Νύχτες Πρεμιέρας 2015: Κυριακή 27/09

Το θωρηκτό "45 Years", ένα πολύ δυνατό ντοκιμαντέρ και δύο ταινίες του διαγωνιστικού

Προχωρώντας προς την ολοκλήρωση της πρώτης εβδομάδας των 21ων Νυχτών Πρεμιέρας, ακόμα περιμένουμε την πρώτη «μεγάλη» ταινία του διαγωνιστικού τμήματος, με τη συντριπτική πλειοψηφία των ταινιών του να «χάνονται» στον μινιμαλισμό και τη low-key ατμόσφαιρα. Αυτό συνέβη και χθες, Κυριακή 27 Σεπτεμβρίου, με το «Songs my Brothers Taught me» προερχόμενο από το Sundance και το «El Incendio» εξ Αργεντινής να αποτυγχάνουν να μας καθηλώσουν.

Γράφει ο Παναγιώτης Μήτσικας:

Songs my Brothers Taught Me

 ★★½☆☆ 

songsmybrotherstaughtme

Πέρα από την υποψηφιότητα της για καλύτερη ταινία στο περασμένο φεστιβάλ του Sundance, το σκηνοθετικό ντεμπούτο της Chloe Zhao βρέθηκε εντός συναγωνισμού και για τη Χρυσή Κάμερα στις Κάννες, ενώ προβλήθηκε στη Deauville και την Ιερουσαλήμ (όπου κέρδισε το FIPRESCI).

Ο έφηβος Johnny ζει μαζί με την αδερφή του Jashuan και τη μητέρα τους, στο Pine Ridge Reservation, περιοχή που κατοικείται από ανθρώπους ινδιάνικης καταγωγής. Ο αλκοολισμός είναι ένα πάγιο πρόβλημα εκεί, έχοντας καταστρέψει ουκ ολίγες ζωές, αλλά ο Johnny βγάζει τα προς το ζην πουλώντας παράνομα αλκοόλ (το οποίο είναι απαγορευμένο). Όταν ο πατέρας του -διάσημος cowboy που διεκδικεί την πατρότητα τουλάχιστον 20 παιδιών στην περιοχή- πεθαίνει σε ατύχημα, το γεγονός πυροδοτεί εξελίξεις στη ζωή του Johnny που αποφασίζει να μετακομίσει στο Los Angeles, ακολουθώντας την κοπέλα του. Ακόμα, όμως, δεν έχει πει τίποτα στη μικρή του αδελφή και τη μητέρα του.

Αναμφίβολα, έχουμε να κάνουμε με ένα όμορφα κινηματογραφημένο φιλμ που ασχολείται με το Pine Ridge, τη μεγαλύτερη κοινότητα Ινδιάνων στις ΗΠΑ, ενώ η Zhao σκηνοθετεί με ξεκάθαρη κατεύθυνση τους νεαρούς, πρωτοεμφανιζόμενους ηθοποιούς της. Παρ’όλα αυτά, η ιστορία είναι τόσο «ήσυχη» που ο θεατής δεν καταφέρνει σε κανένα σημείο του φιλμ να γίνει «συμμέτοχος» των εξελίξεων και να βυθιστεί στον κόσμο που αποκαλύπτεται μπροστά του.

El Incendio

 ★☆☆☆☆ 

TheFire-630

Τα πρώτα δευτερόλεπτα του «El Incendio» μας αποκαλύπτουν ένα νεαρό ζευγάρι ξαπλωμένο στο κρεβάτι του, σε μία στυλιζαρισμένα σκηνοθετημένη σκηνή που μας θυμίζει έντονα το περυσινό «10.000 km». H Lucia και ο Marcelo είναι έτοιμοι να περάσουν μία κομβική μέρα στη σχέση τους, καθώς πρόκειται να υπογράψουν τα συμβόλαια για να αγοράσουν το νέο τους σπίτι. Τελικώς, ο συμβολαιογράφος δεν προλαβαίνει να παραστεί στην ώρα του και τους μεταθέτει το ραντεβού για την επόμενη μέρα. Η εξέλιξη αυτή προκαλεί μία συναισθηματική «χιονοστιβάδα» στη ζωή του ζευγαριού (ομοίως με το Force Majeure) και η κατάσταση γίνεται ανυπόφορη αρκετά γρήγορα -το ίδιο ισχύει και για τους θεατές.

