Oh Boy (2012)

...
Oh Boy του Γιαν Όλε Γκέρστερ






 

Γράφει ο Γιάννης Κανονάκης


Σκηνοθεσία: Jan Ole Gerster
Σενάριο:Jan Ole Gerster
Παίζουν: Tom Schilling, Katharina Schüttler, Justus von Dohnányi
Διάρκεια: 83′
Χώρα: Γερμανία
Διανομή: Strada Films

 

 Oh Boy του Γιαν Όλε ΓκέρστερΤο φιλμ του Γκέρστερ μιλά για τη μετάβαση (ή μάλλον για την αδυναμία μετάβασης) ενός ανθρώπου σε ένα άλλο ωριμότερο στάδιο της ζωής του. Η αναποφασιστικότητα, η παθητική-αδρανής στάση απέναντι στη ζωή, η αμηχανία και αβεβαιότητα του σήμερα, και η επώδυνη μοναξιά αποδίδονται με κωμικοτραγικό τρόπο, που θυμίζει τη μελαγχολική σάτιρα του Charlie Chaplin (π.χ. η σκηνή όπου προσπαθεί να πάρει πίσω τα νομίσματα που έδωσε στο ζητιάνο), τη διαλεκτική δυναμική και τις συναισθηματικές αντιφάσεις των φιλμ του Woody Allen (η νευρωτική αντίδραση του αυτάρεσκου σκηνοθέτη της θεατρικής παράστασης), τον παραλογισμό και την καυστικότητα του Jim Jarmusch (η κινηματογραφική απόδοση της καθημερινότητας του Νίκο στο διαμέρισμά του), ακόμη και την εκκωφαντική σιωπή του υπαρξιακού κινηματογράφου του Michelangelo Antonioni (στα τελευταία μελαγχολικά κάδρα που αποτυπώνουν τη διάχυτη θλίψη της πόλης του Βερολίνου, για παράδειγμα) και τον ψυχικό αναβρασμό και τη φιλοσοφική διάθεση του Jean Eustache (ο Νίκο, μάλιστα, μου θύμισε σε κάποιες στιγμές τον χαρακτήρα του Jean-Pierre Léaud στο “Η Μαμά και η Πουτάνα”). Όμως, τόσο ο Νίκο όσο και οι χαρακτήρες που τον περιβάλλουν στα επι μέρους vignettes, δεν μπορούν να έρθουν αντιμέτωποι με την αλαζονεία, τη δική τους προβληματική φύση, τη μοναξιά, τα αδιέξοδα και τα λάθη κι απωθημένα του παρελθόντος.

Η ταινία όμως δεν παραμένει αποκλειστικά “προσωποκεντρική”. Η γλυκόπικρη και ειρωνική αποτύπωση ενός συνόλου χαρακτήρων (και, κατά βάση, του κεντρικού χαρακτήρα) που βρίσκονται αντιμέτωποι με τη ματαιότητα του σύγχρονου τρόπου ζωής και την αβεβαιότητα, και παγιδευμένοι σε διλήμματα, μελαγχολικές αναμνήσεις, συγκεχυμένες σκέψεις κι ανεκπλήρωτες επιθυμίες αποτελεί μία κατ’επίφαση ψυχολογική μελέτη-σκιαγράφηση, μία πρώτη κι επιφανειακή προσέγγιση του έργου. Η αδυναμία ωρίμανσης (ο τίτλος “oh boy” έχει μεν σαρκαστική χροιά αλλά θα μπορούσε κανείς να τον ερμηνεύσει ως έναν συμβολικό “αναστεναγμό” απόγνωσης) διευρύνεται σε κοινωνικό-πολιτικό επίπεδο κι όσον αφορά στη Γερμανία εν γένει (με κέντρο, και ίσως τον πραγματικό “πρωταγωνιστή” της ταινίας, το Βερολίνο, όπου διαδραματίζεται η ιστορία).

