Nosferatu (1922)

Το θέμα όμως είναι ότι η σκιά του Nosferatu πάνω στη σκάλα, λέει πολλά περισσότερα, γράφοντας την κινηματογραφική ιστορία που του αξίζει.







Σκηνοθεσία: F.W Murnau
Σενάριο: Henrik Galeen βασισμένο στο βιβλίο του Bram Stoker
Πρωταγωνιστούν: Max Schreck, Greta Schroder
Διάρκεια: 94’
Χώρα: Γερμανία

 

Ενενήντα χρόνια μετά τη πρώτη, επίσημη κυκλοφορία μιας από τις πιο εικονικές, βαμπιρικές ταινίες της κινηματογραφικής ιστορίας, το «Nosferatu» του πολυτάλαντου F.W Murnau, έρχεται και στη χώρα μας, σε μια εποχή εποχή μάλιστα που οι βρικόλακες έχουν αποκτήσει το δικό τους φανατικό κοινό, αλλά και τη προσωπική τους θέση μέσα στη σύγχρονη-και όχι μόνο-pop κουλτούρα. Κι όμως, η αρχή είχε γίνει από τότε…

Βασισμένη χαλαρά στη γοτθική νουβέλα “Dracula”, του Ιρλανδού Bram Stoker, η ταινία του Γερμανού σκηνοθέτη, αποτέλεσε στην ουσία την πρώτη επαφή του κοινού με το στοιχείο του μεταφυσικού τρόμου, προκαλώντας σοκ στους θεατές της εποχής, χάρη στην πληθωρική παρουσία του ηθοποιού Max Schreck, το όνομα του οποίο σημαίνει κατά ειρωνική τύχη, “τρόμος”.

Αν και ο Murnau επέλεξε να αλλάξει το όνομα του πρωταγωνιστή του σε Graf Orlok, προκειμένου να αποφευχθεί η όποια ταύτιση με το έργο του Stoker, εντούτοις κράτησε το περιεχόμενο κοντά στο λογοτεχνικό επίτευγμα του συγγραφέα, το οποίο περιστρέφεται γύρω από την έλξη του απόκοσμου αυτού όντος, για την αρραβωνιαστικιά ενός βοηθού κτηματομεσίτη. Ο νεαρός Hutter, μεταβαίνει στην έπαυλη του Κόμη, προκειμένου να συζητήσει τα πεζά θέματα μιας αγοραπωλησίας, όταν αρχίζει να αντιλαμβάνεται ότι ο άσχημος οικοδεσπότης του, είναι τελικά, ένα πλάσμα της νύχτας. Για κακή του τύχη θα βρεθεί παγιδευμένος στο μακάβριο αρχοντικό, με τον Orlok να ξεκινάει ένα “ταξίδι” κατάκτησης τόσο της (φανταστικής) γερμανικής πόλης, Wisborg, όσο και της αιθέριας συντρόφου του Hutter, Ellen.

Το κίνημα του εξπρεσιονισμού όπως αυτό αναπτύχθηκε στη ζωγραφική, από το 1905 εως το 1940, αποτέλεσε βασικό συστατικό και του κινηματογράφου, βρίσκοντας εκφραστές στα πρόσωπα των Γερμανών δημιουργών. Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι οι δυο αυτές μορφές τέχνης (ζωγραφική-κινηματογράφος), μοιάζουν να συμβαδίζουν θεματικά στο πέρας των χρόνων. Από τη πρώτη στιγμή που οι βασικοί εκφραστές του εξπρεσιονισμού, όπως ο Βασίλι Καντίνσκι και ο Έντουαρτ Μούνχ, αποφάσισαν να παρουσιάζουν στα έργα τους μια παραποιημένη άποψη της πραγματικότητας, αδιαφορώντας πλήρως για την πιστή της αναπαράσταση, και οι σκηνοθέτες της εποχής που ασπάζονταν το καλλιτεχνικό αυτό ρεύμα, άρχισαν να δημιουργούν ταινίες που βασίζονταν στις υποδείξεις και τις διδαχές των ζωγράφων. Έτσι σκηνοθέτες όπως ο Mουρνάου και ο Φριντς Λάνγκ, αποτέλεσαν μερικούς από τους βασικότερους (αν όχι τους πιο βασικούς) εκφραστές του γερμανικού εξπρεσιονισμού στον κινηματογράφο.

