Νύχτες Πρεμιέρας 2013: Το ημερολόγιο ενός σινεπαρμένου – Οι δυο πρώτες μέρες

...

Γράφει ο Χρήστος Μπακατσέλος

Αγαπημένο μου ημερολόγιο,

Πότε πέρασε έτσι ένας χρόνος. Για πότε έγραφα για τις εμπειρίες μου στις 18ες Νύχτες Πρεμιέρας και ποτέ άρχισα πάλι τις πυρετώδεις προετοιμασίες για το 19ο, ίσως πιο αγαπημένο μου, φεστιβάλ ούτε που το κατάλαβα.

Παρόλα αυτά όμως, να που βρίσκομαι πάλι έξω από τις αίθουσες, περιμένοντας υπομονετικά στις ουρές να βγάλω τα εισιτήρια, όχι μόνο για μένα αλλά για τρεις άλλους φίλους μου. Τελευταίες ματιές πέφτουν στο πρόγραμμα, διαβάζοντας περιλήψεις ταινιών, κοιτάζοντας και στο κινητό για περισσότερες πληροφορίες, για ταινίες που ίσως μας ξέφυγαν, τα μικρά αυτά διαμαντάκια του φεστιβάλ.

Και όταν επιτέλους έχω τα εισιτήρια στο χέρι μου νιώθω την αδρεναλίνη μου να ανεβαίνει, όσο παράξενο κι αν ακούγεται. Δεν είναι και λίγο εξάλλου, 10 μέρες συνεχούς τρεξίματος, από το πρωί ως το βράδυ, από αίθουσα σε αίθουσα. 10 μέρες γεμάτες ταινίες, 10 μέρες που θα σε κάνουν να ξεχάσεις για λίγο όποια προβλήματα, ό,τι σκοτούρες μας βασανίζουν αυτόν τον καιρό, αλλά και να προβληματιστούμε, να συζητήσουμε και, γιατί όχι, να διαφωνήσουμε πάνω σε διάφορα θέματα.

Και κάπως έτσι έφτασε η Τετάρτη όπου και θα πραγματοποιούνταν η τελετή έναρξης του φεστιβάλ με την ταινία «Frances Ha« του Noah Baumbach στο Παλλάς κάτω από την σκιά του τραγικού γεγονότος, της δολοφονίας του Παύλου Φύσσα από μέλος της Χρυσής Αυγής, που έγινε το βράδυ της Τρίτης. Αν και ο κόσμος που παραβρέθηκε στην τελετή έναρξης ήταν αρκετός, παρατήρησα μερικά βλέμματα αρκετά προβληματισμένα και με έντονη θλίψη ζωγραφισμένη στα μάτια τους.

Αυτή την φορά, έχοντας ήδη την πρόσκληση στα χέρια, περιμέναμε στην ουρά – για άλλη μια φορά – για να την ανταλλάξουμε με ένα πράσινο/μπλε/κάποιο άλλο χρώμα που δεν θυμάμαι χαρτάκι που θα μας εξασφάλιζε μια θέση. Πραγματικά δεν μπόρεσα να καταλάβω αυτή την νέα μέθοδο του φεστιβάλ. Η ουρά άρχισε να μεγαλώνει αρκετά και υπήρχε ένας μικρός εκνευρισμός γενικά και η ατμόσφαιρα ήταν λίγο ηλεκτρισμένη. Δεν μπόρεσα να καταλάβω αλήθεια αν ο κόσμος ένοιωθε την ανάγκη κάπου να ξεσπάσει με όσα άκουγε τις τελευταίες ώρες ή όχι.

Μπαίνοντας στην αίθουσα παρατήρησα ότι τελικά δεν ήταν τόσος πολύς ο κόσμος που παραβρέθηκε στην πρεμιέρα. Το θέατρο δεν κατάφερε να γεμίσει. Εκεί είδα και έναν φίλο μου άρτι αφιχθεντα από Λος Άντζελες που μου έδωσε το δώρο μου από το ταξίδι του: ένα μπλουζάκι Star Wars (μόνο αγάπη) φτιάχνοντας μου την, δύσκολη ομολογουμένως, μέρα.

