Νύχτες Πρεμιέρας 2015: Δευτέρα 28, Τρίτη 29/09

Η πραγματική ιστορία του Bridgend και το σκηνοθετικό ντεμπούτο του Garrell

Οι μέρες στο Διεθνές Κινηματογραφικό Φεστιβάλ της Αθήνας προχωρούν με γοργό ρυθμό, αποκαλύπτοντας μας όλο και περισσότερες ταινίες. Το τελευταίο διήμερο, το φιλμ που μας καθήλωσε περισσότερο δεν ήταν άλλο από το σκηνοθετικό ντεμπούτο του Louis Garrell, με τίτλο «Les Deux Amis».

Γράφει η Βαρβάρα Κοντονή:

Bridgend

 ★★☆☆☆ 

Bridgend_web_2

Βασισμένο σε μια σειρά από disturbing, πραγματικά γεγονότα που εξακολουθούν να ταλανίζουν μέχρι και σήμερα την κοινωνία της Νότιας Ουαλίας, το “Bridgend” επιδιώκει να ρίξει λίγο αφηγηματικό φως στις αποτρόπαιες αυτοκτονίες νεαρών που συνεχίζονται ασταμάτητα από το 2007, χωρίς καμία προφανή εξήγηση και με τον αριθμό των αυτοχείρων να αυξάνει διαρκώς.
Παρά την αγγλική του πρόζα, η «παγωμένη» σκηνοθεσία του Jeppe Ronde και η μυστηριακή, εφιαλτικά νατουραλιστική φωτογραφία του Magnus Nordenhof Jonck προδίδουν εύκολα τη σκανδιναβική σχολή των δημιουργών, με τη ταινία να αποτελεί ένα κινηματογραφικό κομψοτέχνημα δανέζικης αισθητικής, αλλά μέχρι εκεί.

Συνδυάζοντας την προβληματική της εφηβικής παραβατικότητας-ένα διαρκώς επαναλαμβανόμενο μοτίβο της βρετανικής σχολής-με την αποστασιοποιημένη ψυχρότητα των Βορείων, το “Bridgend” αποτελεί ένα βραδυφλεγές συνονθύλευμα δυο διαφορετικών κόσμων, πανέμορφο, αλλά σεναριακά αποπροσανατολισμένο, γεμάτο υπεκφυγές, αόριστες απαντήσεις και ένα τέλος ανοιχτό σε υπερβολικά πολλές ερμηνείες.

Το γεγονός πως οι πολλαπλές αυτοκτονίες των ντόπιων νεαρών παραμένουν ακόμη άλυτες (αν και πολλοί υποστηρίζουν πως το θέμα των «τοπικών αιρέσεων» είναι μια πιθανότητα, κάτι που υπονοείται άλλωστε και στο φιλμ), φάνηκε να δημιουργεί ένα κάποιο πρόσφορο έδαφος για τους τρεις (!) σεναριογράφους, οι οποίοι εν τέλει δεν κατάφεραν να δώσουν μια εξήγηση που να πείθει.
Θυμίζοντας, ανά στιγμές μόνο, την επαναστατική διάθεση του “Over the Edge” κατά της γονεϊκής αδιαφορίας και των δασκαλίστικων πρέπει, η εξέλιξη της υπόθεσης αφήνει την θαυμάσια ευκαιρία της επερχόμενης-και αλληγορικής-αφυπνιστικής αντίδρασης των νεαρών να πάει χαμένη, ακόμα και αν το εικαστικό περιτύλιγμα είναι πράγματι υπέροχο.
Ασαφές και με αδικαιολόγητα μεγάλης διάρκειας πλάνα, το “Bridgend” είναι ένα φιλμ που δεν καταφέρνει ποτέ να βρει τη χρυσή τομή ανάμεσα σε αυτό που θέλει να πει και σε αυτό που τελικά λέει.

