Ο χρόνος στην τέχνη του κινηματογράφου

...

Γράφει ο Γιώργος Κόκουβας

Αν ξεγυμνώναμε την τέχνη του κινηματογράφου από κάθε τι που εμπεριέχεται και σε άλλες μορφές τέχνης, θα καταλήγαμε σε αυτό που διαθέτει, το οποίο τον ξεχωρίζει από όλες τις υπόλοιπες τέχνες. Και αυτό δεν είναι άλλο από τις δυνατότητες που δίνει στην οπτικοακουστική επικοινωνία το μοντάζ, υποστηρίζουν πολλοί θεωρητικοί. Και το μοντάζ δεν είναι τίποτα άλλο, παρά παιχνίδι με τον χρόνο. «Το σινεμά είναι η τέχνη του να παίζεις με τον χρόνο», είχε πει ο μεγάλος Αλαίν Ρεναί.

Ο «κώδικας» του χρόνου, παρ’ ότι τον θεωρούμε δεδομένο, είναι εν πολλοίς ένας από τους σημαντικότερους παράγοντες στην σημειωτική της κινηματογραφικής τέχνης. Τόσο σημαντικός που ολόκληρες ταινίες χτίζονται με βάση αυτόν. Και κατ’ επέκταση, άλλες τόσες αισθητικές θεωρίες «στριφογυρνάνε» γύρω από την περίφημη τέταρτη διάσταση που τα καθορίζει όλα. Με αυτή την ανάρτηση, επιχειρούμε να θυμίσουμε στον επίδοξο κινηματογραφιστή την αξία του παράγοντα «χρόνος» στην έμπνευση και τον σχεδιασμό μιας ταινίας μέσα από παραδείγματα ταινιών, καθώς και να επισημάνουμε κάποιες από τις προσεγγίσεις που σχετίζονται με αυτόν.

Η γραμμικότητα του χρόνου

Η πιο κλασική μορφή αφήγησης, η οποία βασίζεται στην γνωστή αντιστοιχία της πραγματικής ροής του χρόνου: Αυτό που βλέπουμε πρώτο, έγινε πρώτο, και αυτό που βλέπουμε στην συνέχεια, υποτίθεται πως διαδραματίζεται μετά από το πρώτο.

Flash backs και παιχνίδια με τον χρόνο

Σπάζοντας την γραμμικότητα του χρόνου και επιστρέφοντας πίσω για να γνωστοποιήσεις στον θεατή κάτι που δεν γνωρίζει για το παρελθόν των ηρώων, μπορείς –αν χρησιμοποιήσεις σωστά αυτό το στοιχείο- να φωτίσεις ολόκληρη την προηγούμενη αφήγηση, να ανανεώσεις τον ενδιαφέρον του κοινού, να αυξήσεις την συναισθηματική ένταση, αλλά και να μπερδέψεις τον θεατή, αν το παρακάνεις.

Από την άλλη, υπάρχουν και ταινίες ολόκληρες που βασίζονται στα παιχνίδια με τον χρόνο: Το Memento έχει για παράδειγμα αντιστρέψει σαν σε καθρέφτη την γραμμικότητα του χρόνου. Ο Αλαίν Ρεναί στο «Πέρυσι στο Μαρίενμπαντ» έχει μετατρέψει τον χρόνο σε ένα «υγρό» μέσα στο οποίο ρέει η ονειρική του αφήγηση – δεν γνωρίζουμε τι είναι παρελθόν, το παρόν και τι μέλλον. Ο Γκας Βαν Σαντ στον «Ελέφαντα» περνά ξανά και ξανά από το ίδιο χρονικό σημείο, μετατρέποντας την αφήγησή του σε έναν λαβύρινθο οπτικών γωνιών.

Η ψυχολογική σημασία του χρόνου

Πώς μπορεί να παίξει ένας κινηματογραφιστής με το παρελθόν των ηρώων; Στο «Χιροσίμα Αγάπη μου» του Ρεναί, όλη η συναισθηματική ένταση του πρωταγωνιστικού ζευγαριού έγκειται στο παρελθόν τους (που αποτελεί κομμάτι του χρόνου). Τα βιώματα του παρελθόντος της γυναίκας και του άντρα συγκρούονται και εκεί είναι που εντοπίζεται και η τραγικότητα της ιστορίας.

Στο «Gerry», ο Γκας Βαν Σαντ αφήνει τους ήρωές του να περπατούν πολλά, πάρα πολλά λεπτά μέσα στην έρημο, και εμείς βλέπουμε μόνο το περπάτημα και ακούμε τον ήχο των βημάτων στην άμμο. Θα έλεγε κανείς πως καταργείται η ουσία του σινεμά, αφού ούτε η εικόνα ούτε ο ήχος παρουσιάζει διακυμάνσεις. Η διάρκεια όμως που επιτρέπει ο σκηνοθέτης να διαρκέσει η σκηνή αλλάζει τα πάντα, νοηματοδοτώντας την σκηνή και δίνοντάς μας ψυχολογικό διακύβευμα.