Λίγο μετά τις 9 τα φώτα χαμήλωσαν και ο καλλιτεχνικός διευθυντής του φεστιβάλ, Ορέστης Ανδρεαδάκης, ανεβαίνει για την καθιερωμένη ομιλία του. Αυτό που μου έμεινε, από όσα είπε, είναι η φράση «memini ergo sum«, θυμάμαι άρα υπάρχω, παραφράζοντας το «cogito ergo sum», σκέφτομαι άρα υπάρχω, του Ντεκάρ προτρέποντας μας να μην ξεχάσουμε, όπως συμβαίνει συνήθως, όλα όσα έχουν συμβεί τις τελευταίες ώρες.

Και η ταινία ξεκινά.

Αν και οι ταινίες του Baumbach μου αρέσουν, ως έναν βαθμό, η συγκεκριμένη δεν είχε κάτι παραπάνω να πει από τις τόσες ταινίες που έχουμε δει όπου ένας χαρακτήρας, λίγο πριν τα 30 του, κάνει ό,τι του κατέβει στην Νέα Υόρκη. Άσε δε που μου φάνηκε λες και ήταν ένα μεγάλο επεισόδιο της τηλεοπτικής σειράς «Girls«, που για μένα είναι ότι χειρότερο θα μπορούσες να χαρακτηρίσεις κάτι, και φυσικά είχε άπλετη χιπστερική διάθεση. Όμως είχε τις στιγμές του και τις, κάποιες, έξυπνες ατάκες του και μια υπέροχη Greta Gerwin. Αλλά μέχρι το τέλος δεν είχε αυτό το κάτι που θα την κάνει να ξεχωρίζει.

Ήξερα ότι έπρεπε να γυρίσω σπίτι να ξεκουραστώ. Αλλά η υπερένταση δεν με άφηνε να κοιμηθώ (η αδρεναλίνη που λέγαμε). Οι 10 μέρες του φεστιβάλ μόλις είχαν ξεκινήσει και από ότι φαίνεται η ξεκούραση θα ήταν ελάχιστη. Που είχα βάλει τα red bull είπαμε;

Αγαπημένο μου ημερολόγιο, η επόμενη μέρα ξεκίνησε με 4 ώρες ύπνο (hardcore καταστάσεις) και πρόβλεπε 4 ταινίες μέσα στη μέρα. Έσυρα τον εαυτό μου ως την πόρτα και ξεκίνησα τον δρόμο μου ως το Οντέον Όπερα όπου με περίμεναν οι 2 πρώτες ταινίες.

Η πρώτη ταινία είχε την περίληψη «η Αλί και ο Ματιάς, παρέα με την τραβεστί υπηρέτριά τους, ετοιμάζονται για ένα όργιο με την Τσούλα, τον Γαμιά, τη Σταρ και τον Έφηβο.» Εντάξει, όχι πες μου ότι δεν θα πήγαινες να δεις κάτι τέτοιο. Παραδόξως, το «Les Rencontres D’Apres Minuit»/Ραντεβού τα Μεσάνυχτα ήταν καλό. Μιλησε για την προσωπική κόλαση των πιο σκοτεινών ερωτικών επιθυμιών στις οποίες οι εφτά αυτοί χαρακτήρες βρίσκονται εγκλωβισμένοι, προσπαθησε μέσω αυτών να ζήσουν την ψυχική κάθαρση που τόσο επιζητούν με ηχητική συντροφικά τις μουσικές των Μ83. Κερασάκι στην τούρτα: το προσθετικό πέος του Έρικ Καντονά. Στεναχωρήθηκα πάντως που δεν ήμουν στην απογευματινή προβολη της ταινίας γιατί θα γινόταν παρουσία του σκηνοθέτη.

