του παιδιού του, που παρότι πρωτοστατεί στις πορείες κατά του καθεστώτος θεωρεί τον κόπο του άδικο καθώς, κατ’ αυτήν, το δημοψήφισμα είναι στημένο), παίρνει υλικό αρχείου και το προσθέτει στο παρόμοιας αισθητικής σύνολο, μεταφέροντας τον θεατή με απόλυτη επιτυχία στην εποχή και κρατάει την κάμερα στο χέρι δίνοντας μια αίσθηση ντοκιμαντέρ που κάνει την εμπειρία ακόμα πιο έντονη.

Αξιοσημείωτος είναι επίσης ο Γκαέλ Γκαρσία Μπερνάλ στον πρωταγωνιστικό ρόλο, που δημιουργεί με επιτυχία το πορτρέτο ενός ανθρώπου διχασμένου ανάμεσα στα πρέπει και στα μπορώ, που παίρνει στα χέρια του μια εκστρατεία που όλοι θεωρούσαν ακατόρθωτη και παρόλο τον χλευασμό και τους κινδύνους, καταφέρνει να φέρει την αλλαγή εξασφαλίζοντας ένα καλύτερο μέλλον για τον ίδιο, την οικογένειά του και την κοινωνία της χώρας του.

Το «No» του Πάμπλο Λαρραϊν είναι ένα εξαιρετικό δείγμα πολιτικού σινεμά που ευτυχώς δεν έχει περάσει στα αζήτητα. Και πως θα μπορούσε άλλωστε! Το σαφές πολιτικό του μήνυμα ταιριάζει γάντι στην εποχή μας ενώ ταυτόχρονα αποφεύγει τον διδακτισμό και δεν αποτελεί ένα επιτηδευμένο μαθήματα ιστορίας όπως παρόμοιες χολιγουντιανές ιστορικοπολιτικές ταινίες που έχουν κερδίσει άδικα τα βλέμματα στο φετινό κινηματογραφικό σκηνικό.

 

 

 

Συντακτική ομάδα του Reel.gr

Αγαπάμε τον κινηματογράφο και όλα του τα είδη χωρίς διακρίσεις και κουλτουριάρικες αγκυλώσεις.
2 Σχόλια

ΑΠΑΝΤΗΣΕ

*

*

  • Βασίλης
    Βασίλης
    4 Φεβρουαρίου 2013 at 10:11 μμ - Reply

    Η σπόντα στο τέλος είναι για το Argo;

  • jbbournazos
    4 Φεβρουαρίου 2013 at 11:44 μμ - Reply

    Όχι τόσο. Κυρίως για το Lincoln. Το Argo ήταν αξιοπρεπές.