Ο χρόνος είναι ρυθμός

Και δεν μιλάμε μόνο για την αυτονόητη σημασία του μοντάζ – με το «ψαλίδι» μπορείς να κάνεις την αφήγησή σου πολύ γρήγορη, εφαρμόζοντας πολλά cuts ανά λεπτό ή να αφήσεις το πλάνο να «ανασάνει». Ή, για να καταλήξουμε στα «άκρα», εκεί που ο χρόνος καταντά ύψιστο μέρος της αισθητικής, να μετατρέψεις τον χρόνο σε γλώσσα. Όπως έκανε ο Θόδωρος Αγγελόπουλος. Κάποιοι, για να πουν αυτό που θέλουν, μιλούν γρήγορα, αγχωδώς, με φρενήρη ρυθμό και ασθμαίνοντας (βλ. Hollywood). Κάποιοι άλλοι (βλ. Αγγελόπουλος), προτιμούν να μιλήσουν αργά, με τεράστιες, δύσκολες λέξεις, με οπτικές «φράσεις-περικοκλάδες», με πλάνα δέκα λεπτών που αφήνουν μια κομπανία περιπλανώμενων μουσικών να κατέβουν έναν ολόκληρο λόφο με την ησυχία τους. Δεν υπάρχει καλή και κακή συνταγή στα δύο συγκεκριμένα «άκρα» – σημασία έχει τι ταιριάζει στην δική σου αισθητική και στο μήνυμα που θέλεις να περάσεις.

Άλλωστε, η διάρκεια ενός πλάνου μπορεί να αυξήσει ή να μειώσει αντίστοιχα το φορτίο που θέλεις να του αποδώσεις. Όταν αφήνεις ένα πλάνο να ξετυλιχθεί σε πέντε ολόκληρα λεπτά, είναι σαν να λες στον δέκτη πως αυτό είναι ένα σημαντικό πλάνο – «δώσε του προσοχή». Μπορείς επίσης να παίξεις με τον δραματικό χρόνο (τον χρόνο που υποτίθεται πως διαρκεί η ταινία, π.χ. το Holy Motors απεικονίζει ένα εικοσιτετράωρο στο Παρίσι) και τον πραγματικό χρόνο (το δίωρο που διαρκεί η ταινία). Πώς γίνεται να χωρέσεις το 24ωρο στο δίωρο; Ποιες ώρες της ημέρας θα αφήσεις εκτός φιλμ; Εκεί παίζεται μεγάλο μέρος του ρυθμού και της χρονικής ροής που θα αποκτήσει η ταινία. Η σειρά «24» δοκίμασε π.χ. να ταυτίσει δραματικό και πραγματικό χρόνο, κάτι ιδιαίτερα ενδιαφέρον, αφού άφησε τον θεατή ελεύθερο να εστιάσει σε μια άλλη σημαντική εκδοχή της χρονικότητας: τον προσωπικό χρόνο, όπως τον βιώνει ο ήρωας (ένα δραματικό δεκάλεπτο μπορεί να μοιάζει σαν μια στιγμή, ενώ ένα δευτερόλεπτο αγωνίας να φαίνεται στον ήρωα και σε στους θεατές πως διαρκεί έναν αιώνα).

Αντίστοιχης με τον Αγγελόπουλο λογικής είναι για παράδειγμα και οι ταινίες του Μπέλα Ταρ ή του Αντονιόνι. Ο Ταρκόφσκι, φυσικά, είναι αυτός που ασχολήθηκε διεξοδικά με την εφαρμογή μιας χρονοκεντρικής προσέγγισης στις ταινίες του: Η θεωρία του αποκαλείται και «γλυπτική του χρόνου» – το σινεμά δηλαδή δεν είναι παρά η καταγραφή της αληθινής ανθρώπινης εμπειρίας του χρόνου. Θεωρούσε πως το οπτικό υλικό πριν υποστεί επεξεργασία αντιστοιχεί στον πραγματικό χρόνο. Αφού όμως το διαχειριστεί ο δημιουργός, π.χ. με μεγάλα σε διάρκεια πλάνα και λίγα cuts, μπορεί να δώσει στον θεατή την αίσθηση του χρόνου που περνά, του χρόνου που χάνεται και της σχέσης μεταξύ αυτών των στιγμών. Δουλειά του σκηνοθέτη με άλλα λόγια είναι να μεταχειρίζεται τον τρόπο που βιώνουμε τον χρόνο και να τον αλλάζει.

Ο χρόνος είναι μέρος της πλοκής

Στο «Τρέξε Λόλα Τρέξε», ο Τομ Τίκβερ δένει τον χρόνο με την πλοκή, βάζοντας ένα χρονόμετρο να τρέχει μπροστά από την οθόνη μας και δίνοντάς μας διαφορετικές εκδοχές της ιστορίας ανάλογα με τον χρόνο. Ο Νόλαν στο Inception κατακερματίζει τον χρόνο και τον κάνει όνειρο, κι αυτό όνειρο μέσα στο όνειρο και ούτω καθεξής, καθιστώντας (α)σαφές το ποιος είναι ο πραγματικός χρόνος και πόση σημασία έχει για τον άνθρωπο. Αλλά ακόμη και στο “Dark Knight Rises” βάζει μια χρονολογική βόμβα στο παιχνίδι και αυτόματα δίνει στην υπόθεση δραματική ένταση. Με άλλο ενδιαφέρον παρακολουθείς όταν γνωρίζεις πως ο ήρωας έχει μία ώρα να σώσει την πόλη και να αποσυνδέσει τον εκρηκτικό μηχανισμό, και άλλο (προφανώς λιγότερο) ενδιαφέρον όταν ο χρόνος δεν πιέζει καθόλου τον πρωταγωνιστή.

Για τη λίστα όλων των Filmmaking άρθρων κάντε κλικ εδώ

Δημήτρης Ασπρολούπος

Αγαπώ τον Χίτσκοκ, τον Φιντσερ, τον Χάνεκε, τον αγγλικό ρεαλισμό και το σκανδιναβικό σινεμά αλλά παράλληλα έχω και ένα soft spot για τον Γουές Αντερσον.
Δεν υπάρχουν σχόλια

ΑΠΑΝΤΗΣΕ

*

*

ΣΧΕΤΙΚΑ