Η Γαλλία είχε την τιμητική της στις πρώτες πρωινές προβολές του φεστιβάλ. Η δεύτερη ταινία «Nos Heros Sont Morts Ce Soir»/Οι Ήρωές Μας Ξεψυχούν Απόψε μιλούσε για τους αγώνες πάλης και την άνθηση τους στην Γαλλία την δεκαετείς του ’60. Όπως και η προηγούμενη, έτσι κι αυτή, είχε κάνει την πρεμιέρα της στο φετινό φεστιβάλ των Καννών. Αλλά, σε αντίθεση με την προηγούμενη, αυτή παρά την ωραία νούαρ αισθητική της και την αρκετά καλή σκηνοθεσία, ήταν βαρετή με καθόλου ενδιαφέρον σενάριο και χαρακτήρες. Οι δυο ήρωες φάνηκαν χάρτινοι και μονοδιάστατοι.

Το μόνο που σκεφτόμουν όταν τελείωσε η ταινία ήταν το πόσο γρήγορα έπρεπε να τρέξω για να γυρίσω σπίτι, να τσιμπήσω κάτι στα γρήγορα και μετά να φύγω για Ιντεάλ και τις επόμενες ταινίες. Έτσι και έκανα λοιπόν και φτάνοντας στο Ιντεάλ λίγο πριν αρχίσει το «White Reindeer»/Λευκός Τάρανδος. Φεστιβάλ SXSW διάβασα, ε, είπα θα είναι καλό. Αλλά το κακό μοντάζ, το αδιάφορο σενάριο, η μονότονη σκηνοθεσία και σκηνές που σε αφήνουν ένα βήμα πριν την επιληψία δεν βοήθησαν στο να μου κρατήσουν το ενδιαφέρον για πολύ. Το μόνο που έμαθα είναι πως λέγονται τα «καλά Χριστούγεννα» στα χαβανέζικα. «Mele kalikimaka.» Το ´ξερες; Όχι; Μάθε το λοιπόν!

Φεύγοντας από το Ιντεάλ, και παραλίγο να ξεχάσω το κινητό μου εκεί (σοκ!) σκεφτόμουν πως θα γεμίσω τις δυόμιση ώρες μέχρι να αρχίσει η επόμενη προβολή στον Δαναό στις 10. Αποφάσισα να πάω για καφέ και λίγο πριν αρχίσει η τελευταία ταινία για σήμερα, «The Resurrection of a Bastard»/Η Ανάσταση του Μπάσταρδου, πήγα στην αίθουσα να περιμένω. Περιμέναμε ένα κάποιο θαύμα με αυτή την ανάσταση αλλά το μπόνους που κατάφερε είναι να κάνει τον φίλο μου δίπλα να ρίξει κάτι ύπνους επικούς και με τα ροχαλητά του παραλίγο να μας ακούσει όλη η αίθουσα. Η αλήθεια είναι ότι τον ζήλευα. Δεν ήταν όλα κακά και βαρετά σε αυτή την ταινία. Η φωτογραφία της ήταν υπέροχη και πολλές φορές σε μάγευαν κάποια στημένα πλάνα της. Αλλά το ροχαλητό, ροχαλητό.

Και φεύγοντας, επιτέλους, για να πάρω τον δρόμο του γυρισμού το μόνο που σκεφτόμουν ήταν το πόσο μου λείπει η ξεκούραση αυτή την στιγμή ελπίζοντας πως η αυριανή μέρα θα έχει καλύτερες ταινίες.

Απολογισμός των δύο πρώτων ημερών: 5 ταινίες.

By the way, πόσο τα σπάει η φετινή αφίσα;!

Δεν υπάρχουν σχόλια

ΑΠΑΝΤΗΣΕ

*

*

ΣΧΕΤΙΚΑ