Η επιμονή στην παράσταση, και όχι την αναπαράσταση, οι σκιώδεις φωτισμοί, οι σκληρές γωνίες, οι βαριά μακιγιαρισμένοι ηθοποιοί και ο μηχανικός τρόπος ερμηνείας τους, όλα συνηγορούσαν υπέρ ενός ρεύματος που αδιαφορούσε εντελώς για τη βάση του κινηματογράφου: την απόδοση δηλαδή, της πραγματικότητας. Και αυτό ακριβώς κάνει στο «Nosferatu» ο Murnau. Δημιουργεί ένα αλλόκοτο, τρομακτικό σύμπαν μέσα στο οποίο η κυριαρχία του αρχετυπικού πορτρέτου του απέθαντου, κινητοποιεί, αλλά και κινητοποιείται από το σκοτεινό και κιαροσκουρικό του περιβάλλον (ως κιαροσκούρο χαρακτηρίζεται η χρήση των φωτεινών αντιθέσεων και φωτοσκιάσεων).

Αυτή ακριβώς η χρήση του ντεκόρ, η απουσία των απτών ρακόρ, και η αντικατάστασή τους από σχεδόν χάρτινες, ψεύτικες κατασκευές, είναι που τονίζουν ακόμη περισσότερο την αλληγορική σημασία του Count Orlok στα πλαίσια της ταινίας του Murnau. Την ίδια στιγμή που ο Νοσφεράτου έλκεται από την Ellen (στα πλαίσια διατήρησης ενός υποτυπώδους story), παράλληλα αποτελεί τον εκφραστή ενός θανατικού που για πρώτη φορά βίωνε η ανθρωπότητα με τέτοια ένταση: του Ά Παγκοσμίου Πολέμου. Ο Orlok δεν είναι ένας βρυκόλακας που καθοδηγείται από την πείνα για την ερωτική πράξη (όπως αυτός του Κόπολα για παράδειγμα), αλλά ένα εξάμβλωμα που κουβαλάει και σκορπάει στο πέρασμά του τον θάνατο. Ακόμα και όταν φτάνει στην πόλη, οι πιστοί, τρωκτικοί του σύντροφοι (στους οποίους τόσο πολύ μοιάζει), θα σπείρουν τον όλεθρο και τη καταστροφή, μια παραπομπή στην “ισπανική γρίπη”, που ξεκλήρισε εκατομμύρια ανθρώπων κατά τη διάρκεια του πολέμου.

Αποτελώντας μια αποκρουστική παρουσία, με δόσεις όμως κινησιακού λυρισμού, ο Murnau υφαίνει τον μύθο του βαμπίρ, δίνοντας και την ιδέα του καταστροφικού ηλιακού φωτός. Παράλληλα η εξωτερίκευση των συναισθημάτων μέσω του εξπρεσιονισμού, αλλά και η εναλλαγή ανάμεσα στην ελαφριά, μεταφυσική λαγνεία (σε μια σκηνή υπέροχα διττής ερμηνείας, η Ellen αγγίζει τη καρδιά της, εξαιτίας του τρόμου που της προκαλεί η παρουσία του Orlok. Παράλληλα όμως, αγγίζει και το στήθος της. Μια σαφέστατη νύξη του Murnau, οτι ο φόβος, δεν αναιρεί την ερωτική επιθυμία και τούμπαλιν), και το ισχυρό σοκ που προκαλεί η εμφάνιση του μεταφυσικού ξένου, καθιστούν το «Νosferatu» μια από τις καλύτερες ταινίες που έγιναν ποτέ, ακόμα και υπό το “καθεστώς” του βωβού κινηματογράφου της εποχής.

Θα μπορούσαμε να μιλάμε πολύ ακόμα, για αυτή τη σπουδαία, σημειολογική ταινία του Murnau. Το θέμα όμως είναι ότι η σκιά του Nosferatu πάνω στη σκάλα, λέει πολλά περισσότερα, γράφοντας την κινηματογραφική ιστορία που του αξίζει.

 

 

 

Βαρβάρα Κοντονή

Ερωτευμένη με τον κινηματογράφο από μικρή, παθιασμένη με τις εικόνες, τους ήχους, τις ιστορίες και την ομορφιά της 7ης Τέχνης, απολαμβάνω να γράφω με ένταση για αυτά που αγαπώ.
Δεν υπάρχουν σχόλια

ΑΠΑΝΤΗΣΕ

*

*

ΣΧΕΤΙΚΑ