Μικρή προβληματική για μιαν εφεύρεση: Sound it is!

«Στην τέχνη κάθε τεχνολογική καινοτομία αποτελεί έμπνευση. Η πιθανότητα είναι η πραγματική μούσα»

Ο ήρωας βρίσκεται σε ένα δωμάτιο. Κοντινό πλάνο σε ένα πιστόλι. Ο ήρωας ακουμπά το τσιγάρο του επάνω στο πιστόλι. Ένα μηχάνημα ηχογράφησης τίθεται σε λειτουργία. Δυνατός πυροβολισμός. Η βελόνα ηχογράφησης συσπάται. Ο ήρωας σέρνεται στα ντράμς και να αρχίζει να παίζει (Τα κουρέλια τραγουδάνε ακόμα, Νικολαΐδης Ν, 1979).

1

«Στην τέχνη κάθε τεχνολογική καινοτομία αποτελεί έμπνευση. Η πιθανότητα είναι η πραγματική μούσα» γράφει ο Bèla Balázs για την εισαγωγή του ήχου στο σινεμά. Κατά τον ίδιο (1970), ο ήχος συναντάται στην κινούμενη εικόνα με τρεις μορφές: ως μουσική, ως ηχητικά εφέ και ως ανθρώπινη φωνή. Κάθε ένας από αυτούς τους τύπους υπηρετεί την εικόνα με διαφορετικό τρόπο. Η μουσική δημιουργεί ατμόσφαιρα, φωτίζει τα ψυχολογικά στάδια των ηρώων και επηρεάζει συναισθηματικά τους θεατές. Τα ηχητικά εφέ, συμπεριλαμβανομένης και της σιωπής-σιγής, συμβάλλουν στον ρεαλισμό της αναπαράστασης. Τέλος, η ανθρώπινη φωνή υπό τη μορφή λόγου μπορεί να λειτουργεί με διάφορους τρόπους, με ιδιαίτερα αξιοσημείωτο το να συμβάλλει καθοριστικά στην αφήγηση και να υποκινεί την πλοκή.

Η ιδέα βέβαια, της ύπαρξης του ήχου στον φιλμικό κόσμο ήταν εξαρχής εκεί∙ στον βωβό κινηματογράφο παρακολουθούμε τηλέφωνα να χτυπούν, άτομα να συνομιλούν, και γενικότερα αντιδράσεις σε ηχητικά ερεθίσματα. Η τεχνολογική πραγμάτωση, εντούτοις, έδωσε σε κάθε περίπτωση νέα ώθηση στην έβδομη τέχνη. Είδη όπως το θρίλερ για παράδειγμα, έχουν στηριχτεί σε μεγάλο βαθμό στον ήχο, λόγω της επίδρασης αυτού στο κοινό. Αν θέλουμε όμως, να εξετάσουμε τη θέση που κατέχει ο ήχος στη σημερινή ενοποιημένη τεχνολογία του σινεμά, οφείλουμε να ανατρέξουμε πίσω στις απαρχές των δυνατοτήτων ηχογράφησης∙ στον φωνογράφο.

2

Η ανακάλυψη του φωνογράφου -κοινώς γραμμόφωνο- κατέστησε εφικτή την καταγραφή του ήχου με απόρροια την ανάδυση μίας νέας δυνατότητας αισθητηριακής πρόσληψης πληροφοριών. Η ίδια η λέξη «φωνογράφος» αναφέρεται στην δυνατότητα του «να γράφεις τη φωνή» και αυτή η σύνδεση με τη γραφή, όπως σημειώνει ο Kittler(1999), επιβεβαιώνει το μονοπώλιο και την κυριαρχία της ως τεχνικής, μίας τεχνικής αποθήκευσης. Και εδώ, τίθεται η προβληματική του πώς νοηματοδοτείται αυτή η πρακτική, δεδομένου ότι η τάση του ανθρωπίνου όντος να «αποθηκεύει»  αποτελεί μία από εκείνες τις ενέργειες που φανερώνουν την προαιώνια επιθυμία του να ξεπεράσει τον θάνατο. Η ανάγκη του ανθρώπου «να αποθηκεύει» σημαίνει ταυτόχρονα τη δημιουργία πρόσβασης στο βασίλειο του θανάτου αλλά και σε αυτό της αθανασίας. Η πράξη, για παράδειγμα, της ηχογράφησης μεταλλάσει ένα ηχητικό γεγονός του παρόντος σε παρελθόν. Την ίδια στιγμή η διαδικασία του «αποθηκεύειν» γεννά την «αθανασία μέσω της μηχανικής καταγραφής και αναπαραγωγής», όπως υποστηρίζει ο Gunning (2001) σε σχόλιό του για την χρήση του ήχου στον κινηματογράφο.