Κολλημένοι σε δύο δουλειές που δεν απολαμβάνουν, ο μεν Marcelo ως δάσκαλος με υποβόσκον πρόβλημα βίας, η δε Lucia δουλεύοντας ως ψήστης σε εστιατόριο με το κλίμα όχι και πολύ φιλικό, θα ανακαλύψουν πως τους χωρίζουν πάρα πολλά και υπάρχουν αναρίθμητα σοβαρά θέματα που έχουν καταπιεστεί για τις ανάγκες της ομαλότητας της σχέσης τους. Δυστυχώς, αυτά τα κακώς κείμενα, αποτυπώνονται υπέρ του δέοντος στο κινηματογραφικό πανί, με την Lucia (ειδικότερα) να απεικονίζεται σχεδόν ανυπόφορη. Κλάμα, καυγάδες και υπερβολικές αντιδράσεις χαρακτηρίζουν τη συντριπτική πλειοψηφία των πλάνων, με αποτέλεσμα να δημιουργείται εύλογος εκνευρισμός στο θεατή, καθιστώντας την εμπειρία εξαιρετικά δυσβάστακτη.

Γράφει η Παρασκευή Γιουβανάκη:

 ★★★☆☆ 

45 Years

Tom-Courtenay-and-Charlot-009

To «45 Χρόνια» έχει μπει εδώ και μήνες, συγκεκριμένα από τότε που προβλήθηκε στο φεστιβάλ του Βερολίνου, δηλαδή τον Φεβρουάριο, στη λίστα
«Ποιες ταινίες ανυπομονούμε να δούμε μέχρι το τέλος του 2015». Και έτσι έγινε, ένα βράδυ κατά τη διάρκεια του 21ου Διεθνούς Κινηματογραφικού Φεστιβάλ της Αθήνας, «Νύχτες Πρεμιέρας».

Η απερίγραπτη όμορφη, μουντή αισθητική της ταινίας, δεν αργεί να εμφανιστεί. Η πρωταγωνίστρια Κate, έχει βγει πρωινή βόλτα με παρέα τον οικογενειακό τους σκύλο σε καταπράσινες εκτάσεις, εκεί όπου δεσπόζει η ηρεμία και η ομορφιά της φύσης. Εκεί όπου γίνεσαι ένα με τη φύση είτε βρίσκεται σε εκείνο ακριβώς το μέρος είτε το παρακολουθείς από μίλια μακριά καθισμένος-η σε μια θέση κινηματογραφικής αίθουσας. Και πως γίνεται αυτό? Όταν ο διευθυντής Φωτογραφίας γνωρίζει πολύ καλά τη δουλειά του και μπορεί να ξεχωρίσει και να γαντζωθεί από το αυθεντικό ύφος του αντίστοιχου σεναρίου.
Στην περίπτωση των «45 Χρόνων» ο χαρακτήρας του σεναρίου είναι μουντός και νοσταλγικός και αυτό ακολουθείται πιστά από τη φωτογραφία.

Charlotte Rampling και Tom Courtenay (Βραβεία ερμηνείας στο Φεστιβάλ Βερολίνου) είναι οι Kate και Geoff της μεγάλης οθόνης. Οι ερμηνείες τους, συμπληρώνουν η μία την άλλη. Λιγομίλητες ως επί το πλείστον, κλιμακόνονται καθηλωτικά από σκηνή σε σκηνή.
Ένα ζευγάρι που γιορτάζει την επέτειο 45 χρόνων γάμου (στα 40 χρόνια ο Geoff έτυχε να παρουσιάσει ένα πρόβλημα υγείας οπότε αποφάσισαν να γιορτάσουν όταν φτάσουν στα «στρόγγυλα» 45 χρόνια) Όμως ενώ οι ετοιμασίες της γιορτής έχουν μπει στην τελική ευθεία και ενώ η Kate διαλέγει ποια μουσικά κομμάτια θα παίξει ο DJ της ξεχωριστής βραδιάς, ένα γράμμα με συνοδεία μια αμήχανη είδηση καταφθάνει και ταράζει την ομαλότητα των ημερών. Το επί πολλά χρόνια εξαφανισμένο,νεκρό σώμα ενός πρώην έρωτα του Geoff, βρέθηκε.