Γράφει ο Γιάννης Καντέα-Παπαδόπουλος:

Les Deux Amis

 ★★★½☆ 

001_24718524_type12499

Η nouvelle vague και η δεκαετία του ’60 στο σύνολό της, αποτελούν μια εποχή και ένα κίνημα με το οποίο ο Garrel είχε ανέκαθεν εμμονή. Σε αυτό αναμφισβήτητα συνέβαλλε και ο πατέρας του, ο σκηνοθέτης Philippe Garrel, ο οποίος από τότε μέχρι σήμερα αποτελεί ένα ζωντανό κομμάτι του γαλλικού κινηματογράφου. Ο υιός Garrel μπορεί να είναι περισσότερο γνωστός από την ηθοποιία (ή και το μόντελινγκ), ο πραγματικός εαυτός του όμως -και το ταλέντο του- αναδεικνύεται μέσω από τις ταινίες που σκηνοθετεί, στις οποίες φροντίζει να αποδεικνύει με τη θετική έννοια τις παραπάνω επιρροές του.

Πριν το «Les Deux Amis» είχε γυρίσει τρεις μικρού μήκους, η καθεμία ιδιαίτερη για τους δικούς της λόγους: το άνισο «Mes Copains», το αριστουργηματικό «Petit Tailleur» (που παραμένει η καλύτερη δουλειά του) και το «La Règle de Trois» που αν αξίζει για κάτι είναι για εκείνη η μαγευτική σκηνή της Golshifteh Farahani. Πάνω στην εξέλιξη της ιστορίας της τελευταίας, βάσισε το σενάριο της πρώτης του μεγάλου μήκους, δηλ. του «Les Deux Amis».

Η ιστορία γνωστή: δύο κολλητοί φίλοι ερωτεύονται την ίδια γυναίκα. Το έχει κάνει και ο Godard, το έχει κάνει και ο Truffaut θα πει κανείς. Η διαφορά έγκειται στο ότι ο Garrel δεν αντιγράφει, αλλά αποδίδει τιμή και ταυτόχρονα απεικονίζει τη δική του γραφή. Το πετυχαίνει αυτό με την κάμερά του: κάθε κίνηση και τοποθέτησή της είναι ηθική του επιλογή, γνωρίζει πολύ καλά τι θέλει να πετύχει, κι αυτό είναι εμφανές ανά πάσα στιγμή. Από τον τρόπο που εισάγει ένα χαρακτήρα, μέχρι τη μουσική που συνοδεύει ένα πλάνο.

Παράλληλα ξέρει εξίσου τι να πάρει από τον κάθε ηθοποιό. Με εξαίρεση τον εαυτό του, οι Vincent Macaigne και Golshifteh Farahani είναι εξαιρετικοί. Ο πρώτος φέρει εις πέρας ιδανικά όλα τα gags που ευφυώς -αλλά και αναπάντεχα- έχει εισάγει ο Garrel στο σενάριο, ενώ διαθέτει ένα εκπληκτικό ηττημένο βλέμμα που δύσκολα θα αφήσει κάποιον ασυγκίνητο. Από την άλλη, η Farahani, είναι μία από τις καλύτερες ηθοποιούς της γενιάς της, με την ελπίδα να αφήσει πίσω της πολλά αριστουργήματα. Κάθε σκηνή και πλάνο που τη συμπεριλαμβάνει, αυξάνει κατακόρυφα τη φόρτιση της στιγμής. Το βλέμμα της είναι ικανό να κουβαλήσει ολόκληρη ταινία, και ευτυχώς ο Garrel δεν αναλώνεται σε αυτό, αλλά χρησιμοποιεί όλη τη γκάμα της.

Στην ταινία δε λείπουν οι στιγμές που κάπως χάνεται η συγκέντρωσή της, ή και τα κενά του σεναρίου, όμως αυτό είναι γραμμένο με τρόπο που οι παραλείψεις μοιάζουν αδιάφορες. Το νοηματικό κομμάτι έχει δικό του ενδιαφέρον, καθώς οι τρεις ήρωες της ιστορίας μπορούν και χτίζουν ένα δικό τους κόσμο στον οποίο ζουν. Μοιάζει προφανές και κλισέ, στην πράξη όμως είναι απαιτητικό και δύσκολο. Τα μάτια των ηρώων υπάρχουν το ένα στο άλλο, έξω από αυτά δεν είναι κανείς ως τους τίτλους τέλους.