H γερμανική κοινωνία συνιστά ένα μωσαϊκό συγκεχυμένων και ποικιλόμορφων ιδεολογιών, ένα εκσυγχρονισμένο κοινωνικό και (πολυ)πολιτισμικό σύνολο, αλλά εξακολουθεί να στοιχειώνεται απ’τις οδυνηρές αναμνήσεις του (ναζιστικού) παρελθόντος (ο Γκέρστερ χειρίζεται είτε με σαρκασμό τις αναφορές στο ναζισμό κατά τη σεκάνς των γυρισμάτων της μελό ταινίας, είτε με υπόκωφη θλίψη, όπως στην σκηνή του μπαρ, όπου, με την έμμεση αναφορά στο “Kristallnacht” της 9ης Νοεμβρίου του 1938 όταν εξοντώθηκε μεγάλος αριθμός Εβραίων, οι υπόνοιες (συν)ενοχής των γερμανών πολιτών στα συμβάντα και οι φρικιαστικές συνέπειες αυτών είναι εκκωφαντικές), αλλά κι απ’την αστάθεια και υποκρισία ενός γραφειοκρατικού και καπιταλιστικού συστήματος (ο κρατικός ψυχολόγος, η ακυρωμένη πιστωτική κάρτα, οι υψηλές τιμές του “συνηθισμένου καφέ”).

Η υπέροχη ασπρόμαυρη φωτογραφία αποτελεί την ιδανικότερη καλλιτεχνική προσέγγιση προσδίδοντας αέρα nouvelle vague (François Truffaut, Jean-Luc Godard), ενώ η γοητευτική και χαμηλότονη jazz μουσική επένδυση συμβάλει αποτελεσματικά στη δημιουργία της κατάλληλης “μποέμ” ατμόσφαιρας του φιλμ.
Παρ’όλα αυτά, η σκηνοθετική και σεναριακή απειρία του Γκέρστερ είναι εμφανής σε αρκετά σημεία. Παρά την αναγνώριση του φιλόδοξου και σύνθετου χαρακτήρα του πρώτου κινηματογραφικού εγχειρήματος, το έργο δεν έχει σταθερότητα ως προς τη δόμησή του, ενώ η εναλλαγή ύφους (από κωμικό σε μελαγχολικό σε κάτι “ενδιάμεσο”) δεν είναι απόλυτα πετυχημένη. Οι δεύτεροι χαρακτήρες θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως καρικατούρες, δεδομένης της μονοδιάστατης σκιαγράφησής τους (π.χ. ο πλούσιος κι αλαζόνας πατέρας, η συμπλεγματική πρώην συμμαθήτρια).

Ο Γκέρστερ μπορεί να μην δημιούργησε κάτι εμβληματικό (θα μπορούσα να το χαρακτηρίσω ως το “αδελφάκι” του Frances Ha του Noah Baumbach το οποίο μιλά εξίσου για την ανασφάλεια και αβεβαιότητα της late 20s γενιά), αλλά κατάφερε – παρά τα ελαττώματα του φιλμ – να συνθέσει τόσο μία ωδή στα έργα των προαναφερθέντων σκηνοθετών (που αποτελούν κατάφωρα πηγή έμπνευσής του) όσο κι ένα απρόσμενα σύγχρονο και προσεγγίσιμο μελαγχολικό έργο. Το συμπέρασμα είναι πως έχουμε αναμφισβήτητα μπροστά μας έναν αξιόλογο νέο σκηνοθέτη, οι επόμενες φιλμικές δημιουργίες του οποίου ελπίζουμε να είναι εξίσου εμπνευσμένες κι ενδιαφέρουσες, αλλά και πιο ολοκληρωμένες, ώριμες και με περισσότερη προσωπική ταυτότητα.

Δείτε όλες τις ταινίες της εβδομάδας

 

 

 

Δημήτρης Ασπρολούπος

Αγαπώ τον Χίτσκοκ, τον Φιντσερ, τον Χάνεκε, τον αγγλικό ρεαλισμό και το σκανδιναβικό σινεμά αλλά παράλληλα έχω και ένα soft spot για τον Γουές Αντερσον.
Δεν υπάρχουν σχόλια

ΑΠΑΝΤΗΣΕ

*

*

ΣΧΕΤΙΚΑ