Το σενάριο, που υπογράφεται από τον ίδιο τον σκηνοθέτη, παρουσιάζει το ηλικιωμένο ζευγάρι να ζει αρμονικά έξω από την πόλη, έναν ενδιαφέροντα και διόλου ρουτινιασμένο έγγαμο βίο, παρά τα πολλά χρόνια που κουβαλά στις πλάτες τους. Δύο άτομα, φανερά αγαπημένα, να και με τυπικές συμπεριφορές-ατάκες σε ορισμένα σημεία, αλλά όπως αποδεικνύεται, δεν μοιράζεται τα πάντα ώσπου έρχεται και η αναπόφευκτη έκρηξη.

H αναπόφευκτη έκρηξη έρχεται στο τέλος. Με ξώφαλτσο τρόπο και γρήγορο ρυθμό. Αρκεί ή μάλλον καλύτερα αρμόζει, ένα τέτοιο τέλος μπροστά στη δύναμη που καραδοκεί σιωπηλά ώσπου περιμένει την κατάλληλη στιγμή να ορμήσει, σε κάθε προηγούμενη σκηνή? Ναι μεν κόβει την ανάσα, αλλά δεν είναι αρκετό. Φαντάζει τόσο εύκολο μπροστά στην πολυπλοκότητα της κατάστασης που προηγήθηκε. Άξιζε περισσότερη λεπτοδουλειά στο σενάριο, ειδικά στην τελευταία σκηνή.

Γράφει ο Γιάννης Καντέα-Παπαδόπουλος:

Chuck Norris VS Communism

 ★★★★☆ 

chucknorris_inline_1.0

Ο κινηματογράφος δεν είναι μόνο η απλή παρακολούθηση μιας ταινίας, για να γεμίσει δύο ώρες από τη ζωή κάποιου. Τις περισσότερες φορές είναι απεγκλωβισμός από την πραγματικότητα. Ειδικά όταν αυτή περισσότερο θλίβει και καταπιέζει, παρά απελευθερώνει.

Τη δεκαετία του ’80 η Ρουμανία ασυνείδητα μετρούσε αντίστροφα για τη κατάρρευση του ολοκληρωτικού καθεστώτος του οποίου ηγούταν ο Νικολάε Τσαουσέσκου. Όσο πιο κοντά έφτανε στο τέλος του, τόσο περισσότερο ξεσπούσε με μίσος στο λαό του, που με τη σειρά του αύξανε την απείθειά του προς αυτό με πολλαπλάσια ισχύ. Οι επιτροπές λογοκρισίας και ιδεολογίας βρίσκονταν στην κορύφωσή τους, «κόβοντας» από ταινίες και εκπομπές ό,τι μπορούσε να θεωρηθεί ιμπεριαλιστική προπαγάνδα ή και οτιδήποτε δεν ήταν σύμφωνο με τις εκάστοτε θέσεις του Κόμματος.

Η μόνη διέξοδος για το λαό ήταν οι πειρατικές κασέτες που προμηθεύονταν στη μαύρη αγορά. Η πώληση γινόταν όπως ακριβώς αυτή των ναρκωτικών, με άκρα μυστικότητα και συνοπτικές διαδικασίες. Οι άνθρωποι ρίσκαραν κυριολεκτικά τη ζωή τους για να δουν μια ταινία. Μια λάθος κίνηση ή ρουφιανιά, κι η μυστική αστυνομία θα χτυπούσε την πόρτα τους.

Η ανάγκη όμως ήταν μεγάλη, και οι κάτοχοι video players δεν μπορούσαν παρά να μοιραστούν με τους συγγενείς και φίλους τον εξοπλισμό τους. Διοργανώνοντας ιδιωτικές προβολές, με το ανάλογο αντίτιμο, ομάδες 10-20 ατόμων μια φορά τη βδομάδα -συχνά για ολόκληρα βράδια- παρακολουθούσαν τις νέες κυκλοφορίες σε βιντεοκασέτα με γουρλωμένα μάτια.