Το στοιχείο αυτό οφείλεται και στο γεγονός ότι ο ερωτισμός δεν ενυπάρχει αποκλειστικά προς το πρόσωπο της Farahani, αλλά και ανάμεσα στους δύο φίλους. Μια σχέση δεν δε χρειάζεται να συμπεριλαμβάνει το σεξ, για να χαρακτηριστεί ερωτική. Η ταινία δείχνει τις ομοιότητες και τα προβλήματα που μπορεί να προκύψουν, αλλά δίχως επιμένοντας και στην κατάλληλη δοσολογία.

Ο Louis Garrel είναι ένας από τους καλύτερους ανερχόμενους Γάλλους κινηματογραφιστές, γιατί εμφυσεί σε κάθε ταινία του μια ειλικρινή πίστη στο ίδιο το μέσο, στους ανθρώπους και στους χαρακτήρες του. Η συνέχεια του έργου του, είναι αποκλειστικά στα χέρια του.

ΣΤ’ ΤΜΗΜΑ ΜΙΚΡΟΥ ΜΗΚΟΥΣ

Sporos_Kotsoni_2 (1)

Εικόνα – Λάμπρος Γεωργόπουλος

Άλλος ένας κινηματογραφιστής της Horme Pictures που συμμετέχει σε διαγωνιστικό φεστιβάλ με την ταινία του, κάτι που αναμφισβήτητα είναι επιτυχία. Εν προκειμένω ο Γεωργόπουλος δημιουργεί ένα φανταστικό χωριό, στο οποίο θα μπορούσαν να ζουν όλοι οι θρησκόληπτοι της χώρας. Ο λόγος του θεού είναι οδηγός κυρίαρχος, ο οποίος εκφέρεται από την τοπική θρησκευτική εξουσία, την οποία ο όχλος ακολουθεί πιστά ως οφείλει.
Πειραματική αφήγηση και σκηνοθεσία που συνδυάζουν το αρχειακό υλικό με τα voice over πραγματικών ιερέων, αλλά και αφήγησης στίχων, δημιουργούν μια ποιητική ατμόσφαιρα στην οποία η εισαγωγή γίνεται ευπρόσδεκτα, χωρίς να είναι ξεκάθαρο όμως προς τα πού οδηγεί.

Dreamtoy – Χρήστος Χουλιάρας

Ένα τηλεκατευθυνόμενο 4Χ4 είναι ο ήρωας αυτής της συγκινητικής ταινίας. Παίρνει «συνειδητές» αποφάσεις και ρίσκα, έχει έντονα συναισθήματα. Η κινηματογράφηση του Χουλιάρα καταφέρνει να προκαλέσει συναισθήματα ακόμα και μπροστά από ένα παρμπρίζ. Μεγάλα όπλα του είναι ο σχεδιασμός ήχου, αλλά και τα χρώματα της ταινίας που στην κορύφωση του αναπάντεχου τέλους, δίνουν αθροιστικά ένα αξέχαστο κλείσιμο.

The Bust – Μιχαήλ Δημήτριος

Γυρισμένη σε γνωστό στριπτιτζάδικο απέναντι από το Πάντειο, δίνεται η ευκαιρία να πάρουμε μέρος σε μια παράλληλη πραγματικότητα της Αθήνας, την οποία μάλλον η συντριπτική πλειοψηφία δε θα βιώσει ποτέ. Μια γυναίκα θα φέρει αντιμέτωπους ένα μυστικό αστυνομικό και ένα νονό της νύχτας, συγκρούοντας δύο κόσμους. Το μοναδικό μειονέκτημα της ταινίας είναι η μικρή διάρκειά της, ενώ το πρωτότυπο soundtrack του(/της;) SNA είναι εξαιρετικό.

Κβάντο/Quantum – Ορφέας Περετζής

Ατμοσφαιρικά νέον φώτα noir αισθητικής πλαισιώνουν των ήρωα της ταινίας που υποδύεται ο Γιάννης Παπαδόπουλος (γνωστός από το σπουδαίο ρόλο του στο «Το Αγόρι Τρώει το Φαγητό του Πουλιού»), ένας Ρώσος ντελιβεράς με εμμονή στην κβαντοφυσική. Η καθημερινότητά του ισοδυναμεί με απόλυτη περισυλλογή και διαλογισμό, σε σημείο που να αποκτήσει πραγματικές μεταφυσικές δυνάμεις. Την ενδιαφέρουσα ιστορία δε βοηθάει η επιμονή στην άσκηση ύφους, που αν και επιτυχημένη, δεν επιτρέπει στην αφήγηση να κορυφωθεί.

