Νυχτερινό Τρένο για τη Λισαβόνα – Night Train to Lisbon (2013)

...






 

Γράφει ο Παύλος Σηφάκης


Σκηνοθεσία: Bille August
Σενάριο: Greg Latter, Ulrich Herrmann, βασισμένο στο βιβλίο του Pascal Mercier
Πρωταγωνιστούν: Jeremy Irons, Mélanie Laurent, Jack Huston, Tom Courtenay, Lena Olin, Charlotte Rampling, Christopher Lee
Διάρκεια: 111’
Χώρα: Γερμανία, Ελβετία, Πορτογαλία
Διανομή: Hollywood Entertainment

 

Μία βροχερή μέρα στη Βέρνη της Ελβετίας, ο καθηγητής λυκείου Ρέιμουντ Γκριγκόριους σώζει μία νεαρή γυναίκα η οποία έχει σκαρφαλώσει σε μία γέφυρα με σκοπό να αυτοκτονήσει. Μαζί, περπατάνε μέχρι το σχολείο του Ρέιμουντ αλλά η κοπέλα τελικά αποφασίζει να φύγει, αφήνοντας πίσω το παλτό της. Μέσα στην τσέπη του παλτού, ο Ρέιμουντ ανακαλύπτει ένα μικρό βιβλίο, γραμμένο από ένα Προτογάλο ποιητή ονόματι Αμαντέου, τα λόγια του οποίου μιλάνε κατευθείαν στην καρδιά του ηλικιωμένου καθηγητή. Ο Ρέιμουντ, μέσα σε λίγα λεπτά και χωρίς να ειδοποιήσει κανέναν, αποφασίζει να τα παρατήσει όλα, να πάρει το «Νυχτερινό Τρένο Για τη Λισαβόνα» και να μάθει τα πάντα για τη ζωή του Πορτογάλου ποιητή.

Η αφηγηματική δομή της ταινίας έχει σαφείς ομοιότητες με τον «Πολίτη Κέιν». Όπως ο δημοσιογράφος, στο αριστούργημα του Γουέλς, πιασμένος από την τελευταία λέξη του μεγιστάνα Κέιν, προσπαθούσε να ξετυλίξει το κουβάρι της ταραγμένης του ζωής, έτσι κι εδώ πέρα, ο Ρέιμουντ, μέσα από μια σειρά απο συνομιλίες με φίλους, γνωστούς και συγγενείς του Αμαντέου, μαθαίνει σιγά σιγά την περιπετειώδη ιστορία ενός γιατρού, ποιητή και μέλους της αντίστασης κατά του δικτάτορα Σάλαζαρ.

Το πρώτο μισό της ταινίας είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον και το σενάριο χτίζει ένα δυναμικό μομέντουμ: η αφήγηση δε σπαταλάει χρόνο σε λεπτομέρειες και η ιστορία κυλάει γρήγορα και ευχάριστα. Όσο περνάει η ώρα όμως, το ύφος ολισθαίνει επικίνδυνα προς το μελόδραμα, ειδικά στις σκηνές φλας-μπακ όπου βλέπουμε τη ζωή του Αμαντέου. Αρκετές από αυτές τις σκηνές δεν είναι αρκετά λεπτοδουλεμένες δραματικά και μοιάζει σα να είναι βαλμένες στο έργο περισσότερο για να μας δώσουν τις απαραίτητες, μηχανικές πληροφορίες προκειμένου ο Ρέιμουντ να ολοκληρώσει το παζλ της ζωής του Πορτογάλου ποιητή.

Ο ίδιος ο Ρέιμουντ από την άλλη (και σε σαφή αντίθεση με τον δημοσιογράφο από τον Πολίτη Κέιν, ο οποίος ήταν απλά το «όχημα» που μας σύστηνε στον Τσαρλς Φόστερ Κέιν), είναι η πραγματική αινιγματική φιγούρα του έργου. Με μία πολύ καλή ομολογουμένως ερμηνεία από τον Τζέρεμι Άιρονς, καταφέρνει να κεντρίσει το ενδιαφέρον μας, αλλά αυτό δεν αναιρεί το γεγονός ότι μένει ως επί το πλείστον στις «σκιές», όντας ένας παθητικός πρωταγωνιστής. Επίσης, ενώ η ταινία δε γίνεται διδακτική προς το κοινό, αλλά προσπαθεί επίμονα να μας πείσει, ότι η ιστορία του Αμαντέου διδάσκει κάτι βαρυσήμαντο τον Ρέιμουντ: συντροφικότητα, επανάσταση, την ιδέα του να ζεις τη ζωή σου με πάθος και νόημα γιατί η «αιώνια ζωή» είναι ένα παραμύθι χωρίς καμία λογική βάση. Γιατί όμως ο «συντηρητικός» αυτός καθηγητής, πρέπει εμμέσως να τα διδαχτεί όλα αυτά, από τη στιγμή που παράτησε χωρίς δεύτερη σκέψη ολόκληρη τη ζωή του στη Βέρνη προκειμένου να πάει στην Πορτογαλία να ανακαλύψει τη ζωή ενός ποιητή; Σε αντίθεση με το Χολιγουντιανό μοντέλο αφήγησης, όπου ο ήρωας πρέπει να «συρθεί», χωρίς να τα θέλει ο ίδιος στην περιπέτεια, εδώ πέρα, ο Ρέιμουντ κάνει σαφείς, «ριψοκίνδυνες» επιλογές από την αρχή του έργου. Η αίσθηση λοιπόν που σου δίνει το έργο (και ειδικά το γλυκύτατο ομολογουμένως φινάλε) ότι έχει αποκομίσει κάτι σπουδαίο από όλη αυτή την εμπειρία είναι μάλλον βάσιμη.

Με ένα εξαιρετικό κάστ που εκτός του Τζέρεμι Άιρονς περιλαμβάνει τους Μπρούνο Γκανζ, Μελανί Λορέντ και Σαρλτόν Ράμπλινγκ, και με μία όμορφη αν και όχι ιδιαίτερα εντυπωσιακή κινηματογράφιση, το «Νυχτερινό Τρένο Για Τη Λισαβόνα» είναι αρκετά ενδιαφέρον για να κρατήσει την προσοχή σου για τα τεκταινόμενα επί της οθόνης: ποίηση, δικτατορία, επανάσταση, ερωτικά τρίγωνα και προδοσία, συνθέτουν τελικά το παζλ της ζωής του Αμαντέου. Οι δημιουργοί της ταινίας δεν μπορούνε απλά να αποφασίσουν πού να εστιάσουν. Τα φλας-μπακ του Αμαντέου μοιάζουν λίγο επιφανειακά, και ως επί το πλείστον πληροφοριακά αντί για δραματικά, ενώ στον παρόντα χρόνο, ο Ρέιμουντ είναι παθητικός πρωταγωνιστής, ένας «ρεπόρτερ», αναγκαστικά χωρίς ανάμειξη σε μία ιστορία που συνέβη πολλά χρόνια πριν. Αυτό, αφήνει την ταινία ελαφρώς μετέωρη. Το φινάλε του έργου είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα του βασικού προβλήματος της ταινίας: ικανοποιητικό όσο και αναμενόμενο, σου δίνει παρ’ όλα αυτά τη λανθασμένη εντύπωση ότι παρακολουθήσεις κάτι περισσότερο και κάτι βαθύτερο από αυτό πραγματικά προβλήθηκε στην οθόνη σου.

 

 

 

Δεν υπάρχουν σχόλια

ΑΠΑΝΤΗΣΕ

*

*

ΣΧΕΤΙΚΑ