Με αυτόν τον τρόπο δημιουργήθηκε μια άτυπη συλλογικότητα και μια αίσθηση πως όλοι ενώνονται σε κάτι κοινό. Σε όλη τη χώρα συνέβαιναν τέτοιου είδους προβολές. Η αίσθηση μυστικότητας, πως συμμετέχουν σε κάτι παράνομο, απλά πρόσθετε στον ενθουσιασμό της κάθε μάζωξης. Τότε συνέβαινε κάτι μαγικό, η ουσία του κινηματογράφου: γκρεμόζονταν τα όρια της φαντασίας των θεατών. Τα πάντα πια ήταν εφικτά, ακόμα και ο τρόπος που ο Τσακ Νόρις αψηφούσε το θάνατο.

Δεν είναι υπερβολή να πούμε πως ολόκληρος ο σύγχρονος ρουμάνικος κινηματογράφος, που βραβεύεται ασταμάτητα, γεννήθηκε και ανδρώθηκε με αυτές τις ταινίες. Οι περιγραφές των ανθρώπων στο ντοκυμαντέρ είναι συγκινητικές, και άλλοτε ξεκαρδιστικές. Σε όλες αυτές τις συναισθηματικές διακυμάνσεις, σε κάθε ταινία, μία ήταν η φωνή που τους συνόδευε πάντα: εκείνη της Ιρίνα Νίστορ.

Επίσημη μεταφράστρια των επιτροπών που αναφέρθηκαν παραπάνω, η Νίστορ πήρε το ρίσκο να συμμετάσχει στο παράνομο κύκλωμα των βιντεοκασετών με το να μεταγλωττίζει τις αμερικάνικες ταινίες που έρχονταν λαθραία στη χώρα. Κάθε βράδυ, και μέχρι το πρωί, ντούμπλαρε τις φωνές όλων των ηθοποιών. Αναπόφευκτα όλοι γνώριζαν τη φωνή της, και την είχαν εξισώσει με τις κασέτες. Αν έκανε άλλος το ντουμπλάζ θεωρούσαν πως η κασέτα ήταν «ψεύτικη», κι ο έμπορος/βαποράκι τους κορόιδεψε.

Ταυτόχρονα η ενέργειά της ήταν βαθιά πολιτική: μπορούσε να εκφράζεται όπως ήθελε, να χρησιμοποιεί τις λέξεις που η ίδια ήθελε (π.χ. τη λέξη «Θεός», αντί για το «ο Αποπάνω»). Ήταν κατάφωρη αμφισβήτηση του καθεστώτος η μεταγλώττιση και κατ’ επέκταση ο κινηματογράφος μια επαναστατική πράξη. Οι άνθρωποι έβλεπαν πως υπάρχει και κάτι άλλο πέρα από την κομματική γραμμή και τον κόσμο που το καθεστώς είχε πλάσει. Οι ταινίες της Cannon και της Orion που παγκοσμίως αντιμετωπίζονται ως αστείες ή και τραγελαφικές, εδώ αποκτούν ανείπωτη σημασία.

Το ντοκυμαντέρ αυτό της Calugareanu δε γυρίστηκε για να ασκήσει αντικομμουνιστική προπαγάνδα, όπως πιθανότατα θα ισχυριζόταν το καθεστώς, ή να εκθειάσει την επόμενη της ρουμάνικης επανάστασης. Φτιάχτηκε για να αναδείξει και να υπενθυμίσει τη δύναμη του κινηματογράφου, τη σημασία του, αλλά και το λόγο που μας κάνει να επιστρέφουμε πάντα σε αυτόν.

Δείτε τις ανταποκρίσεις μας από τις Νύχτες Πρεμιέρας 2015

Συντακτική ομάδα του Reel.gr

Αγαπάμε τον κινηματογράφο και όλα του τα είδη χωρίς διακρίσεις και κουλτουριάρικες αγκυλώσεις.
Δεν υπάρχουν σχόλια

ΑΠΑΝΤΗΣΕ

*

*

ΣΧΕΤΙΚΑ