3

Πώς θα μπορούσαν όμως, οι άνθρωποι να ικανοποιήσουν τον πόθο τους για αθανασία μέσω των τεχνικών εγγραφής; Η εφεύρεση του φωνογράφου ήταν μόνο ένα πρώτο σημάδι για τον επιδιωκόμενο διαχωρισμό των αισθήσεων που θα επέλθει και ο οποίος τις οδήγησε να γίνουν αντικείμενο επιστημονικής έρευνας. Ο αποκαλούμενος «άνθρωπος», γράφει ο Kittler (1999), χωρίστηκε σε φυσιολογία και τεχνολογία πληροφοριών. Αυτός ο διαχωρισμός των αισθήσεων και η συγκρότησή τους σε ένα σύνολο διεργασιών έδωσε το έδαφος για την ανάπτυξη των σημερινών συστημάτων μίντια. Τα μίντια συστήματα πλέον, είναι σε θέση «να αναπαράγουν το ανθρώπινο υποκείμενο στην κίνησή του και να οικειοποιηθούν τις λειτουργίες τους: της αντίληψης και της μνήμης. Η κινηματογραφική εικόνα «με την κίνηση, το χρώμα, τις τρεις διαστάσεις και τον ήχο, λειτουργεί σαν ένα ανθρώπινο τεχνολογικό αντίγραφο, σαν ένα ομοίωμα του ‘έξω’ κόσμου» (Gunning, 2001).

4

Αυτό το δημιουργηθέν τεχνολογικό αντίγραφο οδηγεί με βεβαιότητα στο αίσθημα της υπέρβασης του τρωτού της ανθρώπινης φύσης. Επομένως, μπορούμε να ισχυριστούμε ότι ο φωνογράφος και γενικότερα, η ικανότητα εγγραφής και αναπαραγωγής του ήχου ήταν ένα από τα πρώτα βήματα προς αυτή την κατεύθυνση: την ικανοποίηση της υπαρξιακής ανάγκης για αθανασία. Και αυτή η πεποίθηση ενισχύεται επιπλέον από το γεγονός ότι η εφεύρεση του φωνογράφου συνοδεύτηκε από μία αυξανόμενη «επιθυμία να συμπληρωθεί η ‘σύλληψη’ της φωνής με την ‘σύλληψη’ της εικόνας, κάνοντας για το μάτι ότι ο φωνογράφος έκανε για το αυτί» (Gunning,2001).

5

Η εναρκτήρια σεκάνς της ταινίας του Νίκου Νικολαΐδη «Τα κουρέλια τραγουδάνε ακόμα» (1979) εμπεριέχει το παραπάνω καλτ στιγμιότυπο. Εν είδει μίας άλλης γραφής, η συσκευή ηχογράφησης καταγράφει και «αποθηκεύει» τον ήχο που παράγουν τα αντικείμενα, όπλο και τύμπανα, καθώς και ο ήρωας για να τον επαναλάβει αργότερα. Αν δεν είχε εφευρεθεί, ο χαρακτήρας της μυθοπλασίας πιθανά να άφηνε ένα σημείωμα. Όμως ό ήχος συλλαμβάνεται για να αναπαραχθεί αργότερα όταν εκείνος δεν θα ζει πια αλλά με αυτή του την ενέργεια ένα κομμάτι του θα ξεπεράσει τα όρια της θνητότητας. Η ηχογράφηση του εαυτού του λειτουργεί ως ο τεχνολογικός του σωσίας που του δίνει τη δυνατότητα μεταθανάτιας απεύθυνσης στους φίλους του. Το ιδιαίτερο εδώ είναι ότι εντός της ηχογράφησης υπάρχει ακριβώς το σημείο διαχωρισμού των δύο καταστάσεων, ζωής και θανάτου, αφού καταγράφεται και ο πυροβολισμός με τον οποίο θέτει τέλος στην ζωή του.

6

7

9

8

 

Δεν υπάρχουν σχόλια

ΑΠΑΝΤΗΣΕ

*

*