Ο Σπόρος/The Seed – Ιφιγένεια Κοτσώνη

Μία από τις καλύτερες ελληνικές ταινίες επιστημονικής φαντασίας, «Ο Σπόρος» σέβεται τους κανόνες της δυστοπίας για να εξιστορήσει ένα πολιτικό δράμα, κάτω από την εξουσιαστική καταπίεση. Σε μια ολοκληρωτική εποχή που η καλλιέργεια οποιουδήποτε φυτού είναι ποινικό αδίκημα, μία ηρωίδα θα αντισταθεί και θα προστατεύσει το δικό της «χωράφι».
Η δουλειά στη σκηνογραφία και τα ειδικά εφφέ είναι το λιγότερο εκπληκτική. Κάθε λεπτομέρεια έχει τελειοποιηθεί, απεικονίζοντας ακόμα και την Ακρόπολη απέναντι από ένα φουτουριστικό ουρανοξύστη. Εύχομαι ειλικρινά κάποια στιγμή να μεταφερθεί αυτή η ταινία σε μεγάλου μήκους, γιατί κάτι μου λέει πως θα μιλάμε για ένα αριστούργημα.

Yelena – Δημήτρης Αμπατζής

Ο καθένας σε οποιαδήποτε χώρα, για ένα πράμα θα δεχτεί να παλέψει αναμφισβήτητα: την αξιοπρέπειά του. Εκείνη που αφεντικά, φασίστες και κράτος θα θελήσουν με πείσμα να του αποσπάσουν για να τον έχουν του χεριού τους.
Εν προκειμένω μια μετανάστρια θα πέσει θύμα μιας τρομερά κακόγουστης πλάκας του εργοδότη της, που εν αγνοία του θα είναι το έναυσμα για να αλλάξει κάτι μέσα της. Το ζήτημα με αυτήν την ταινία, προσωπικά, προκύπτει στο τέλος της: όταν συμβαίνει το πρώτο συναίσθημα ήταν η οργή. Αρχικά, για την επιλογή του. Στη συνέχεια όμως, εμφανίστηκε μια άλλη σκέψη, που σα να το αιτιολογούσε κάπως: ο συμβιβασμός δεν είναι εκείνο που επιλέγουν οι περισσότεροι; Αυτό δε συμβαίνει κάθε μέρα;
Ακόμα δεν έχω αποφασίσει.

Αρχιπέλαγα, Γυμνοί Γρανίτες – Daphné Hérétakis

Η καλύτερη αποτύπωση μιας ολόκληρης εποχής. Μιας γενιάς που έμαθε (και μαθαίνει) να χτίζει με τον ιδανικότερο τρόπο τα προστατευτικά τείχη του δικού της αποκλειστικού κόσμου, και να συναντά την πραγματικότητα μόνο όταν είναι ανάγκη ή όταν εκείνη εισβάλει.

Μέσα από την ημερολογιακή αφήγηση της ηρωίδας, απεικονίζεται το σήμερα. Τι σημαίνει να ενηλικιώνεται κανείς σε μια κατεστραμμένη χώρα, κι ένα ακόμα χειρότερο σύστημα. Μια πορεία προς το μέλλον όπου κάθε μέρα που περνάει είναι και μία παρηγοριά για την επόμενη.

Το στίγμα του σύγχρονου δίνεται επιπλέον μέσω συνεντεύξεων. Παιδιά που πάνε ακόμα σχολείο, και το μόνο που έχουν για να τους κρατά σε απόσταση από την απόγνωση είναι η ηλικία τους. Στυγερή υπενθύμιση για όσους δε βρίσκονται πια σε τέτοια κατάσταση.

Μια συγκινητικά σπαρακτική ταινία, που θα έπρεπε να προβάλλεται συχνότερα.

Δείτε τις ανταποκρίσεις μας από τις Νύχτες Πρεμιέρας 2015

Συντακτική ομάδα του Reel.gr

Αγαπάμε τον κινηματογράφο και όλα του τα είδη χωρίς διακρίσεις και κουλτουριάρικες αγκυλώσεις.
Δεν υπάρχουν σχόλια

ΑΠΑΝΤΗΣΕ

*

*

ΣΧΕΤΙΚΑ